«Πού πάμε κύριε;»

«Γλυφάδα.» του αποκρίθηκε ανόρεχτα, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να βολέψει τον πισινό του στα δερμάτινα, πίσω καθίσματα του ταξί. Ο μαύρος χαρτοφύλακας  αναπαύτηκε δίπλα του.  

«Έγινεεεε…» μουρμούρισε ο ταξιτζής, με το χέρι του να κουμπώνει την πρώτη, έπειτα να κλείνει το αλάρμ και τέλος να γαντζώνεται στο τιμόνι, το οποίο μάλλον είναι και η φυσική του θέση.

Γύρω γύρω ο αστικός κυκλοφοριακός Αμαζόνιος, σε αντίθεση με τον πραγματικό, δεν απειλήθηκε ποτέ από κανέναν κι έδειχνε σημάδια τρομερής άνθησης. Τα αυτοκίνητα στην Συγγρού και ειδικά στο κατερχόμενο κομμάτι της προς παραλία, συνωστίζονται, αυξάνουν ταχύτητα, αλλάζουν λωρίδες, μπερδεύονται, κορνάρουν το ένα το άλλο και γενικότερα βρίσκονται σε μία υπερδιέγερση, ανάλογη της χρήσης βαρβιτουρικών σε άλογα ιπποδρομιών.

Ο Σεπτεμβριανός ήλιος, μπορεί να μην έχει την αποφασιστικότητα του καλοκαιρινού, αλλά τα μεσημέρια συνεχίζει να μην αστειεύεται. Σιγοψήνει την άσφαλτο, βαραίνει την ατμόσφαιρα, ταλαιπωρεί τα δέντρα και τους πολίτες και κάνει την θάλασσα του Φαλήρου στο βάθος, να μοιάζει θελκτικότερη από ότι πραγματικά είναι.

Ο ταξιτζής ρούφηξε την μύτη του, πίσω από την μάσκα.

Το ρημάδι το air – condition…

«Μασκούλα θα βάλουμε;» ρώτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε τον κουστουμάτο.

Εκείνος στιγμιαία γύρισε τους βολβούς των ματιών του, προς την γκρίζα οροφή του κίτρινου Skoda Octavia κι άφησε έναν βουβό αναστεναγμό.

«Την ξέχασα στο γραφείο» του απάντησε κοφτά, κρύβοντας με δυσκολία το «Άντε χάσου ρε πρόβατο των φαρμακοβιομηχανιών» , πίσω από την φαινομενικά διπλωματική απάντηση του.

«Μάλιστα.» αποκρίθηκε παραιτημένα ο οδηγός, κρύβοντας με παρόμοια δυσκολία το «Η ίδια ηλίθια δικαιολογία, κάθε μέρα», πίσω από την φαινομενικά συγκαταβατική απάντηση του.

Μία αμήχανη σιωπή φύτρωσε ανάμεσα στα μπροστινά καθίσματα, και καθώς ποτιζόταν από τις αντικρουόμενες σκέψεις και τον Σεπτεμβριανό ήλιο, θέριεψε μέσα σε δευτερόλεπτα.

Τόσο πολύ, που ο οδηγός χωρίς να την βλέπει, άρχισε να την αντιλαμβάνεται κι έτσι ένιωσε ακαταμάχητη την ανάγκη να την φρενάρει, πειράζοντας την ένταση του ραδιοφώνου.

«Και σε ψάχνω απεγνωσμένα στην Αθήνα μου.»

Ο λαϊκός αοιδός, προσέφερε αυτόκλητα τις διαμεσολαβητικές του υπηρεσίες.

Ο ήχος από τα μπουζούκια τον αντικατέστησε και λίγο πριν πιάσει το δεύτερο κουπλέ ξετυλίγοντας πλήρως τις μετριότατες φωνητικές του δυνατότητες….

«Κι εσύ που την φοράς, τι καταλαβαίνεις;»  μονολόγησαν τα πίσω καθίσματα προς τα μπροστά.

Τα μπροστά καθίσματα εξεπλάγησαν. Την γνωστή ηλίθια δικαιολογία την λένε σχεδόν όλοι, αλλά κανένας μέχρι σήμερα δεν ζήτησε και τα ρέστα.

«Χμ …» απάντησε, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως το συγκεκριμένο επιφώνημα δεν είναι καν απάντηση αλλά ενδεχομένως να καταφέρει να σταματήσει την συζήτηση κάπου εδώ. Πίσω από την μάσκα, δεν ακούστηκε ποτέ.

«Χτυπάει η καμπάνα πένθιμα του Λουμπαρδιάρη»  ενημέρωσε το ραδιόφωνο.

«Ότι σου λένε τα τσοντοκάναλα» σχεδόν ψιθύρισε ο κουστουμάτος, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι το μονότονο και πένθιμο χτύπημα της καμπάνας του Λουμπαρδιάρη, δεν είναι αρκετό για να καλύψει την φωνή του.

