© 2019 by Achilleas and Camilo

Μετά την καταστροφή το χώμα ήταν νοτισμένο από βρόχινο νερό και αίμα. Τα συντρίμμια της πόλης έκαναν την ασχήμια της περισσότερο υποφερτή, ίσως γιατί στη θέα τους σιγόβραζε η προσδοκία μιας λαμπρής ανοικοδόμησης που θα έσβηνε κάθε ίχνος του παρελθόντος της, ακόμα και αν οι περισσότεροι γνώριζαν ότι οι κάτοικοι της, εθισμένοι στην ασχήμια καθώς ήταν, θα την ξανάχτιζαν όπως την γνώριζαν, για να κρατήσουν τις μνήμες τους ζωντανές από ζωές αδικαιολόγητες και πετσοκομμένες. Μια παρέα από πιτσιρικάδες παράμερα ράπαρε με ρίμες ζόρικες και καριόλικες. Ό,τι είχε αφήσει πίσω του το πέρασμα του πολιτισμού ήταν ανορθογραφίες απόγνωσης πάνω σε καπνισμένους από  το καυσαέριο τοίχους, ασεξουαλικές φοιτήτριες που αναζητούσαν την ταυτότητα τους σε υπονόμους με έντονους, υποσχόμενους φωτισμούς και ποτά μπόμπες. Ανθυγιεινοί ποιητές με το μυαλό στο μουνί και την έπαρση που κάλυπταν την ανεπάρκεια τους με δημόσιες σχέσεις και αναφορές στον ντανταισμό και το κίνημα των Μπίτνικς. Έβγαζαν κάτι μαγικό τα γκρεμίδια αυτής της πόλης εντούτοις, έστω και αν δεν έφεραν την αυθεντικότητα της Βηρυτού, ακόμα και αν η μόνη δικαιολογία της ύπαρξης τους ήταν απλά μια ιστορική αναγκαιότητα που επέβαλλε την ισοπέδωση της. Γύρω από βαρέλια που ξεπρόβαλαν οι φλόγες, άνθρωποι κάθε ηλικίας χόρευαν άρρυθμα γιορτάζοντας την περίσταση, χαιρέτιζαν την κατάλυση μιας δημοκρατίας άρρωστης και αντιαισθητικής, απαλλαγμένοι από τους θεσμικούς περιορισμούς και τις καταπιεστικές συμβάσεις. Μπορούσαν επιτέλους να καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλον μένοντας ατιμώρητοι, στήνοντας στο Σύνταγμα ικριώματα για μαυραγορίτες ελπίδας και ενοχλητικούς προφήτες. Κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στη γοητεία της περίστασης, τη σπορά από τα μαύρα άνθη που σύντομα θα έβγαζαν καρπούς δηλητηριώδεις και ακαταμάχητους. Οι μελλοθάνατοι, χωρίς να το γνωρίζουν, ένιωθαν πιο άτρωτοι από ποτέ...

Μετά την καταστροφή

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου