Έφτασα στη μικρή πόλη πριν ακόμη βγει ο ήλιος. Περ­πάτησα στις έρημες πλατείες και στους άδειους δρό­μους, προσπερνώντας σηματοδότες που έβαφαν την ομίχλη πράσινη και κόκκινη. Και ήταν η ομίχλη της μικρής πόλης πηχτή, πανταχού παρούσα, παράξενη, πλανεύτρα. Κυλούσε σε ληθαργικά κύματα, σκέπαζε αυτά που κρύβο­νταν στο βάθος των στενών και εξαπατούσε τον ταξιδευτή συρρικνώνοντας τους ορίζοντές του και κάνοντας τη μικρή πόλη ψευδώς να φαντάζει μεγάλη, ασαφής και ατέλειωτη.

Περπάτησα στο σκοτάδι, δίπλα σε άδειες βιτρίνες, πε­ριμένοντας να βγει ο ήλιος και να ξυπνήσει τη μικρή πόλη, να κάνει τους κατοίκους της να ξεπροβάλουν από σπίτια με σφαλιστά παραθυρόφυλλα και να τους στείλει στον δρό­μο, σαν κύτταρα που κυλούν στις φλέβες και μεταφέρουν ζωή. Κάθισα σε ένα νυσταγμένο ξενυχτάδικο στην κεντρική πλατεία και παράγγειλα έναν καφέ. Τύλιξα την κούπα με τα χέρια μου για να τα ζεστάνω, όπως τότε. Ψηλά, στο μπαλ­κόνι ενός σπιτιού, ουρές από σερπαντίνες σάλεψαν και πο­λύχρωμος χαρτοπόλεμος ταξίδεψε με τα κύματα της ομί­χλης, περιπλανήθηκε πάνω από τις πλάκες του πεζόδρομου και τα ερείπια της αρχαίας αγοράς. Τα απομεινάρια του φοι­τητικού πάρτι, τόσο ταιριαστού με τον χαρακτήρα της μι­κρής πόλης, συνόδευσε μια μουσική.

Ένα περίγραμμα που με κάθε βήμα γινόταν πιο ξεκάθα­ρο, αναδύθηκε από την ομίχλη και πλησίασε. Ένας παλιά­τσος, με ρούχα τριμμένα και ένα ψεύτικο λουλούδι με τσα­κισμένο μίσχο να πετάγεται από το πέτο του σακακιού του. Κρατούσε ένα μικροσκοπικό ακορντεόν. Περπατούσε σκυ­φτός και ήταν σαν τα κύματα της αχλής να ακολουθούσαν την κάθε δρασκελιά. Άγνωστα ρεύματα παρέσυραν τις σερ­παντίνες που κρέμονταν στο μπαλκόνι και νιφάδες χαρτο­πόλεμου κόλλησαν στη φορεσιά και τυλίχτηκαν γύρω από τα παπούτσια του. Τι ένιωθε και τι σκεφτόταν ήταν άγνω­στο, κλειδωμένο πίσω από το μακιγιάζ και τα ζωγραφισμέ­να μαύρα δάκρυα. Στην έκφρασή του νόμισα προς στιγμήν ότι αντίκρισα αυτό το απροσδιόριστο κάτι που βλέπω στον καθρέφτη για ένα παραμικρό κλάσμα, πριν η αντανάκλασή μου με κοιτάξει στα μάτια. Και ήταν η μουσική από το παι­δικό όργανο που γήτευε την ομίχλη ανάμνηση και νοσταλ­γία, ήταν μια πικρή καραμέλα θλίψης με γλυκό περίβλημα.

Η παλιά αμαξοστοιχία που με έφερε στη μικρή πόλη ανήκε ξεκάθαρα σε διαφορετικό αιώνα, σε μιαν άλλη επο­χή. Χωρίς να είμαι σίγουρος γιατί, μου φάνηκε η πιο ται­ριαστή επιλογή για το ταξίδι. Η διαδρομή ήταν μεγάλη και μονότονη. Οι ώρες κυλούσαν. Το τοπίο επαναλαμβανόταν, άχρονο, ατέρμονο μέσα από το βρώμικο παράθυρο. Πεδιά­δες με στάχια και χορτάρια που υποκλίνονταν στον άνεμο. Θάμνοι και ξερόχορτα σπάθιζαν το κρύο. Γέφυρες μοναχι­κές, βράχια και γκρεμοί και ήλιος. Στο εσωτερικό της αμα­ξοστοιχίας βήματα στους διαδρόμους, σπρωξίματα, στρατι­ώτες με παλαιικές στολές μαζεμένοι όλοι μαζί, κρυμμένοι σε καπνούς από φτηνά τσιγάρα. Τσιγγάνοι ρακένδυτοι με μά­τια που γυάλιζαν σαν μαύροι βόλοι, ταξιδιώτες τυλιγμένοι στα παλτά και στη σιωπή τους. Και ολόγυρά μας ο βήχας και η αγωνία της παλιάς ατμομηχανής, να βγάλει άλλο ένα ταξίδι, πριν το τέλος της σημάνει.

Πήρα έναν καφέ και τύλιξα την κούπα με τα χέρια μου για να τα ζεστάνω, όπως τότε. Και μου φάνηκε η διαδρομή ατέλειωτη και η εγγύτητα με τον κόσμο ανυπόφορη. Έβγα­λα το ρολόι και το έκρυψα στον πάτο της τσάντας μου. Μια αίσθηση ηρεμίας ξετυλίχτηκε μέσα μου σαν χάδι. Κάθισα πιο χαλαρά στη θέση μου. Με την άκρη του ματιού αντί­κρισα τον όγκο του ημερολογίου, όπως διαγράφονταν μέσα από την τσέπη του παλτού μου. Χωρίς να το κοιτώ το απο­μάκρυνα ανήσυχος, το έστειλα να κάνει συντροφιά με το ρολόι. Έσπρωξα μακριά την εφημερίδα που διάβαζα για να περάσει η ώρα. Ένιωσα αμέσως πιο ανάλαφρος. Σαν αε­ρόστατο που πέταξε τα περιττά βάρη, η διάθεσή μου φού­σκωσε και ανυψώθηκε. Μου φάνηκε ο κόσμος μακρινός και σκέφτηκα πως ήταν πιο πιθανό να παρατηρώ, παρά να ζω όσα λάμβαναν χώρα γύρω μου. Και είδα τα πάντα σαν μέσα από θολό γυαλί ή σαν να παρακολουθούσα κινηματογραφι­κή ταινία εποχής και ήξερα ότι ήταν αυτό ακριβώς που χρει­αζόμουν και αυτό που έπρεπε να γίνει, γιατί σε λίγο η αμα­ξοστοιχία έφτασε ασθμαίνοντας στη μικρή πόλη και χαιρέ­τησε τη νύχτα της με ένα εξουθενωμένο σφύριγμα.

Ο παλιάτσος με προσπέρασε σκυφτός. Η ομίχλη άνοι­ξε και τον κατάπιε. Σερπαντίνες και κομμάτια χαρτοπόλε­μου τον ακολούθησαν. Η μουσική του κρύφτηκε μα δεν χά­θηκε ποτέ, μονάχα έγινε μέρος του πρωινού και υπόβαθρο στις σκέψεις μου. Επιχείρησα να τις βάλω σε σειρά και, με ανακούφιση, απέτυχα τελείως. Είχα το ρολόι και το ημερο­λόγιο ακόμα καταχωνιασμένα στην τσάντα μου. Διαπίστω­σα ότι δεν είχα καμία πρόθεση να τα χρησιμοποιήσω. Ήπια τον καφέ και πλήρωσα. Μερικά αγόρια και κορίτσια διέσχι­σαν παραπατώντας την εξώπορτα, κάτω από το μπαλκόνι με τον γιορτινό στολισμό. Έκαναν οχτάρια μεθυσμένα και κρατιόντουσαν μεταξύ τους για να μην πέσουν. Με προ­σπέρασαν τρεκλίζοντας. Τα γέλια και τα μουρμουρητά τους χάθηκαν πίσω από το πέπλο της ομίχλης και έσβησαν.

Σηκώθηκα και ακολούθησα τον δρόμο από μνήμης. Στα­μάτησα σε ένα φτηνό ξενοδοχείο, ένα γκρίζο και καπνισμέ­νο κτίριο, στριμωγμένο σε ένα στενό μαζί με άλλα τόσα πα­νομοιότυπα. Η διπλή πόρτα με τα ατέλειωτα στρώματα βα­φής και το μπρούτζινο πόμολο μαρτυρούσαν την παλαιό­τητα του κτιρίου που κάποτε υπήρξε αρχοντικό, πριν ξεπέ­σει και κομματιαστεί σε μικρά δωμάτια που νοικιάζονταν με ημιδιαμονή. Ο μικρός διάδρομος με τα αρχαία πλακά­κια κατέληγε σε μια ξύλινη γυριστή σκάλα που σκαρφάλω­νε στις σκιές και στη σιωπή των υπερκείμενων διαδρόμων. Πίσω από τον πάγκο, ο ξενοδόχος με κοίταξε σκεπτικός.

«Γεια σας. Θα ήθελα ένα δωμάτιο, παρακαλώ».

«Έχεις ξανάρθει; Το πρόσωπό σου μου φαίνεται γνωστό».

«Δεν νομίζω. Δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο. Αν έχω ξανάρθει, αυτό πρέπει να έγινε πολύ παλιά. Σήμερα έφτασα».

«Για περίμενε...» Έψαξε τα χαρτιά στο γραφείο του. Μου έδωσε ένα βιβλίο για να υπογράψω και μέσα από έναν κι­τρινισμένο φάκελο έβγαλε ένα πλαστικοποιημένο κομμάτι χαρτί. «Ορίστε. Αυτή η ταυτότητα δεν είναι δικιά σου; Εσύ δεν είσαι αυτός στη φωτογραφία;»

«Ναι, μάλλον. Πρέπει να την ξέχασα από παλιά».

«Αυτός ο φάκελος κάθεται στα πράγματά μου τόσα χρό­νια, τον βρίσκω συνέχεια ανάμεσα στα χαρτιά μου, κάθε τρεις και λίγο η ταυτότητα ξεγλιστράει από μέσα και πέφτει στο πάτωμα. Πρέπει να την έχω σηκώσει τόσες φορές, που έμαθα το πρόσωπό σου απέξω».

Την κοίταξα με αδιαφορία. Ένας άλλος μου εαυτός, που ανήκε σε μια πολύ διαφορετική εποχή, έναν άλλο κόσμο, με κοίταξε κρυσταλλωμένος μέσα από την ασπρόμαυρη φω­τογραφία.

«Έλα λοιπόν. Τι την κοιτάς, πάρ’ τη».

«Δεν τη χρειάζομαι. Μπορείτε να την πετάξετε. Δεν εί­ναι πια δική μου».

«Είσαι σίγουρος;»

«Ναι. Δεν τη χρειάζομαι πια. Την αντικατέστησα. Τώρα είμαι ένας άλλος».

Ο ξενοδόχος με κοίταζε ακόμα σκεπτικός. Ύστερα, με ένα αδιάφορο τίναγμα των ώμων που απευθυνόταν περισσότε­ρο στον ίδιο παρά σε εμένα, μου έδωσε το κλειδί του δωμα­τίου. Σκαρφάλωσα τη σκάλα. Κάτω από τα πόδια μου, άκου­σα το τρίξιμο της σακούλας των σκουπιδιών, καθώς κατάπινε το πλαστικοποιημένο κομμάτι χαρτί. Περπάτησα στην ξεφτι­σμένη μοκέτα. Το βλέμμα μου πλανήθηκε στους ψηλοτάβα­νους διαδρόμους. Η πόρτα του δωματίου ήταν και αυτή πα­λαιά και περασμένη με αμέτρητα στρώματα χρώματος. Σκέ­φτηκα ότι όπως στο γέρικο δέντρο μπορείς να υπολογίσεις την ηλικία του μετρώντας τους ετήσιους δακτυλίους του, έτσι και στη μικρή πόλη αν υπήρχε ένας τρόπος να προσδι­ορίσεις τον χρόνο που πέρασε, αυτός θα ήταν ανάλογος με τα στρώματα μπογιάς που συσσωρεύονταν στα κτίρια, στις σφαλιστές πόρτες και στα παραθυρόφυλλα που χτυπούσαν στον αέρα και έσταζαν από την υγρασία που παρέσερνε η ομίχλη. Αναρωτήθηκα αν υπήρξε ποτέ λόγος να γίνει ένας τέτοιος υπολογισμός. Ξεκλείδωσα την πόρτα.