Ο οδηγός γύρισε το βλέμμα στον καθρέφτη, πάνω και δεξιά και το προσγείωσε στα μάτια του κουστουμάτου. Ενστικτωδώς, εκείνος απέσυρε το δικό του και το άφησε να πεταχτεί έξω από το παράθυρο της θέσης πίσω από τον συνοδηγό, κάπου ανάμεσα στα πολυώροφα κτίρια που προσπερνούσαν.

«Χμ…» επανέλαβε.

«Πρόβατα.» μονολόγησε κοιτώντας έξω.

«Μπεεε!» του απάντησε ο οδηγός.

Ο κουστουμάτος αποφάσισε να κοιτάξει μέσα, παραξενεμένος.

 «Λύκος στη νύχτα η μοναξιά που ουρλιάζει…»  διαμαρτυρήθηκε ο αοιδός.

«Μπεεεεεεεε!» ξαναβέλαξε ο ταξιτζής.

«Είσαι με τα καλά σου χριστιανέ μου;»

Ο ταξιτζής άλλαξε απότομα λωρίδα χωρίς καν να βγάλει φλας.

Η αδράνεια του σώματος του κουστουμάτου τον έκανε να χάσει την ισορροπία του. Ο χαρτοφύλακας βρέθηκε πάνω του.

«Προσπαθείς να με σκοτώσεις;»

«Μπεεεεεεεεεε!»

Αυτή την φορά μιμήθηκε και το ηχόχρωμα του βελάσματος.

«Και έχει θολώσει η κούκλα που είχα στη βιτρίνα μου…» γνωμοδότησε το ραδιόφωνο.

Ο ταξιτζής ξαναέπιασε την προηγούμενη λωρίδα, τινάζοντας τον οδηγό και τον χαρτοφύλακα προς την αντίθετη πλευρά.

«Σταμάτα να κατέβω ρε παλιομαλάκα.» σχεδόν φώναξε. Οι πρώτοι κόμποι τρομοκρατημένου ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπο του.

«Μπεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε!» ξαναείπε ο οδηγός.

«Σταμάτα να βελάζεις!»

«Μπεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε!»

«Μα σε ψάχνω απεγνωσμένα στην Αθήνα μου»  παραπονέθηκε το ραδιόφωνο προτού κλείσει από το ήρεμο και σταθερό δάχτυλο του οδηγού.

«Θα βάλεις μάσκα;» του είπε κοφτά.

«Σταμάτα να κατέβω!»

Ο ταξιτζής άλλαξε για άλλη μια φορά λωρίδα και οι αναμενόμενες κόρνες δεν άργησαν να ακουστούν.

Ο χαρτοφύλακας άνοιξε και τα έγγραφα που έκρυβε, ξεχύθηκαν μέσα στο ταξί.

«Μάσκα να βάλεις!» επέμεινε.

Ο κουστουμάτος πάλευε να βρει την ισορροπία του ενώ ταυτόχρονα το χέρι του ψαχούλευε στην εσωτερική τσέπη του κουστουμιού του. Τα μάτια του, κοιτούσαν τα έγγραφα του.

«Να δω την μάσκα σου αλήτη! Μπεεεεεεεεεεεεε!»

Ο κουστουμάτος πάλευε να κάνει τρία πράγματα ταυτόχρονα και ως γνήσιο αδύναμο μυαλό, δεν έκανε σωστά, τίποτα από τα τρία.

«Μισό. Την ψάχνω!» φώναξε.

Ο ταξιτζής άρχισε να κορνάρει ρυθμικά, σαν να πήγαινε σε γάμο. Κατέβασε το παράθυρο του και άρχισε να βελάζει προς τον δρόμο.

«Μπεεεεεεεεεεεε!»

Το επόμενο δευτερόλεπτο, ο κουστουμάτος φόρεσε βεβιασμένα και στραβά μια πρόχειρη γαλάζια μάσκα, μιας χρήσης.

«Κάπως καλύτερα.» είπε ανόρεχτα ο οδηγός. Ανέβασε το παράθυρο, άνοιξε το ραδιόφωνο, που τώρα διαφήμιζε μία πασίγνωστη πορτοκαλάδα που με έναν ανεξήγητο τρόπο, δίνει θετική ενέργεια σε όποιον την αγοράσει και στέριωσε τα χέρια στο τιμόνι.

Ο κουστουμάτος πίσω από την στραβή γαλάζια μάσκα, προσπαθούσε να ελέγξει την αναπνοή του και ταυτόχρονα μάζευε τα έγγραφα του από το πάτωμα.

«Σου αρέσει ο Αργυρός;» ρώτησε ψύχραιμα ο οδηγός, μην περιμένοντας απάντηση.

Μπεεε

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo