Ξέρεις τι πεθύμησα ρε φίλε; Μία μπουγάτσα με τυρί... με τραγανό φύλλο όμως, όχι καμιά μούφα. Μία μπουγάτσα με τυρί και να είμαι πεινασμένος κάργα. Πεινασμένος και κομμάτια από την χθεσινοβραδινή κραιπάλη στα ροκάδικα της πόλης. Ξέρεις, κάνα Cult στην Κούσκουρα, κάνα Harley στα άνω λαδάδικα, πιο σπάνια κάνα Bullshit, του μαλάκα του Κανάκη, αν μας βάλουν κιόλας. Ροκάδικο με πόρτα· που το είδε ο καραγκιόζης; αλλά τι να κάνεις, θέλουμε να κοζάρουμε και κάνα μουνάκι – βάζει όλους τους φιόγκους και τρώνε τα μουνακια, ο μπαγλαμάς, και μας, μας αφήνει στην απέξω ο καριόλης – ή και κάνα it’s only στη τελική, στη Βενιζέλου.


Κι αν περισσεύουν τα ψιλά, να πάρω και μισή κιμά, όχι ολόκληρη γιατί θα βαρύνω. Και φυσικά κι ένα κακάο μαζί· ένα Τοπίνο, της Μεβγάλ, εδώ σαλονικιώτικο, όχι κάνα αθηναϊκό, φάγε μάγε και τέτοιες μαλακίες. Κωλοαθηναίοι, σφάζουν τον ΠΑΟΚ μας. Τι τυχερός που είμαι ρε φίλε που δεν γεννήθηκα λαμόγιο χαμουτζής και αθηναίος, να κλέβω πρωταθλήματα και τίτλους. Να τα βάλουν στον πάτο τους ρε! ο ΠΑΟΚ είναι επαναστάτης γαμιέται ο θρύλος και ο σωκράτης. Κι αν δεν έχει Τοπίνο, τότε κάνα Coco-milk, της Αγνό, εδώ δικό μας κι αυτό. Αλλά όνομα είναι κι αυτό ρε πούστη, Coco-milk? θα μας πάρουνε και για τίποτα αδελφές γαμώ τον μπελά τους, άσε που το διαφήμισε και εκείνο το βρωμοσκούληκο ο Γκάλης. Τι παικταράς όμως ο πούστης. Φαντάζεσαι να τον είχαμε στον ΠΑΟΚ ρε μαλάκα;


Ναι ρε φίλε, μπουγάτσα με τυρί, αρχές καλοκαιριού κι αρχές μεσημεριού, και να βαράει ντάλα ο ήλιος να την ψιλοακούμε κιόλας, και μόλις να ‘χω ξυπνήσει. Και μισή κιμά όμως, και το Τοπίνο μεγάλο, με καλαμάκι, και με καλό νεκάτομα πριν το ανοίξω. Εκεί έξω, στα τραπεζάκια στου Γρηγόρη στην Μπότσαρη, να πεις και κάνα ποδοσφαιρικό με τα δερβίσια που το ‘χουνε, κι αν περάσει και κάνας γνωστός, να πείτε και καμιά μαλακία, μόνο κάνας μπινές μη τύχει και περάσει, και με ανέβει το αίμα στο κεφάλι και πιαστώ στα χέρια πρωί πρωί, γιατί έχουμε πολλούς μαλάκες εδώ στην Τούμπα.


Ναι ρε φίλε! μπουγάτσα με τυρί και χυμένος στις μεταλλικές καρέκλες του Γρηγόρη, δικά μας παιδιά. Το ‘παμε έτσι; Και το γκάζι καμαρωτό στον πλαγιοστάτη του· α ρε! το γκάζι μου ρε… Και τι δεν έχω κάνει με αυτό το γκάζι, και που δεν έχω πάει. Τουλάχιστον είχε ένδοξο τέλος. Κόλλησε σε σούζα, στη μία (ρόδα), σε κόντρα σε φανάρι: και του είχα φύγει, και το είχα σηκώσει – με συμπλέκτη ε; όχι ξερογκαζιές και μαλακίες – και είχα στρίψει και το τιμόνι αλήτικα στον αέρα, και γύρισα και τον κοίταξα –τον κάγκουρα– και ‘κει πάνω, ακούω ένα: "γκντουπ!" κι αυτό ήτανε, σπάει το πιστόνι, και όχι μόνο κόλλησε και ‘σπασε, αλλά άρπαξε κι ο κύλινδρος και άντε βρες λεφτά να το φτιάξεις που σε 7 μέρες παρουσιάζεσαι Μεσολόγγι. Το έδωσα, το WRαράκι μου ρε φίλε. WR 200 μεν, αλλά καθαρό. Έτσι; Ημίξερο, με τα σκούρα τα μπλε τα αυτοκόλλητα και με αγωνιστική εξάτμιση.


Ναι ρε φίλε! μπουγάτσα με τυρί. Και μετά τσιγαράκι. Πρινσάκι ρε φίλος. Τι απόλαυση, τι σέρτικο χαρμάνι (πάει το κόψαμε κι αυτό), και να ‘χει μείνει και λίγο κακάο να τραβάς κι από καμιά ρουφηξιά. Κι αφού τελειώσεις και το δεύτερο τσιγάρο, και 'χεις μπανίσει και τα (γ)καυλάκια που περνάνε με τα φουστανάκια, και τα σορτσάκια, και τα τιραντάκια τους και τα όλα τους στη φόρα, να καβαλήσεις το γκάζι, έτσι όπως είναι στον πλαγιοστάτη καμαρωτό, και με κάνα δυο μανηβελιές, σαν σωστός Ινδιάνος που είσαι, να την κάνεις προς παραλία μεριά για καφέ με τα αλάνια.
Ναι ρε φίλε, μπουγάτσα με τυρί…

Μπουγάτσα με τυρί

Του Κώστα Κωνσταντινίδη

© 2019 by Achilleas and Camilo