Κατέβηκα τα μαρμάρινα σκαλιά του υπογείου εισερχόμενος στην παραμελημένη σάλα, απέναντι το παλιό ρολόι στον τοίχο έδειχνε δέκα ακριβώς, απέμεναν δύο ώρες μέχρι ο λεπτοδείκτης να συντονιστεί με τον ωροδείκτη σηματοδοτώντας την έναρξη του καινούργιου χρόνου. Τότε ένας κούκος ντυμένος άγιος Βασίλης θα ξεπεταγόταν από το πορτάκι κράζοντας κακόφωνα και καλύπτοντας τη βραχνή φωνή του Chet Baker. Όχι πως ο χρόνος είχε καμιά ιδιαίτερη σημασία εκεί μέσα, οι λιγοστοί θαμώνες έπιναν σαν να μην υπήρχε αύριο και η κάθε μέρα ήταν ίδια με την προηγούμενη.

Προχώρησα στην άκρη της μπάρας και έπιασα το σκαμπό μου, ήμασταν τόσοι λίγοι οι πελάτες σε ετούτο το ξεχασμένο χάνι που ο καθένας είχε τη θέση του ρεζερβέ. Παραδίπλα μου καθόταν ο Γκορμπατσόφ, δεν γνώριζα το πραγματικό του όνομα, ούτε και εκείνος το δικό μου, όλοι μας κυκλοφορούσαμε με ψευδώνυμα επινοημένα από τη φαλακρή τραγουδίστρια που εκείνη τη στιγμή έβγαζε τη μπύρα από το ψυγείο για να την ακουμπήσει μπροστά μου. Ένεψα στην υγεία του και εκείνος ανταπέδωσε σηκώνοντας το ουισκοπότηρο του.

«Επιτρέπετε να σας μιλήσω για λίγο;»

Με ρώτησε.

«Παρακαλώ».

Του έδωσα την άδεια.

«Εγώ που με βλέπετε είμαι πενήντα δύο»

Πήρε θάρρος σκύβοντας προς το μέρος μου

«Έρχομαι εδώ από τριάντα χρονών παλικάρι. Προσπαθώ να κάθομαι όση περισσότερη ώρα γίνεται, δεν μου αρέσει να βλέπω την πόλη, αλλά πολύ περισσότερο τους ανθρώπους της. Θέλω να πω ότι όταν η πόλη είναι άδεια δεν έχω πρόβλημα να κυκλοφορήσω, το δεκαπενταύγουστο για παράδειγμα είναι ίσως η μόνη μέρα που δεν έρχομαι εδώ και βγαίνω έξω. Κάποιοι με θεωρούν ιδιόρρυθμο, για να μην πω προβληματικό, στις μέρες μας εκείνοι που δεν έχουν ένα ταίρι ή κάποιο συγγενή να μεταδίδουν τα απωθημένα και τις νευρώσεις τους θεωρούνται προβληματικοί βλέπετε. Τσιγάρο;»

«Έχω τα δικά μου»

«Γνωρίζετε φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι απόψε θα στρωθούν γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι παριστάνοντας τους ευτυχισμένους. Θα ανταλλάξουν ψεύτικα κοπλιμέντα κρατώντας τα μαχαίρια πισθάγκωνα. Η ελληνική οικογένεια είναι το ασχημότερο πράγμα που έχω δει, είναι το τελευταίο μέρος που κρύβεται ο απόλυτος βλάκας. Διαφωνείτε;»

«Δεν έχω λόγο»

«Σωστά, αλλιώς δεν θα βρισκόσασταν εδώ. Θα ήσασταν με τους…οικείους σας, ή με τους φίλους σας ή σε ένα οποιοδήποτε περιβάλλον, τέλος πάντων, που θα οφείλατε να διατηρήσετε τα προσχήματα. Τα προσχήματα είναι ο μεγαλύτερος καρκίνος του σύγχρονου πολιτισμού μας. Είναι η βαλβίδα που κρατάει τη χύτρα ταχύτητας σφραγισμένη. Γνωρίζεται πόση κακία υπάρχει εκεί έξω καμουφλαρισμένη πίσω από αψεγάδιαστα χαμόγελα και ξύλινες αγκαλιές;»

«Είμαι σίγουρος»

«Σωστά, αλλιώς, επαναλαμβάνω, δεν θα βρισκόσασταν εδώ. Εγώ ξέρετε αν είχα όλα τα πλούτη του κόσμου θα πήγαινα και θα αγόραζα ένα από εκείνα τα υπόγεια καταφύγια που είχαν κατασκευάσει οι δικτάτορες των πρώην ανατολικών χωρών για να προσφύγουν σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου. Εκείνο του Τίτο ή ίσως του Χόνεκερ. Πρόκειται για πραγματικά παλάτια με όλα τα κομφόρ. Τώρα βέβαια, αρκούμαι σε αυτό το ταπεινό καπηλειό, αλλά δεν έχω παράπονο. Ας πιούμε λοιπόν»

«Ας πιούμε»

 

Σήκωσα το μπουκάλι και κατέβασα δύο γουλιές απ’το στόμιο. Απέμενε λιγότερο από μια ώρα για την έλευση του καινούργιου χρόνου, όχι ότι είχε ιδιαίτερη σημασία. Μόνο ο άνθρωπος από όλα τα είδη του ζωικού βασιλείου είχε την ανάγκη να επινοεί γιορτές και επετείους. Μικρές, ανούσιες ιεροτελεστίες για να διασκεδάζει μια ρουτίνα που τα υπόλοιπα ζώα τη θεωρούσαν αυτονόητη. Γύρισα ξανά προς το συνομιλητή μου αντικρίζοντας το άδειο σκαμπό του. Η φαλακρή τραγουδίστρια με κοίταξε συνωμοτικά σχηματίζοντας ένα στραβό, συγκρατημένο χαμόγελο καθώς στέγνωνε με την πετσέτα ένα άδειο ποτήρι.

«Έφυγε»

Μου είπε.

«Η μητέρα του είναι κατάκοιτη τα τελευταία τριάντα χρόνια. Κάθε βράδυ φεύγει την ίδια ώρα για να την  ταΐσει και να την βάλει να κοιμηθεί. Δεν έχει άλλον άνθρωπο στον κόσμο. Εσείς, αν επιτρέπετε, δεν έχετε κάποιους να περάσετε αυτή την ιδιαίτερη μέρα;»

«Όχι, αλλά και να είχα δεν νομίζω ότι θα ήθελα να ήμουνα ανάμεσα τους»

Του απάντησα.

«Σωστά, αλλιώς δεν θα βρισκόσασταν εδώ»…

Μια πρωτοχρονιάτικη ιστορία

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo