© 2019 by Achilleas and Camilo

Τα βιβλία δεν είναι όπλα.
Δεν μπορείς να αγγίξεις, μία υποτιθέμενη σκανδάλη κρυμμένη στο εξώφυλλο τους, να στρέψεις το σελιδοδείκτη προς τον εχθρό σου, και να του αφαιρέσεις τη ζωή, με μία μόνο λογοτεχνική βολή.
Δεν μπορείς να γεμίσεις τη φαρέτρα σου με βιβλία πρόθυμα να τεντώσουν το τόξο σου.
Ούτε να τα ακονίσεις, να τα γυαλίσεις και να τα περάσεις στο θηκάρι που είναι κρεμασμένο στη ζώνη σου.
Τα βιβλία όταν συγκρούονται μεταξύ τους, δεν ακούγονται κλαγγές μετάλλων.

Δεν πετάγονται σπίθες.
 Όταν τα βιβλία συγκρούονται εκτοξεύεται ονειρική αστρόσκονη προς όλες τις κατευθύνσεις. Μακάριοι όσοι την εισπνέουν.
Δεν μπορείς να κλέψεις μία τράπεζα, υπό την απειλή βιβλίων.
Ούτε να καταλάβεις μια πόλη!
 Ποτέ δεν ακούστηκε η ιαχή  στρατιωτών που φώναζαν: “Ανοίξτε τα τείχη! Κρατάμε βιβλία!”, μπροστά από τις οχυρώσεις των αμυνομένων.
Κανένας προϋπολογισμός, κανενός σύγχρονου κράτους δεν προέβλεψε ποτέ τις δαπάνες για την αγορά υπερσύγχρονων βιβλίων μαζικής καταστροφής.
Κανένα όργανο της τάξης δεν εφοδιάστηκε με βιβλία για να προστατέψει την κοινωνική ειρήνη στους δρόμους των μεγάλων πόλεων.

            Διέκοψε προς στιγμήν το γράψιμο, για να χαϊδέψει τον Ομέρ που αναπαυόταν μπροστά στα πόδια του. Το μαλακό του τρίχωμα  σχεδόν αγκάλιασε το χέρι που το άγγιζε. Το άγγιγμα αυτό πάντοτε λειτουργούσε καταπραϋντικά.
Κι ο σκύλος ήταν ήρεμος. Περίεργα ήρεμος για λυκόσκυλο.  Περίεργα ήρεμος για τις στιγμές.

            Τα βιβλία δεν μπορούν να αμυνθούν.
Δεν έχουν ούτε τα μέσα, ούτε τη σωματική δύναμη.
Χωρίς σωματική δύναμη, δε μπορείς να αμυνθείς ενάντια σε ένα εξαγριωμένο πλήθος.
Δε μπορείς να φτιάξεις έναν ουλαμό από βιβλία, να τον εξοπλίσεις με όπλα ή με άλλα βιβλία, και να αποκρούσει τις επιθέσεις.
Τα βιβλία δεν ξέρουν αμυντικές πολεμικές τέχνες.
Ούτε γνωρίζουν πως να κατασκευάζουν οχυρωματικά έργα, πως να σκάβουν χαρακώματα ή να στήνουν οδοφράγματα.
Δεν είναι ασφαλή ακόμα και αν μαζευτούν πολλά μαζί σε έναν χώρο.

            Σήκωσε το κεφάλι από το τετράδιο και κοίταξε την επαλήθευση της τελευταίας του πρότασης.
Ο εξαγριωμένος κόσμος χτυπούσε με δύναμη τα ρολά του βιβλιοπωλείου για να τα ξεχαρβαλώσει. Μόνο τα ρολά τους χώριζαν από το αντικείμενο του καταστροφικού τους πόθου.
Όταν θα τα κατέστρεφαν, θα έμενε μόνο το τζάμι της βιτρίνας, το οποίο με την πρώτη πέτρα θα κατέρρεε. Κι από πέτρες άλλο τίποτα.


Δεν είχε ακούσει καμία διαμαρτυρία από το εσωτερικό του βιβλιοπωλείου. Αν είχε ανθρώπους μέσα σίγουρα αυτοί θα ούρλιαζαν.
Ο Ομέρ παρέμενε ήρεμος. Μέχρι και η ουρά του ήταν ακίνητη.
Έσκυψε το κεφάλι και συνέχισε το γράψιμο.


       
     Τα βιβλία δε διαμαρτύρονται.
Υπομένουν μαρτυρικά το βίαιο πέταγμα τους από τα ράφια, το βίαιο ξέσκισμα τους, ακόμα και το τελετουργικό τους κάψιμο, ανάμεσα στις ιαχές του όχλου.
Στωικά αποδέχονται τη μοίρα τους.
Δε θα βρεις βιβλίο να προσλαμβάνει δικηγόρο για να το υπερασπιστεί. Δεν υπάρχει καν δικαστήριο για να το καταδικάσει. Ακόμη κι ο χειρότερος εγκληματίας έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Τα βιβλία όχι.
Καμία τηλεοπτική εκπομπή δε φιλοξένησε ποτέ κανένα βιβλίο για να πει δημοσίως τον πόνο του.
Κανένας “μαχητικός” δημοσιογράφος δεν έκανε ρεπορτάζ σε κανένα υπόγειο, καμιάς μεγαλούπολης, όπου στοιβαγμένα βιβλία ζούσαν υπό αντίξοες συνθήκες δίχως ρεύμα ή καθαρό νερό.
Τα βιβλία δε μπορούν να φτιάξουν συλλόγους για να υπερασπίζονται όλα μαζί τα συμφέροντα τους.
Δεν υπάρχει “Διεθνής Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Βιβλίου”.
Καμία χώρα ποτέ δεν έκανε πολεμική επέμβαση σε άλλη χώρα γιατί στα εδάφη της καταπατούνταν  συστηματικά τα δικαιώματα των βιβλίων.
Κανένα βιβλίο, ποτέ δεν πήρε το μεγάφωνο να διακόψει την ομιλία πρωθυπουργού χώρας, για να του ασκήσει κριτική.
Τα βιβλία ποτέ δεν κατέβηκαν σε πορεία στο κέντρο των πόλεων και ποτέ δεν συγκρούστηκαν με καμία αστυνομία.

 

            Η αστυνομία πάντως έλαμπε δια της απουσίας της, στον κεντρικό δρόμο της Μαλάτειας, πράγμα πολύ περίεργο αφού τις τελευταίες ημέρες όπου και να πήγαινε...τσουπ! Πεταγόταν κι ένας ένστολος μπροστά του. Αυτό δεν ήταν προνόμιο μόνο της δικής του πόλης. Συνέβαινε τις τελευταίες μέρες, λίγο πολύ στις περισσότερες πόλεις της Τουρκίας.
Οι κρότοι που άκουγε καθώς έγραφε τις τελευταίες σειρές, μάλλον δεν έφταναν στα αυτιά των υπερασπιστών της τάξης. Ούτε οι βρισιές, οι απειλές και οι φωνές του πλήθους.
Λες και δεν καταλάβαιναν τούρκικα.


Αλλά και τούρκικα να μην καταλάβαιναν, δε χρειάζεται να είσαι και πολύ μεγάλο μυαλό για να αντιληφθείς ότι ένα πλήθος σαν κι αυτό, έχει απειλητικές διαθέσεις.
Προφανώς η αστυνομία ήταν πολύ απασχολημένη στο να καταδιώκει όλους όσους συμμετείχαν στο αποτυχημένο πραξικόπημα. Δεν έπρεπε να ξεφύγει κανείς. Και ειδικά οι ένστολοι.


            Η Τουρκία περνούσε κρίση. Δεν ήταν όμως η πρώτη και λογικά δεν ήταν ούτε η τελευταία. Και μάλιστα δεν ήταν ούτε καν η χειρότερη. Όποιος γνώριζε στοιχειωδώς την ιστορία της χώρας του, θα ήξερε με βεβαιότητα ότι η Τουρκία σχεδόν πάντα μέσα σε μια κρίση ήταν. Και αυτός ήταν και ο λόγος που ο Ορχάν, καθισμένος στο παγκάκι του, παρέα με το λυκόσκυλο του τον Ομέρ, αντιμετώπιζαν πολύ ψύχραιμα την όλη κατάσταση. Η πατρίδα του είχε βιώσει και χειρότερα και είχε καταφέρει να σταθεί στα πόδια της, μέχρι να ξαναπέσει. Κι αυτά τα σκαμπανεβάσματα ήταν λίγο πολύ η Ιστορία της.


            Τα ρολά εν τω μεταξύ είχαν καταρρεύσει.
Η τζαμαρία όπως πολύ σωστά είχε προβλέψει , δεν είχε αντέξει ούτε ένα λεπτό.
Οι πρώτοι είχαν ήδη μπουκάρει στο βιβλιοπωλείο, που θεωρούσαν ότι άνηκε σε υποστηρικτές του ιεροκήρυκα Γκιουλέν, ενώ οι υπόλοιποι ζητωκραύγαζαν  και χειροκροτούσαν απ' έξω, λες και είχε μπει γκολ.
            Ο Ορχάν κάρφωσε το βλέμμα προς  τον κόσμο. Μερικούς τους αναγνώριζε. Δεν είναι και τόσο μεγάλη πόλη η Μαλάτεια. Ήξερε ότι ήταν Ερντογανικοί αλλά δεν τους είχε φανταστεί ποτέ να καταστρέφουν βιβλιοπωλεία με τόσο μίσος.
            Έξαφνα του ήρθε στο μυαλό συνειρμικά αυτό που είχε γίνει τον Απρίλιο του 2007 στην πόλη τους.
            Ήταν 17 χρονών όταν ένα παρόμοιο ασκέρι είχε μαζευτεί έξω από τον εκδοτικό οίκο “Zirve”, ο οποίος για κακή του τύχη τύπωνε χριστιανικά βιβλία.  Τότε το ασκέρι είχε καταφέρει να μπουκάρει μέσα την ίδια στιγμή που η αστυνομία ήταν και πάλι πολύ απασχολημένη. Τότε ο όχλος είχε σκοτώσει και 3 χριστιανούς. Δεν είχε μάθει ποτέ αν είχε μπει κανείς φυλακή γι' αυτό.
            Κάποιος από το πλήθος γύρισε προς το μέρος του. Λογικά τον αναγνώρισε. Του χαμογέλασε και του ύψωσε τον αντίχειρα σε ένδειξη νίκης. Ο Ομέρ που τόση ώρα συμπεριφερόταν σαν να μη συνέβαινε τίποτα γύρω του, σήκωσε το κεφάλι τινάζοντας τα αυτιά προς τα πάνω.
            Ο Ορχάν σχημάτισε κάτι σαν χαμόγελο χωρίς όμως να ανταποδώσει και την ένδειξη νίκης. Γύρισε προς το μέρος του Ομέρ και του χάιδεψε το κεφάλι. Εκείνος έλαβε το μήνυμα του αφεντικού του και ξανακόλλησε τη μουσούδα του κάπου ανάμεσα στα δύο καθισμένα μπροστινά του πόδια και στο έδαφος.


            Έτσι όπως κοίταζε το λυκόσκυλο του είχε έρθει στο μυαλό η μέρα που τον είχε βρει, κουτάβι ακόμα, μέσα στον κάδο.  Είχε αποφασίσει αμέσως να τον σώσει.
Το μεγάλο του πρόβλημα όμως δεν ήταν το κουτάβι αλλά το όνομα του. Για κάποιο πολύ περίεργο λόγο θεωρούσε πολύ αταίριαστα για σκύλους τα τουρκικά ονόματα. Ήθελε να του δώσει ένα δυτικό όνομα του τύπου: Τζακ, Ρεξ, Αζόρ κτλ. Ήταν αδιανόητο όμως για έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν, να φωνάζει το σκύλο του στους δρόμους της πόλης, με δυτικό όνομα. Προβληματίστηκε για ένα τριήμερο και εν τέλει βρήκε τη μέση οδό που ήταν σίγουρος ότι υπήρχε.


            Ομέρ. Κλασικό μουσουλμανικό όνομα. Παράφραση του αραβικού Ομάρ. Στον Ορχάν όμως θύμιζε πάρα πολύ τον αρχαίο Έλληνα ποιητή Όμηρο που λάτρευε να διαβάζει, κι ο οποίος είχε γεννηθεί στα τουρκικά παράλια. Έτσι όλοι θα άκουγαν μουσουλμανικό όνομα κι ο Ορχάν θα εννοούσε το δυτικό. Είχε κάνει μία μικρή παραχώρηση, αλλά σίγουρα  έτσι γλίτωνε τον εξευτελισμό. Ήταν ούτως η άλλως σχεδόν βλασφημία ένας άνθρωπος της θέσης του, να κυκλοφορεί με έναν σκύλο στους δρόμους.
            Από το παγκάκι που καθόταν, στο πάρκο ακριβώς απέναντι από το βιβλιοπωλείο μπορούσε ήδη να διακρίνει κάποια βιβλία να πετιούνται στον αέρα και κάποια άλλα να σκίζονται. Τα πιο άτυχα όμως ήταν αυτά που είχαν αρχίσει ήδη να μετατρέπονται σε στάχτες.
            Χαμήλωσε το κεφάλι στο τετράδιο του, κι όπως ένας ζωγράφος απεικονίζει με χρώματα και σχέδια το τοπίο που βλέπει, άρχισε να καταγράφει με λέξεις την πραγματικότητα.

           
Τα βιβλία καίγονται.
Ότι είναι χάρτινο, καίγεται.
Ένα σπίρτο αρκεί, για να τα στείλει στον παράδεισο των βιβλίων όπου όλα είναι πιο ειρηνικά.
Τι αξία έχει ένα σπίρτο ή το υγραέριο που χρειάζεται για να πετάξει φλόγα ένας αναπτήρας για λίγα δευτερόλεπτα.
Λίγα δευτερόλεπτα αρκούν.
Αρκούν για να γίνει στάχτη ο κόπος ολόκληρων ετών. Για να γίνει στάχτη ένας ολόκληρος κόσμος.
Κι είναι εύκολο.
Ο καθένας μπορεί να το κάνει. Μπορεί να το κάνει ο δυνατός και ο αδύναμος. Ο ψηλότερος άνθρωπος αλλά και ένας νάνος. Ένας άντρας ή μία γυναίκα. Ακόμα κι ένα μικρό παιδί.
Άλλωστε όπως προείπαμε τα βιβλία ούτε όπλα είναι για να σε τραυματίσουν, ούτε μπορούν να αμυνθούν για να σε κάνουν να διπλοσκεφτείς αν θα τους επιτεθείς ή όχι, ούτε διαμαρτύρονται αν εν τέλει  αποφασίσεις ότι πρέπει να τα βλάψεις.
Επίσης τα βιβλία καίγονται ολοσχερώς.
Δεν είναι όπως τα σπίτια που καίγονται οι κουρτίνες, τα χαλιά και τα έπιπλα, αλλά η οικοδομή μπορεί να βαφτεί και να ξανακατοικηθεί από την αρχή.
Είναι αδύνατον να ξαναφτιάξεις ένα βιβλίο από τις στάχτες του, όπως είναι αδύνατο να μπορέσεις να διαβάσεις αυτά που έγραφε πριν καεί.
Μόνο μαύρες στάχτες απομένουν. Τίποτα άλλο.
           
            Αναστέναξε.
            Ίσως ήταν η πρώτη φορά που αναστέναζε από την ώρα που άρχισε να μαζεύεται το πλήθος. Μέσα σε πέντε μετρημένα λεπτά, λες και είχαν δώσει ραντεβού, είχαν μαζευτεί από το πουθενά γύρω στα πεντακόσια άτομα, φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του Ερντογάν και του Αλλάχ. Τουρκικές σημαίες παντού.
            Στη θέα της σημαίας, στιγμιαία ένιωσε την ημισέληνο να ασφυκτιά στενά περικυκλωμένη από το κόκκινο φόντο. Το κόκκινο, αντί να την αγκαλιάσει, την έπνιγε. Φανταζόταν το άφθονο κόκκινο της σημαίας, να στάζει πάνω στην ημισέληνο σαν αίμα και να απειλεί να την καλύψει ολοκληρωτικά. Η σημαία θα έχανε το βασικό της χαρακτηριστικό αδυνατώντας να αντισταθεί στο τόσο αίμα.


            Εκείνος ήταν από ώρα στο παγκάκι του πάρκου. Το συνήθιζε τα καλοκαίρια να κάθεται παρέα με τον Ομέρ, και να απολαμβάνουν τη δροσιά των δέντρων. Εκείνος διάβαζε θρησκευτικά βιβλία ή τούρκικη και παγκόσμια λογοτεχνία, και το λυκόσκυλο του αναπαυόταν στα πόδια του. Πότε πότε, όπως σήμερα, άνοιγε και το πρόχειρο τετράδιο που είχε μαζί του, και με το μολύβι του αποτύπωνε τις σκέψεις του.


            Κάθε τόσο τον διέκοπτε κάποιος συμπολίτης του για να τον χαιρετήσει με μία ελαφριά υπόκλιση, πράγμα που τον ενοχλούσε λιγάκι, όχι επειδή τον έβγαζε από το διάβασμα του, αλλά επειδή έβρισκε ανάρμοστο να υποκλίνονται, έστω και ελαφρώς, μπροστά σε έναν 26χρονο, άνθρωποι πολύ μεγαλύτερης ηλικίας, μέχρι και υπερήλικα γεροντάκια. Οποιονδήποτε άλλο συνομήλικο του, αν δεν τον γνώριζαν, θα τον αγνοούσαν. Αλλά ακόμα και να το γνώριζαν, πολύ δύσκολα θα του υποκλίνονταν πενηντάρηδες οικογενειάρχες, ή εβδομηντάρηδες απόμαχοι της ζωής.


            Από τις σκέψεις του τον έβγαλαν οι πολύ δυνατές, ακόμα και για τα δεδομένα του συγκεκριμένου πλήθους, φωνές που ερχόταν από το βιβλιοπωλείο. Τίναξε το σβέρκο του μπροστά και κέντραρε το βλέμμα για να δει τι είχε αλλάξει.
            Μια ομάδα είχε περικυκλώσει έναν μεσήλικα με γκρίζα μαλλιά και τον τραβολογούσε με τη βία έξω από το βιβλιοπωλείο. Στο αναψοκοκκινισμένο του πρόσωπο, αναγνώρισε τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Στη διαδρομή προς τα έξω δεν ήταν λίγοι εκείνοι από το πλήθος που του έριχναν στα πεταχτά κλωτσιές και καρπαζιές. Δεν είχε καταλάβει αν αυτοί που τον τραβολογούσαν, το έκαναν για να τον απομακρύνουν από την ιδιοκτησία του, ή αν ήταν αστυνομικοί με πολιτικά και τον τραβούσαν για να τον συλλάβουν ή πολύ απλά για να τον σώσουν από όλους αυτούς που είχαν μπει μέσα στο μαγαζί του για να το καταστρέψουν.


            Ο Ορχάν, βλέποντας τα ρολά του βιβλιοπωλείου κατεβασμένα είχε πιστέψει λανθασμένα ότι κανένας δε βρισκόταν μέσα στο μαγαζί, αλλά η πραγματικότητα τον είχε διαψεύσει. Τον ήξερε τον ιδιοκτήτη και του ήταν συμπαθής. Πολλές φορές είχε περάσει μπροστά από το βιβλιοπωλείο στη διαδρομή για το παγκάκι του, και άλλες τόσες ήταν οι φορές που είχαν χαιρετηθεί. Βέβαια  δε θυμόταν το όνομα του, και τώρα που το καλοσκεφτόταν, ποτέ δεν είχε κάνει την ελαφριά υπόκλιση που έκαναν οι υπόλοιποι. Ίσως και γι' αυτό υποσυνείδητα να τον συμπαθούσε. Ο ιδιοκτήτης προφανώς είτε δεν είχε προλάβει να φύγει, είτε είχε αρνηθεί να παρατήσει τα βιβλία του στο έλεος του πλήθους. Αν συνέβαινε αυτό το τελευταίο, τότε ήταν ένας μικρός ήρωας.


            Τώρα ένιωθε να οργίζεται με αυτά που έβλεπε. Η οργή ήρθε κάπως καθυστερημένα βέβαια. Ενδεχομένως αργότερα να ένιωθε και τύψεις που δεν είχε παρέμβει τόση ώρα για να συνετίσει το πλήθος. Αν και κάτι μέσα του, του έλεγε ότι αν ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν αποφάσιζε να παρέμβει σε κάτι τέτοιο, τότε θα έμπαινε στη μέση μόνο και μόνο για να κάνει τα πράγματα χειρότερα.


            Ο ιδιοκτήτης αφού μάζεψε αρκετό ξύλο, τελικά απομακρύνθηκε με τη βία από το κατάστημα. Τελικά ο στόχος ήταν τα βιβλία και μόνο τα βιβλία. Τελικά ο στόχος ήταν στο μυαλό.
            Με το χέρι του να τρέμει από την οργή επέστρεψε στο τετράδιο του.
            Κι όμως.
Τα βιβλία έχουν κερδίσει τη μάχη της αθανασίας. Ανάμεσα στις χιλιάδες λέξεις τους, και τα εκατομμύρια νοήματα που αυτές περικλείουν, έχουν βρει το ελιξήριο της ζωής.
Μπορείς να τα σκίσεις, να τα κάψεις, να τα ατιμάσεις, αλλά την ίδια στιγμή που χρειάζονται εκατοντάδες οπαδοί σου, για να καταστρέψεις ολοσχερώς ένα βιβλιοπωλείο, χρειάζεται απλά ένας αναγνώστης για να διαδώσει τις ιδέες του και να διαιωνίσει τα νοήματα του, και να το ξαναχτίσει από το μηδέν.
Η προαιώνια μάχη ανάμεσα στην ποσότητα και την ποιότητα, παρά τις λυσσαλέες προσπάθειες της ποσότητας,στην περίπτωση των βιβλίων, έχει ξεκάθαρο νικητή.

            Τα βιβλία, τέλος, έχουν μόνο ένα ανθρώπινο πάθος.
            Τα βιβλία ΕΚΔΙΚΟΥΝΤΑΙ!
Αργά η γρήγορα θα σε κοιτάζουν να καταστρέφεσαι και αυτάρεσκα θα ανοίγουν τις σελίδες τους, μπροστά στα μισόκλειστα μάτια σου, για να σου αποδείξουν ετεροχρονισμένα, ότι αν τα είχες διαβάσει αντί να τα καταστρέψεις, τώρα δε θα καταστρεφόσουν.
Τα βιβλία, πανέξυπνα,σε αφήνουν να πιστέψεις ότι νικάς, και στο τέλος εξαπολύουν την καταστροφική τους επίθεση. Την οποία θα μπορούσες να αποκρούσεις μόνο αν τα είχες διαβάσει...


            Με ένα μαγικό τρόπο η οργή του  στραγγίστηκε από μέσα του, σαν πορτοκάλι που το στύβεις μέχρι να μείνει μόνο η φλούδα.  Διοχετεύτηκε στις σελίδες του τετραδίου, και μετουσιώθηκε σε οργισμένες λέξεις και φράσεις που αν μπορούσε με κάποιο επίσης μαγικό τρόπο να τους δώσει σάρκα και οστά, τότε θα έπεφταν πάνω στον όχλο και θα τον τσάκιζαν. Είχε διαβάσει πολλά βιβλία στη ζωή του, και είχε μπει πολλές φορές στη διαδικασία να κάτσει να αναλογιστεί τα συναισθήματα που βίωνε ο συγγραφέας όταν έγραφε, αλλά δε θυμόταν να είχε διακρίνει ποτέ, κρυμμένο πίσω από τα λόγια, ένα συναίσθημα σαν κι αυτό που είχε βιώσει.


            Κάποιοι άνθρωποι μπροστά του, μιλούσαν την ίδια γλώσσα μαζί του, μεγάλωσαν και έκαναν όνειρα στα ίδια μέρη, πίστευαν στον ίδιο Θεό και προσευχόταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κι όμως ήταν τόσο διαφορετικοί. Τόσο επίπονα διαφορετικοί. Κι αυτή τους τη διαφορά αργά η γρήγορα θα την πλήρωναν και μάλιστα πολύ ακριβά. Τόσο ακριβά που αν έβλεπαν με κάποιο τρόπο τη μελλοντική εκδίκηση που τους επιφύλασσαν τα βιβλία, τώρα θα τα είχανε μαζέψει και με θρησκευτική ευλάβεια θα τα εναπόθεταν εκεί ακριβώς που τα είχανε βρει, αφήνοντας τα ήσυχα, στην αινιγματική σιωπή τους. Μια σιωπή που αν τη διαταράξεις να είσαι βέβαιος πως πλέον θα σε κυνηγάει η κατάρα της. Κι από αυτήν την κατάρα δε γλύτωσε ποτέ, κανείς.


            Εκείνος το ήξερε. Ήξερε την τιμωρία αυτού που ατίμασε το πνεύμα. Αυτού που ατίμασε τα απροστάτευτα κομμάτια χαρτιού. Ήταν από αυτούς που προτίμησαν να τα διαβάσουν, αντί να τα καταστρέψουν και τα βιβλία με ευγνωμοσύνη του είχαν εκμυστηρευτεί την αλήθεια. Κι ήταν η ωμή αυτή αλήθεια που τον έκανε τώρα να συμπονεί τους ανθρώπους που πριν από λίγο τον είχαν εξοργίσει.


            Η πλάνη τους ήταν τεράστια. Κάποιος έπρεπε να τους προειδοποιήσει. Κάποιος έπρεπε να τους σταματήσει. Κατέστρεφαν με μίσος τα βιβλία χωρίς να ξέρουν ότι καταστρέφονται οι ίδιοι.  Υπέγραφαν την καταδίκη τους. Τα παθήματα των βιβλίων αργότερα θα λειτουργούσαν σαν αντανακλαστικός διαδραστικός καθρέφτης πάνω τους.  Ήταν ταραγμένος. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει.


            Είχανε φτιάξει  μεγάλους σωρούς από σκισμένα βιβλία και από στάχτες. Σελίδες πεταγόταν στον αέρα. Εξώφυλλα τσαλαπατημένα. Βιβλιοδεσίες κατεστραμμένες. Μια άμορφη μάζα πνεύματος κι έμπνευσης, μια μάζα από κρυμμένα μυστικά αιώνων, αλλού χάρτινη και αλλού τέφρινη. Εικόνες προφητικές για την κατάληξη του πλήθους. Βγαλμένες από ένα πολύ βέβαιο μέλλον. Η καταδίκη τους μπροστά στα μάτια τους. Και δεν την έβλεπαν. Ήταν τυφλοί από το μίσος. Πως γίνονται έτσι οι άνθρωποι; Ποιος τους μετατρέπει σε ατόφιο κρέας δίχως νοημοσύνη από τη μία στιγμή στην άλλη;

            Τα συναισθήματα του, τελείως ακυβέρνητα πια, άλλαξαν και πάλι ρότα και μετατράπηκαν σε τρόμο. Ο Ομέρ σαν από ένστικτο σηκώθηκε στα τέσσερα του πόδια και τον κοίταζε απευθείας στα μάτια. Είχε αντιληφθεί την αγωνία του αφεντικού του. Ο Ορχάν ένιωσε το βλέμμα του σκύλου του σχεδόν υβριστικό πάνω του. Ο Ομέρ μπορεί να μην τον κατηγόρησε για την προηγούμενη αναλγησία του, αλλά τώρα τον επέκρινε με τον πιο βουβό αλλά συνάμα τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Έπρεπε να σώσει τους συμπολίτες του από τη μοίρα που τους επιφύλασσαν οι ύβρεις τους. Έπρεπε να σταματήσει την ανεξέλεγκτη πορεία του κόκκινου προτού καλύψει, μια για πάντα την ημισέληνο και το αστέρι. Αν η ημισέληνος χανόταν τώρα, σε λίγα χρόνια κανείς δε θα θυμόταν τι υπήρχε εκεί παλιότερα.


            Σαν να συνειδητοποιούσε έξαφνα ότι τόση ώρα καθόταν πάνω σε αιχμηρά καρφιά, πετάχτηκε από το παγκάκι έντρομος, τόσο απότομα που παραλίγο να του φύγει το πάλλευκο τουρμπάνι, από το κεφάλι. Άρπαξε το λουρί του Ομέρ και άρχισε να τρέχει. Κάποιοι από το πλήθος γύρισαν παραξενεμένοι και κοίταξαν τον νεαρό μουεζίνη του Yeni Cami, του μεγαλύτερου τζαμιού της πόλης να τρέχει έντρομος  προς άγνωστη κατεύθυνση.


            Έτρεξε προς το μοναδικό μέρος που μπορούσε να τον βοηθήσει. Το μοναδικό μέρος που πάντοτε τον βοηθούσε. Το μοναδικό μέρος που το ένιωθε σαν τη ζεστή μήτρα μέσα στην οποία ο Αλλάχ του εμφύσησε τη ζωή. Το μεγάλο τζαμί της πόλης του, από τον μιναρέ του οποίου  κάθε μέρα καλούσε τους πιστούς για προσευχή. Ήταν ο νεότερος που το είχε καταφέρει ποτέ αυτό. Και αυτή του η “τύχη”  τελικά δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία αποστολή.


            Έτρεξε με όλη του τη δύναμη. Με όλο του το σθένος. Όπως δεν είχε ξανατρέξει στη ζωή του. Ο Ομέρ δίπλα  του έτρεχε κι αυτός σαν να γνώριζε εκ των προτέρων προς τα που πηγαίνουν. Το υβριστικό του βλέμμα πριν λίγο τον είχε κάνει να ξυπνήσει από το λήθαργο του. Ο Αλλάχ του είχε μιλήσει.


            Ήξερε ότι το να απευθυνθεί από τον ιερό μιναρέ του Τζαμιού, στους πιστούς για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από το κάλεσμα σε προσευχή, ήταν μία θανάσιμη αμαρτία και κάτι που δε θα του το συγχωρούσαν ποτέ. Δε θα ανέβαινε ποτέ βαθμό ιεροσύνης. Δε θα γινόταν ποτέ χότζας. Ότι όνειρα είχε κάνει για το μέλλον, θα ανατρέπονταν.  Αλλά δεν τον ένοιαζε. Η αποστολή του έπρεπε να τελειώσει εδώ και τώρα. Να τελειώσει όπως είχε αποφασίσει ο Αλλάχ να τελειώσει.


            Θα ατιμαζόταν κι αυτός, όπως είχαν ατιμαστεί και τα βιβλία! Θα είχε τη μοίρα τους, αλλά ήταν η ευθύνη που του έδινε φτερά στα πόδια του.  Το ήξερε! Το είχε διαβάσει... Ήταν σίγουρος.
            Έφτασε στον προαύλιο χώρο του τζαμιού και άφησε βιαστικά τον Ομέρ δίπλα ακριβώς από το μεγάλο συντριβάνι της αυλής. Ο σκύλος είχε φέρει την αποστολή του εις πέρας. Κάθισε στο έδαφος και τον κοίταζε όπως χανόταν μέσα στο κτίριο.
            Ο Ορχάν ανέβαινε τρία τρία τα σκαλιά που οδηγούσαν στην κορυφή του μιναρέ, όπου τον περίμενε το μικρόφωνο. Με τα μεγάλα ηχεία που συνδεόταν σ' αυτό, η φωνή του θα ακουγόταν σε όλη σχεδόν την πόλη.
            Η φωνή του θα γινόταν ένα μεγάλο βρόχινο σύννεφο που θα πλανιόταν πάνω από την πλάνη των συμπολιτών του. κι όταν θα έπεφτε η βροχή πάνω τους σαν ευλογία, εκείνοι θα συνέρχονταν από την καταστροφική τους μανία.


            Ξέπνοος έφτασε στο υψηλότερο τμήμα του μιναρέ με τον σφυγμό του να συγκεντρώνεται στα πλάγια του μετώπου του. Ένιωσε την καρδιά του να παλεύει να ξεφύγει από μέσα του. Στάθηκε λίγα δευτερόλεπτα για να βρει τη χαμένη του ανάσα.
            Σήκωσε τα χέρια του ικετευτικά προς τον ουρανό και έγειρε τον κορμό του προς τα πίσω ώστε να Τον κοιτάζει κατάματα. Αρχαίες άγνωστες φωνές, άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν ακατάληπτες λέξεις μέσα στο κεφάλι του.
            “Αλλάααααααααααααχχχ!”
            Φώναξε με τη βαθιά αισθαντική φωνή όλων των μουεζίνηδων. Τραγούδησε από τη κορυφή του μιναρέ, με εκείνη τη χροιά που διαρρηγνύει τους αιώνες δημιουργώντας την τρύπα στον θρησκευτικό χωροχρόνο. Με το μακροσκελές εκείνο άλφα που ξυπνάει στον κάθε Μουσουλμάνο όλα τα αρχέγονα ένστικτα της πίστης του.
            Φώναξαν μαζί του όλα του τα κύτταρα και όλα του τα μέλη. Όλη η ζωντάνια της νιότης του και όλο του το πάθος συγκεντρώνονταν τώρα στη φωνή του και απειλούσαν να τρίξουν συθέμελα τούτη την καταραμένη πόλη.

            Τα περιστέρα σε πολλές πλατείες πέταξαν τρομαγμένα. Κεφάλια γύρισαν από όλες τις γωνιές της πόλης προς τον μιναρέ του μεγαλύτερου τζαμιού. Άνθρωποι σταμάτησαν τις συζητήσεις τους, και τις δουλειές τους. Ακόμα και το πλήθος έξω από το βιβλιοπωλείο σταμάτησε το καταστροφικό του έργο. Η ζωή τους ήταν μία ταινία και ένα αόρατο χέρι πάτησε το πλήκτρο της παύσης.
            “Αλλάαααααααααααχχχχ!”.
            Επανέλαβε, και γύρω του ήταν βέβαιος ότι έβλεπε τα ολογράμματα όλων των Μουεζίνηδων της Ιστορίας, να ψάλλουν εν χορώ. Κάπου εκεί κοντά ο Μωάμεθ θα νεκρανασταινόταν μόνο για σήμερα.
            “Σώσε μας!”

 

 

 

Στις 17 Ιουλίου του 2016, λίγες μέρες μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν,  ένα εξαγριωμένο πλήθος οπαδών του, εισέβαλλε σε βιβλιοπωλείο της  Μαλάτειας που βρίσκεται στην Νοτιοανατολική Τουρκία και το κατέστρεψε ολοσχερώς, καθώς ο θεωρήθηκε πως ο βιβλιοπώλης, ήταν οπαδός του Γκιουλέν. Το άνωθι διήγημα αποτυπώνει τις σκέψεις του  συγγραφέα , την ώρα που έβλεπε τις εικόνες καταστροφής του βιβλιοπωλείου, καθώς και ο κρυφός του πόθος για το πώς θα ήθελε να εξελιχτούν τα πράγματα.

Μαλάτεια

του  Στρατηγού Χεμώνα