Ένας σεισμός εντός του έσειε το χέρι του κι απ’ το πινέλο πέφτανε κόκκινες οι στάλες στο πάτωμα. Με πόσο πάθος έψαχνε, χρόνια και χρόνια, το Θέμα που θα γεννούσε το Αριστούργημα! Κάθε του έργο ώς τώρα, παρά τους επαίνους και τη φήμη που του χάριζε, δεν ήταν παρά σπουδή. Βέβαια οι παλιοί τον είχαν προειδοποιήσει: η εξέλιξη, η όποια εξέλιξη, είναι αέναη· στη δημιουργία το επόμενο βήμα πρέπει πάντα να υπάρχει μπροστά, όπως και στη ζωή η επόμενη μέρα. Αυτός όμως επέμενε: η τέχνη, όπως και ο έρωτας, είναι κλιμάκωση και κορυφή· το επόμενο βήμα είναι μονάχα η πτώση. Έτσι, το κάθε σώμα, το κάθε λουλούδι δεν ήταν γι’ αυτόν τίποτε άλλο παρά ένα ακόμη γυμνό, μια ακόμη νεκρά φύση πιο κοντά στο Αριστούργημα.

Κι ύστερα από χρόνια μόχθου, που του ‘χαν πια πάρει την πρώτη φρεσκάδα, το μόνο που ποθούσε ήταν το Θέμα· μέχρι που εισέβαλε στο δωμάτιό του απρόσκλητα: σοφία ετών τριαντατριών, μαλλιά και γένια πυρρά, δάχτυλα μακριά και λεπτά· μες απ’ το κάτοπτρο τον κοίταζε, του ζητούσε να το σώσει απ’ το εύθραυστο γυαλί μεταφέροντάς το στην ασφάλεια του καμβά.

Οι μέρες περνούσαν, δούλευε πολύ, έτρωγε και κοιμόταν ελάχιστα. Το κάτοπτρο, όσο ο χρόνος περνούσε, τον βοηθούσε όλο και λιγότερο, καθώς η αρχική ευγενική μορφή με το στιλπνό δέρμα ολοένα και ξέφτιζε, με ίχνη μαύρων κύκλων στα μάτια, αξυρισιάς στο λαιμό και χλομάδας στα μάγουλα και το μέτωπο· το κράτησε αρχικά σαν μια απλή υπενθύμιση ή προσχέδιο της αρχικής μορφής, μέχρι που, όταν πια η αλλοίωση είχε προχωρήσει, έσπασε το γυαλί στο πάτωμα: δεν το χρειαζόταν πλέον, ζωγράφιζε από μνήμης.

Κείνο το διάστημα δεν υπήρχε γι’ αυτόν ούτε το κηροπήγιο με τα λειωμένα κεριά, ούτε το πιάτο με το μουχλιασμένο ψωμί, ούτε η σκονισμένη βιβλιοθήκη με τους δερματόδετους τόμους· δεν υπήρχαν καν παράθυρα και πόρτες, δίοδοι στον κόσμο. Υπήρχαν μόνο τα χρώματα της παλέτας και το αναλόγιο με τον καμβά· ώς και τα δάχτυλά του είχαν γίνει ένα με το πινέλο. Κι όπως δεν έμπαινε φωνή στο εργαστήριο να τον αποσπάσει απ’ τη δουλειά, ούτε και φωνή έβγαινε απ’ αυτό· για μέρες, βδομάδες, μήνες· κι ύστερα, χρόνια.

Για να μπουν μέσα, σπάσανε την πόρτα. Μια ανυπόφορη αίσθηση μούχλας και κλεισούρας τούς εμπόδισε για λίγο να προχωρήσουν, μετά όμως, παίρνοντας βαθιά ανάσα, εισέβαλαν. Βρήκαν πάνω στη σαρακοφαγωμένη καρέκλα σκόρπια κόκαλα, μυρμήγκια και μια αράχνη να πλέκει τον ιστό της· αυτός τούς κοιτούσε πια μέσα απ’ τον καμβά με μάτια αυστηρά και γαλήνια. Στα πληγιασμένα του χέρια κρατούσε ροζάριο και στα μαλλιά φορούσε στέμμα μ’ αγκάθια.

Μετάβαση

του Αργύρη Κόσκορου

© 2019 by Achilleas and Camilo