Το δωμάτιο, με εξαίρεση τα απολύτως απαραίτητα, ήταν άδειο. Κρεβάτι, κομοδίνο, μια στενή ντουλάπα. Στις συρμά­τινες κρεμάστρες που λικνίζονταν κρέμασα τα ρούχα μου. Έκανα ένα μπάνιο για να ξεπλύνω την ταλαιπωρία του ταξι­διού και τις ώρες περιπλάνησης στη μικρή πόλη. Από το πα­ραθυράκι της τουαλέτας η ομίχλη σάλευε φασματική, φρου­ρούσε τη νύχτα. Το κεντρικό παράθυρο του δωματίου ήταν κλειστό, τα παντζούρια του σφαλισμένα. Έπεσα στο κρεβά­τι και κρύφτηκα κάτω από τα σκεπάσματα. Όπως τότε, που τα μοιραζόμουν με εκείνη. Τότε που οι μόνες λύσεις στον αδυσώπητο χειμώνα της μικρής πόλης ήταν μια κουβέρτα μοιρασμένη στα δυο. Η κούπα του καφέ που μας ζέσταινε τα χέρια. Η θέρμη του κορμιού της. Άνοιξα χωρίς λόγο το συρτάρι του κομοδίνου. Προς έκπληξή μου, αντί της κλα­σικής βίβλου με το φθαρμένο εξώφυλλο που βρίσκεις συ­νήθως στα παλιά ξενοδοχεία, υπήρχε ένα άλλο βιβλίο. Το άνοιξα. (Η χρυσοτυπία στη ράχη είχε σβήσει, καθιστώντας τον τίτλο δυσανάγνωστο). Η πρώτη σελίδα έγραφε δυο λέ­ξεις: Περί Φύσεως. Το ξεφύλλισα, διαβάζοντας αποσπασμα­τικά τα αποφθέγματα του Ηράκλειτου. Θυμήθηκα την αρ­χαία αμαξοστοιχία, που υπήρξε αναμφίβολα ο πιο ταιρια­στός τρόπος για να φτάσω στον προορισμό μου. Κατά από­λυτη αντιστοιχία, σκέφτηκα ότι οι σκέψεις του Σκοτεινού Φιλόσοφου ήταν αναμφίβολα το πιο ταιριαστό βιβλίο που θα μπορούσε να καραδοκεί σε ένα παραμελημένο συρτάρι της μικρής πόλης.

Φαντάστηκα την ομίχλη απέξω σαν κάτι αιώνιο, να κρύ­βει, να παραλλάσσει, να ξεγελάει. Θυμήθηκα το αείζωον πυρ, την κοσμολογική σταθερά του Φιλόσοφου, να κινείται και να μεταμορφώνεται στο διηνεκές, σε μια ατέλειωτη κυ­κλική τροχιά κατά την οποία μεταλλάσσεται σε θάλασσα, κατόπιν σε γη και ξανά σε θάλασσα και όλο αυτό να συνεχί­ζεται ασταμάτητα, ξανά και ξανά και για πάντα. Προσπάθη­σα να σκεφτώ πώς θα μπορούσε κάτι να κυλάει στην αιω­νιότητα και κατέληξα, έχοντας αποκλείσει όλα τα άλλα, σε μια αν μη τι άλλο κυκλική φύση που επαναλαμβάνεται, έχο­ντας κάθε φορά φαινομενικά διαφορετική μορφή, αναπό­φευκτα επηρεασμένη από την εποχή και τις εκάστοτε συν­θήκες, αλλά στη βάση της πάντα ίδια, θεμελιωδώς σταθερή. Τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ' αυτό μένειν.

Συμπέρανα, όχι για πρώτη φορά, ότι όλα αλλάζουν και όλα μένουν τα ίδια, ότι η ζωή κάνει κύκλους υπακού­οντας σε ακατανόητους νόμους, παρόμοιους με αυτούς που ρυθμίζουν το στροβίλισμα της ομίχλης έξω από το κλειστό παράθυρο. Προσπάθησα να μετρήσω πόσοι δια­φορετικοί κύκλοι της ζωής μου κύλησαν στη μικρή πόλη, αν ήταν ένας ξεχωριστός κάθε φορά ή αν τα πράγματα εί­χαν εξελιχθεί σε παράλληλες τροχιές, καθώς και τι δια­φορές φάσης μπορεί να χώριζαν τις εκάστοτε προσωπικές μου συμπαντικές διαδρομές. Με αυτές τις σκέψεις απο­κοιμήθηκα τυλιγμένος στα σκεπάσματα, αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι σαν να ήταν εκείνη στη θέση του, πριν ένας από αυτούς τους κύκλους την παρασύρει στην απάνθρω­πη τροχιά του.

Ξύπνησα μέσα στη νύχτα. Το πρώτο μου ένστικτο ήταν να δω την ώρα, αλλά είχα ακόμα το ρολόι αφημένο στον πάτο της τσάντας, μαζί με το ημερολόγιό μου. Η πόρτα και το κεντρικό παράθυρο ήταν ανοιχτά και η ομίχλη είχε μπει στροβιλίζοντας στο δωμάτιο. Από μέσα της ξεπρόβα­λε εκείνη, λουσμένη στο κρύο και τη σκοτεινιά των παρά­ξενων ωρών μετά τα μεσάνυχτα. Περπάτησε ξυπόλητη στο παγωμένο πάτωμα. Ήταν γυμνή, η αχλή τη στεφάνωνε σαν νυφικό. Ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα μου, με πήρε αγκαλιά. Και το κοριτσίστικο κορμί ήταν ό,τι πιο όμορφο και αυτο­νόητο, το μοναδικό πράγμα που μπορούσε να διώξει το χει­μώνα της παλιάς πόλης.

Μοιραστήκαμε την κουβέρτα, όπως τότε. Έμπλεξα τα δάχτυλά μου στα μαλλιά της, τα κύλησα στο πρόσωπό της. Ήξερα απέξω την κάθε του ιδιομορφία. Τα λεπτά φρύδια, τις μακριές βλεφαρίδες, τα μεγάλα μάτια που διάβαζαν την ψυχή μου. Χάιδεψα τα χείλη που τόσο σπάνια χαμογελού­σαν, τις ψηλές παρειές, το πηγούνι. Το μικρό της στήθος ταίριαξε στη χούφτα μου σαν να είχε ανέκαθεν φτιαχτεί για αυτόν τον σκοπό. Οι θηλές της είχαν γίνει μυτερές από το κρύο. Τις ζέστανα στο στόμα μου, κατηφόρισα στην κοιλιά που αντηχούσε τους αναστεναγμούς της. Μέσα από τα φι­λιά έγινε πέταλα που άνοιξαν, έγινε λουλούδι που άνθισε στο σκοτάδι και η μυρωδιά του ήταν όλα όσα ήξερα και όλα όσα είχα αγαπήσει. Έγινε δική μου και μετά κοιμηθήκαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Ξύπνησα γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ήμουν μό­νος. Ο τόπος που αναστήθηκα, έστω κι αν αυτό ήταν για λίγο, έγινε ξανά το παλιό δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχεί­ου ημιδιαμονής και τίποτα παραπάνω. Ντύθηκα και μάζε­ψα τα πράγματά μου. Στον καθρέφτη του μπάνιου αντίκρι­σα ξανά αυτό το απροσδιόριστο κάτι που χάθηκε πριν ο νυ­σταγμένος νους προλάβει να το καταγράψει. Η αντανά­κλαση ενός γέρου με κοίταξε στα μάτια. Την είχα αγαπήσει όπως αγαπάει ένα παιδί. Τότε που η φωτογραφία στην πα­λιά ταυτότητα ήταν ακόμα πρόσφατη, και ο μόνος τρόπος να αγαπάς ήταν σαν να μη γίνεται να κάνεις αλλιώς. Το πα­ράθυρο και η πόρτα του δωματίου ήταν κλειστά. Κατέβηκα τη γυριστή σκάλα και πλήρωσα τον ξενοδόχο.

Πήρα ξανά τους δρόμους από μνήμης. Απομακρύνθη­κα από το κέντρο. Άρχισα να ανηφορίζω στους λόφους που αγκάλιαζαν τη μικρή πόλη. Περπάτησα σε δρόμους που έγι­ναν πετρόχτιστα μονοπάτια που φιδογύριζαν ανάμεσα στις πιο παλιές συνοικίες. Ανάμεσα στα διατηρητέα κτίρια, ατέ­νισα τη θάλασσα και την ομίχλη να αιωρείται από πάνω της και σαν παλίρροια να κυλάει στη μικρή πόλη και να κατα­πίνει τα χαρακτηριστικά της. Έφτασα στο παλιό σπίτι που θυμόμουν. Η πόρτα του ανοιχτή, βροντούσε στον άνεμο. Σκόνη και σκουπίδια είχαν συσσωρευτεί στα εγκαταλειμ­μένα δωμάτια. Τα παλιά έπιπλα ήταν ξεκοιλιασμένα, τα πε­ριεχόμενά τους χαμένα από καιρό. Ξάπλωσα στο βρεγμέ­νο στρώμα, το διαλυμένο κρεβάτι έτριξε. Μια σανίδα έσπα­σε κάτω από το βάρος μου, αλλά δεν με ένοιαζε. Με ένοιαζε ότι είχα αγαπήσει όπως μόνο ένα παιδί μπορεί και δεν ήξε­ρα να κάνω κάτι άλλο. Τυλίχτηκα με το παλτό μου και κοι­μήθηκα εξαντλημένος.

Όταν ξύπνησα, ένα παχύ πάπλωμα με σκέπαζε. Το δω­μάτιο είχε γίνει πάλι οικείο και όμορφο, καθαρό και ζεστό. Το χάδι στο δέρμα από τις αγαπημένες μου παιδικές πι­τζάμες. Κουκουλώθηκα, κυλίστηκα στα σκεπάσματα, τε­ντώθηκα και χουζούρεψα ευτυχισμένος, μη θέλοντας ακόμα να σηκωθώ για πρωινό. Η πόρτα άνοιξε. Λεπτά βήματα και ένα βάρος που κάθισε στο πλάι. Χέρια μαλακά με ανα­ζήτησαν μέσα από το πάπλωμα και τα τριζάτα σεντόνια. Η μάνα μου με αγκάλιασε και με φίλησε. Μη θέλοντας να μου χαλάσει το χατίρι, έφερε σε ένα δίσκο το πρωινό στο κρεβάτι. Το παιδικό δωμάτιο γέμισε αχνούς και μυρωδιές που ήταν όλα όσα ήξερα και όλα όσα είχα αγαπήσει. Παίξαμε με την καρδιά μας γιατί και εκείνη ήταν τότε ακόμα παιδί και μεγάλωνε μαζί μου.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι μεσημέρι. Περάσαμε τις ώρες και τα χρόνια κουβεντιάζοντας. Έγινα έφηβος πληγωμένος. Υπήρξα φαντάρος, ντύθηκα με το ζόρι την παλαιική στολή που δεν μου ταίριαζε και έσφιγγα τη μάνα μου στην αγκα­λιά μου χαιρετώντας την, παραμερίζοντας τις λευκές τού­φες που φύτρωναν και κατρακυλούσαν στο πρόσωπό της. Επέστρεψα σαν ταξιδιώτης, τυλιγμένος στο παλτό και στη σιωπή μου. Όταν έφτασε το απόγευμα, διαπίστωσα ότι η μητέρα μου είχε φύγει. Μόνος στο άδειο σπίτι, κοίταξα από το μπαλκόνι τον ερχομό της νύχτας. Μερικά αγόρια και κο­ρίτσια, ντυμένα στα μαύρα, προσπέρασαν το σπίτι παρα­πατώντας και χάθηκαν ανάμεσα στα πέτρινα στενά. Η ομί­χλη είχε απορροφήσει ολοσχερώς τη μικρή πόλη και σκαρ­φάλωνε στους λόφους. Έπνιξε τη φλυαρία των παιδιών και όλοι οι ήχοι έσβησαν στη σιγαλιά της.

Βγήκα από το σπίτι. Στον σπασμένο καθρέφτη, η τελευ­ταία αντανάκλαση ανήκε σε κάτι το απροσδιόριστο που χά­θηκε και αυτό. Άφησα πίσω μου το σπίτι και την πόρτα που βροντούσε στον άνεμο. Τον δρόμο των παιδιών τον πήρα από την αντίθετη κατεύθυνση. Σκαρφάλωσα ένα αρχαίο μονοπάτι. Συνάντησα μαύρα κάγκελα που περιστοίχιζαν μια έκταση από νοτισμένο χώμα. Πέρασα την καγκελόπορ­τα και ακολούθησα το στενό πέρασμα, ανάμεσα σε τάφους και λουλούδια που τρέφονταν από τη σάρκα των νεκρών, κρήνες στερεμένες, μαρμάρινους σταυρούς και μαυρισμένα οστεοφυλάκια με θολά τζάμια. Έφτασα στον τάφο της μη­τέρας μου. Ένας ιερέας μουρμούριζε βιαστικά τα λόγια της νεκρώσιμης ακολουθίας, απλώς για να τελειώσει γρήγορα και να φύγει. Μάζεψε τα πράγματά του, έκανε τον σταυρό του. Έκανε να μου δώσει το χέρι και στην πορεία το μετά­νιωσε. Το έκρυψε μέσα στις πτυχές του ράσου που μαστίγω­ναν τον κρύο αέρα. Με κοίταξε αμήχανος, σχεδόν φοβισμέ­νος. «Αιωνία η μνήμη» ψιθύρισε και έφυγε σαν κυνηγημέ­νος. Έγινε μια μαύρη φιγούρα που έσβησε.

Μουσική απλώθηκε από ένα παιδικό όργανο. Γήτευσε την ομίχλη, έγινε ανάμνηση και νοσταλγία. Ο παλιάτσος ξεπρόβαλε σκυφτός. Στάθηκε για μια στιγμή στον τάφο. Έβγαλε το ψεύτικο λουλούδι από το πέτο, ίσιωσε όπως όπως τον τσακισμένο μίσχο του και το ακούμπησε στο φρέ­σκο χώμα προσεχτικά, σαν να φοβόταν μήπως ξυπνήσει τη νεκρή. Τι ένιωθε και τι σκεφτόταν ήταν άγνωστο, κλειδω­μένο πίσω από το μακιγιάζ και τα μαύρα δάκρυα που γυά­λισαν και κύλησαν. Στην έκφρασή του αντίκρισα αυτό το απροσδιόριστο κάτι που βλέπω για ένα παραμικρό κλάσμα στον καθρέφτη. «Ποιός είναι πιο πεθαμένος, μικρέ φασου­λή, εσύ ή εκείνη;» Δεν περίμενε απάντηση στην ερώτησή του και ούτε είχα να του προσφέρω καμιά. Η ομίχλη άνοι­ξε και τον κατάπιε. Ουρές από σερπαντίνες και πολύχρωμος χαρτοπόλεμος από ένα πάρτι που τέλειωσε τον ακολούθη­σαν, κόλλησαν στα ρούχα και τυλίχτηκαν γύρω από τα πα­πούτσια του.

Έψαξα για όνομα στο μνήμα και δεν βρήκα. Πήρα το ψεύ­τικο λουλούδι και πάνω στο σκαμμένο χώμα χάραξα με το μί­σχο του τρεις κύκλους. Έναν για τη μάνα μου, έναν για εκεί­νη και έναν τελευταίο για μένα. Κατηφόρισα στη μικρή πόλη. Είχε εν τω μεταξύ βραδιάσει. Πέταξα τα πράγματά μου, την τσάντα με το ρολόι και το ημερολόγιό μου. Έφτασα στο νυ­σταγμένο ξενυχτάδικο της κεντρικής πλατείας. Χωρίς πλέ­ον να χρειάζομαι χρήματα, παράγγειλα έναν καφέ και τύλι­ξα την κούπα με τα χέρια μου για να τα ζεστάνω, όπως τότε.

Μικρή πόλη

του Γιώργου Λαγκώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo