Ήταν κοντά στα μέσα της δεκαετίας του 80. Τότε ήμουν δέκα χρονών, παχουλός, με πεταχτά αφτιά. Την επόμενη χρονιά θα πήγαινα στην τελευταία τάξη του δημοτικού και όλα ήταν τέλεια. Ο κόσμος χαμογελούσε, πραγματικά όχι ψεύτικα, η γειτονιά δεν είχε μετατραπεί ακόμη σε μια κυψέλη με multicultural μέλισσες και ο Αντρέας βάδιζε στη δεύτερη τετραετία της αλλαγής, μιας αλλαγής η οποία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο θείος Σαμ μεταμφιεσμένος σε μια έκπαγλου καλλονής τριαντάρα.

Τα καλοκαίρια, κάθε μεσημέρι στις τέσσερις, η ομάδα είχε συγκέντρωση. Παίρναμε τα ποδήλατα και κατεβαίναμε στην κάτω γειτονιά. Εκεί μας περίμεναν τα φυντάνια της Πειραϊκής, έτοιμα για την πατροπαράδοτη ποδοσφαιρική μάχη. Στην καυτή άσφαλτο πέφτανε κορμιά με έπαθλο μια νίκη που την επόμενη ημέρα θα είχε ξεχαστεί. Κάθε νέο παιχνίδι, μια ακόμη ήττα στο παθητικό μας. Οι άλλοι ήταν καλύτεροι από εμάς και φρόντιζαν να το αποδεικνύουν κάθε φορά, φιλοδωρώντας μας με ταρίφα δέκα «τεμαχίων». Τότε εμείς μαζεύαμε τις πεθαμένες μας ελπίδες, τα ματωμένα γόνατα και τα σχισμένα ρούχα μας και γυρίζαμε με κατεβασμένα κεφάλια στη βάση μας.

 

Εκεί μας περίμεναν τα κορίτσια. Όλοι είχαμε την ανεπίσημη ερωμένη μας. Ο «μαϊμούς» με τη Λία, ο «Ντασάεφ» με τη Μαρίνα, ο «Βούρτσης» με την Ξανθή, ο Πρέκας με τη Γωγώ και εγώ με τη Νάντια! Η Νάντια: Ένα κορίτσι με ίσια καστανά μαλλιά, μελιά μάτια και ένα πρόσωπο με τέλειες, τουλάχιστον έτσι το έβλεπα εγώ, αναλογίες, γαλλική μυτούλα και σώμα που παρέπεμπε σε αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής.  

Για να βρισκόμαστε δίπλα τους έχοντας μια καλή δικαιολογία παίζαμε μαζί τους όλα αυτά τα παιχνίδια που κάτω από διαφορετικές συνθήκες ούτε καν θα γνωρίζαμε την ύπαρξή τους. Κρυφτό, λάστιχο, αμπάριζα, κουτσό, μακριά γαϊδούρα.

Το πάθος μας ήταν το ποδόσφαιρο, αλλά αυτά τα μυστηριακά, διαφορετικά πλάσματα μάς έλκυαν σαν μαγνήτες. Προσέγγιση διά της μεθόδου «παίζειν». Το καλύτερό μου -υποθέτω και των υπολοίπων- ήταν η μακριά γαϊδούρα.

Το παιχνίδι άρχιζε και όλως τυχαίως αγγίζαμε τα κορίτσια στα σημεία που ονομάζονταν από τους γονείς «απαγορευμένες ζώνες». Έχω την εντύπωση πως και αυτές ένιωθαν κάτι αντίστοιχο. Αυτή η αίσθηση πραγματοποίησης του απαγορευμένου ήταν κάτι που έκανε ακόμη πιο ερεθιστική τη διαδικασία. Πάνω σε ένα τέτοιο παιχνίδι, θυμάμαι, είχα το πρώτο μου ερωτικό ξύπνημα. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που μου είχε συμβεί: Ένα κύμα ρίγους -κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα- είχε διαπεράσει το κορμί μου και ήταν απλά τέλεια. Βέβαια δεν γνώριζα αν αυτή η ευχαρίστηση ήταν ταυτόχρονα και επικίνδυνη. Φρόντισα λοιπόν να ενημερωθώ από τον Βαγγέλη - τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός μας. Στο άκουσμα της ερώτησής μου, εκείνος, μειδίασε και χτυπώντας με φιλικά -και κάπως ερωτικά θα έλεγα- στον ώμο, με καθησύχασε γεμάτος γλυκύτητα και καλοσύνη στα λόγια του. Χρόνια αργότερα έμαθα πως ο Βαγγέλης ήταν κολομπαράς,· αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Από εκείνη την ημέρα που παρουσιάστηκε το «φαινόμενο», όποτε ακούμπαγα τη Νάντια κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, είχα στύσεις, που μέρα με την μέρα γίνονταν όλο και πιο δυνατές. Μερικές φορές νόμιζα ότι αυτό το φούσκωμα θα έσχιζε το μπλε σορτς με το σιδερωμένη στάμπα του Εθνικού Πειραιώς .

Η Νάντια, όταν έβλεπε τα ερυθρά μάγουλά μου και το βουναλάκι που σχηματιζόταν ανάμεσα στα σκέλια μου, χασκογελούσε και έριχνε κρυφές ματιές,· εκεί, κάτω χαμηλά. Ίσως και να ήξερε, ίσως και όχι. Αν δεν είχε φύγει από τη γειτονιά μας στο τέλος της πρώτης γυμνασίου, σίγουρα θα τη ρώταγα αν πραγματικά γνώριζε.

Λίγο πριν βραδιάσει, οι μανάδες έβγαιναν στα μπαλκόνια των σπιτιών και φώναζαν τα παιδιά. Στην τρίτη ή τέταρτη προσπάθειά τους, τα κορίτσια αρχικά, ανέβαιναν σπίτια τους.

Στις εννιά, είχαμε μείνει μόνο οι κοπρίτες, δηλαδή η αρχική ομάδα των «τέσσερις». Στήναμε πρόχειρο μονότερμα και παίζαμε μέχρι οι πατεράδες μας, γυρνώντας από το καφενείο, να μας μαζέψουν από τον δρόμο με φάπες και κατάρες.

Στο σπίτι μου -και στων υπολοίπων υποθέτω- δινόταν καθημερινά η μάχη του μπάνιου. Εγώ δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να κάνω μπάνιο, αλλά μόλις η μητέρα μου μού έλεγε «τα κορίτσια δεν θέλουν τους βρομιάρηδες» σχεδόν βούταγα στη μπανιέρα μου. Εγώ, παρέα με το πειρατικό καράβι των playmobil, κάνοντας όνειρα ζωής για τη Νάντια. Θα την παντρευόμουν -έλεγε το παραμύθι μου- και θα κάναμε τέσσερα παιδιά.

Με τη σκέψη της με έπαιρνε ο ύπνος. Ευτυχώς, τότε, υπήρχε η επόμενη μέρα για να ξαναδώ την αγαπημένη μου.

Μια καλοκαιρινή μέρα του 80

του Άγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo