Στόχοι αλάνθαστοι,

Χίλια τεχνάσματα,

Και μια ανθισμένη μουσελίνα,

Τίποτε δεν σημαίνουν

Κατερίνα.

Και αν έχεις μέση

Σφιχτή

Σε κορσάζ από

Σκούρο, λεπτό ύφασμα,

Είναι η φωνή σου που

Με ταράζει

Και τα σκληρά σου

λετρασέτ

 

 

[…Αργά τις νύχτες, ντύνεται γκόμενα συννεφένια των ποιημάτων. Και έτσι, ολόκληρη από στρας και μοναξιά, βαδίζει με ήχο και πείσμα ως την αφετηρία των λεωφορείων. Κάνει έρωτα με όποιον της καπνίσει, δεκάρα δεν δίνει η Κατερίνα για τα κουρασμένα φώτα που πλησιάζουν και φωνάζουν, τελευταίο δρομολόγιο Κατερίνα, βιάσου. Ανάμεσα στον κόσμο νιώθει αφοσίωση και έπειτα πάλι μοναξιές , σκουπίδια καρναβαλιών και μια ανίκητη αίσθηση αφανισμένου μεσημεριού. Η Κατερίνα τρυπώνει στα ανοιχτά τα καφενεία, σαν άνεμος τρυπώνει, πίνει ένα ούζο βιαστικά, κερασμένο από όλους μας Κατερίνα. Και έπειτα στα βιαστικά μια παρτίδα πόκα, τα διπλά από όσα είναι κάτω στο τραπέζι, Κατερίνα κάπως έτσι θα σκοτωθείς κάποια φορά. Και όμως δίχως τίποτε η Κατερίνα νιώθει καλύτερα, φτιάχνει τα φουστάνια της, πεζοδρομεί τις λεωφόρους και τις νύχτες,  δίνει μία και λύνει τον χρόνο από την ψυχή της. Εκείνος φτερουγίζει μες στις χαράδρες και χάνεται. Μπράβο Κατερίνα, μπράβο κυρίως για το θάρρος σου.

Οι φίλοι της στοιβάζονται στα λεωφορεία του Κόκκινου Μύλου φορώντας γουόκ μαν και γυαλιστερές αρβύλες, κατάμαυρα ρούχα, φτερά κατάμαυρα, σαν άγγελοι Κατερίνα. Τι και αν κάποτε η ίδια υπήρξε κάτι σαν το ηλιοβασίλεμα του Μονέ, τι και αν ξοδεύεται κάθε βράδυ σε ανεπίσημα στιγμιότυπα, σκληρό σεξ και μυρωδιά των δρόμων. Κλαρίνα, αγρίμια, μια τέτοια ώρα Κατερίνα στην Καλκούτα βιάζουν ένα μικρό κορίτσι. Έτσι για το κέφι τους και οι κόκκινες γκόμενες δίνουν μια και σουλατσάρουν στις πίστες, παραγγέλνοντας ουίσκυ και επαναστάσεις,  στοιβάζονται μες στις κλούβες, τρώνε ισόβια και φορούν την βιολετί σκιά μιας πρόστυχης πλατείας.

 Όλα τα βρίσκει τακτοποιημένα η Κατερίνα και άμα της κάνει κέφι κατεβάζει βιτρίνες, στέκει και μελετά τα εξώφυλλα των βιβλίων, ξεχνά την γλώσσα των ανθρώπων και αλυχτά μες στον έρημο σταθμό της Βικτώριας που συνιστά ένα γνήσιο χρονικό αθηναϊκής λαογραφίας. Χαράματα, παίρνει τον δρόμο της επιστροφής, κατά μήκος του ποταμού, κλεισμένα σπίτια και γρήγορες μοτοσικλέτες και μυρωδιά ουρητηρίων, σκίτσα μεσοπολεμικά, μάσκες αερίων και τα ρέστα. Η Κατερίνα το ξέρει πως η πόλη κατά βάθος δεν αλλάζει και ζει ιδρωμένη μες στις στοές και τις λαϊκές τις αγορές, σφάζει ερίφια αφήνοντας κραυγές σαρκοφάγες, εποπτεύει τα κειμήλια, σπάζει τα φώτα και σκεπάζει σκοτάδι την Αθήνα. Άμα συναντά κορίτσια δεκαπεντάχρονα στέκει και ακούει που μιλούν όλα μαζί σαν άστρα, έπειτα τους χαρίζει τις μπογιές της, βρίζει τα λατινικά της εκκλησίας, φτύνει κατάμουτρα τα αρχιτεκτονικά φιγουρίνια, παίρνει το λεωφορείο της επιστροφής, έχοντας παράφορα ερωτευτεί ετοιμόρροπους νεαρούς με πειθήνιο βλέμμα και διαχρονική εφηβεία, κάτι σαν μήνες ζωγραφισμένους, τσαρουχικούς. Θαυμάζει τα κάτοπτρα και όσους κοιμούνται με σκεπασμένα βλέφαρα, θαυμάζει ακόμη τις πεταλούδες που μαλακώνουν και πεθαίνουν, στέκει και προσεύχεται δυο χιλιάδες χρόνια στους κήπους της Γεσθημανής. Και άμα η ορχήστρα πάρει φωτιά μωρέ και αρχίζουν τα μακρόσυρτα κλαρίνα, θυμάται διάφανη την ζωή της και όλο αναρωτιέται και όλο ρωτά εκείνον που μισοκοιμάται πλάι της, κατάκοπο από την εμπειρία που κάνει θηρίο την ύπαρξή του, πώς φέραμε την ζωή μας ως εδώ, φίλε. Μα δεν παίρνει απόκριση, όλο  και περισσότερο θυμίζεις απαλή αστραπή Κατερίνα. Και εδώ δεν έχεις θέση, ετούτο το πράγμα δεν είναι αληθινό, μονάχα ένα κατώφλι αβέβαιο και ασταθές.

Τσιγάρο Κατερίνα; Ανάβεις και χάνεσαι μες στην δυστυχία των ανθολογιών. Κανείς δεν υποψιάζεται πως σαν την Κατερίνα, μπορεί ο καθένας μας να ανοίξει ένα παράθυρο, πως τώρα που τα πράγματα ξεκαθαρίζουν  είναι αλήθεια Κατερίνα, πως τώρα μπορείς να δώσεις μια χαρίζοντας ένα τέλος σε αυτό το λαθρεμπόριο των λουλουδιών που μαίνεται εκεί έξω, Κατερίνα…]

Η Κατερίνα Γώγου δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο. Ετούτη η Ελλάς, με το φτιασιδωμένο πρόσωπο και τα παιχνίδια των εκατομμυρίων δεν συνιστά κλίμα εύκρατο για αυτήν. Έτσι λοιπόν είπαν, κλείστε την στις ανθολογίες, σφραγίστε τα βιβλία και πετάξτε τα βορά μες στις αίθουσες των εκπαιδευτηρίων. Είπαν, κλείστε της το στόμα, σκοτώστε την δυο και τρεις και χιλιάδες φορές. Φτιάξτε ένα περίφημο συντριβάνι στην καρδιά αυτής της πόλης και αφήστε να ξεπλυθούν οι αμαρτίες της. Και μια έδρα στις ακαδημίες όλου του κόσμου.  Η Κατερίνα συχνάζει σε μαγαζιά που έκλεισαν, τα ποιήματά της ανήκουν σε μια φύση που αγαπά να κρύβεται πίσω από ακάλυπτους χώρους και εφιαλτικές ζωές. Αργότερα, θα φτιάξουν ένα βραβείο στο όνομά της και θα θεσπίσουν μερικά χιλιάρικα για τους καλύτερους στίχους. Μαζί της  θα πνίξουν ένα σωρό κραυγές και το αθώο παράπονο όσων ζουν τις νύχτες, την ώρα που εμείς κρατιόμαστε από τους γάμους και ονειρευόμαστε τα παιδιά μας με κεφάλια Μινώταυρων, καλά και σίγουρα αρπακτικά.

Η Κατερίνα διακονεί μια άλλη ιστορία, χτυπά με σφυριά και κάνει κομμάτια τις μπιζουτιέρες της μεσαίας τάξης, πίνει ασβέστη και σιωπή σε εκείνους τους αργούς δρόμους των δυτικών προαστίων. Η Κατερίνα δεν έχει καμιά δουλειά με τούτο το φιάσκο. Βγαίνει από το μνήμα της, όπως ο Κωνσταντής του δημοτικού στίχου, τραντάζει με αλυσίδες το σκοτάδι, ανάβει ένα τσιγάρο και γράφει ποιήματα την ώρα που δεν κοιτάζουμε. Βρίζει τους εκδότες και αγκαλιάζει τα μωρά με τα ολοκέντητα χέρια εκεί έξω. Σφίγγει τα χέρια της πουτάνας που μες στο σκοτάδι και τις υγρασίες παλεύει για να ζήσει και να μην αρρωστήσει από έρωτα. Φροντίζει με σύνεση παράξενη τα τραύματά της και τα αφήνει κρεμασμένα κουρέλια πάνω στο φωτισμένο νέον της διαφήμισης. Δεν λέω πως δεν ζηλεύει τα όμορφα κορίτσια που έχουν την ζωή όλη μπροστά τους, μα την κρίσιμη ώρα, λίγο πριν τους έρωτες, φορά τα ξυλοπάππουτσά της και χάνεται, αφήνοντας διαρκείς αιχμές για τις κεντρικές επιτροπές, τους θυρεούς, τις επαναλήψεις. Παίζει όλες τις τραγωδίες με τα δικά της μέτρα. Την λένε Αντιγόνη, με όλη την δύναμη του κόσμου, φίλε. Και με το δροσερό της μέτωπο και με το χρονικό της που δεν γνωρίζει ερμηνείες και λησμονιά, ξαναγράφει τα ποιήματά της, κρατώντας για τον εαυτό της τον ρόλο του κομπάρσου μες στην περίφημη, αττική μας κωμωδία.

 Η Κατερίνα Γώγου πεθαίνει αργά εδώ και δεκαετίες, πνιγμένη στο ποτό και την αξεδιάλυτη σκόνη. Αργά λέω, αποκτώντας κάθε τόσο την συνείδηση μιας φωτογραφίας. Να την εδώ, φθαρμένη, ένας γενναίος συναγερμός που δεν μας αξίζει. Προβάρει κατάμαυρα νυφικά φορέματα, μπλέκει μες στα πεντάγραμμα της βιογραφίας μας, χάνεται και πάλι κερδίζει το σήμα της με την αξία και την δύναμη εκείνου που θυμάται και θέλει με απόγνωση. Παίρνει τον δρόμο, δρόμο τον δρόμο, φορά το πρόσωπο του Σολωμού και δεν δοκιμάζει να μαλακώσει καμιά θλίψη. Για αυτό την κρατούν κλεισμένη μες στις ανθολογίες, θεσπίζοντας ένα βραβείο και μερικά χιλιάρικα. Μωρέ, τι νομίζετε, η Κατερίνα δεν είναι άλλο από μια μεγαλειότητα, σκελετός πράγματος απίθανου, εξασθένηση, το αντίθετο ρεύμα της Πατησίων που χάνει την φόρμα της πίσω από την νύχτα. Η Κατερίνα Γώγου φτιάχνει ποιήματα για την φρίκη, όχι για την κραυγή. Πίνει avant orange, ονειρεύεται πως κατοικεί την Σαϊγκόν και πως πεθαίνει στην δουλειά, όλη μέρα, βιάσου Κατερίνα, εμπρός Κατερίνα. Η ίδια τίποτε δεν λέει, τίποτε δεν αρνείται από όλα αυτά. Όλη της η ιδιοφυία, όλη της η ηδονή δεν είναι συνθήματα γραμμένα στα γεννητικά της όργανα. Είναι στο πρόσωπό της, σε εκείνα τα μάτια στο βάθος της λογοκρισίας.

Απόψε σε χρειάζομαι Κατερίνα, περισσότερο από ποτέ.  Δεν γυρεύω ελεημοσύνες. Οι φίλοι και εγώ, σκουπίδια της ιστορίας, πίνουμε μολύβι και βαθιά διατηρούμε την πεποίθηση πως στο βάθος αυτής της τρομερής εποχής, μας προσμένει μια ιδέα ομορφιά. Μα δεν είναι έτσι. Όλα είναι τσίγκινα Κατερίνα και πουλιούνται στο Σχιστό τις Κυριακές. Φεγγάρια, γρήγορα αυτοκίνητα, μια νεφέλη που από τύχη σώθηκε, το δειλό ρίγος που δεν μας ξεχνά και το είπαμε όνειρο.

Άμα φοβάμαι, να με αφήνεις να κάτσω μια στάλα πλάι σου. Και αν το ζητήσω, να μου δώσεις από το τσιγάρο σου γιατί η ζωή μου Κατερίνα δεν είναι άλλο από μπερδεμένα ωροσκόπια και την μισθωτή εργασία που με σκοτώνει, με σκοτώνει Κατερίνα. Δεν είσαι η τέχνη που θα μας σώσει Κατερίνα. Είσαι το δάχτυλο που μας δείχνει μες στην κατάμεστη των πτωχεύσεων την αίθουσα.

Με το πρόσωπο του Σολωμού

Κατερίνα Γώγου

Του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo