Άραγε θα θυμάται κάποιος τ' όνομά μας

 Της ζωής μας

 τα εξαίσια φεγγάρια

Τα πάθη μας, τις λύπες,

τα δεινά μας

άραγε υπήρξαμε ποτε; Σ

τα όνειρα μας!

Διάφανα Κρίνα

 

Όλοι ήταν υπέροχα. Και η Λίζα, ομορφότερη από ποτέ. Με ένα υπόλευκο φουστάνι, τίποτε το ιδεαλιστικό, και τα μαλλιά της λυτά. Θύμιζε την Λορελάι που ψιθυρίζει στους διαβάτες τις μυστικές σάγκες, που ανοίγει παράθυρα μες στην νύχτα. Οι άλλοι, στάχτες και αποκαΐδια ξημέρωμα στο λεηλατημένο μαγαζί. Φέρνουν κάπως σε μια μιλανέζικη τοιχογραφία, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Μια άλλη.

Η Λίζα μουρμουρίζει ένα τραγουδάκι, ίσα που ξεχωρίζει κανείς τις λέξεις του. Και έτσι, δίχως κανείς να το υποψιάζεται βγαίνει χορεύοντας στους κήπους, χαράματα. Αφήνει στο πάτωμα τα στολίδια και τα χρυσά της, ευλαβικά, σαν να γυρίζει το πέτρωμα στην αγκαλιά της μάνας του. Δεν θα την ξαναδούν ποτέ, η Λίζα έγινε δέντρο, ήπιε από την κρήνη των πουλιών και πέταξε, κανείς δεν γνωρίζει. Καμιά φορά επιστρέφει γύρω στα φύλλα με μια υγρασία μαγική. Τότε είναι που λέει την παρακάτω ιστορία.

[…Μένω στο Μεταξουργείο. Σε μια γειτονιά με συνεργεία, ποτοπωλεία, μπιστρό. Και εισόδους μεσοπολεμικών, πανομοιότυπων πολυκατοικιών και χιονισμένους ενοίκους. Όμως είμαι περήφανη για την γειτονιά μου. Και ας είναι σκοτεινή. Μα όλα τούτα σας τα λέω για να με γνωρίσετε κάπως καλύτερα. Τότε ίσως να νιώσετε την συμπάθεια που αξίζει στην ιστορία μου. Αλλιώς, συνεχίστε κύριοι, στην παρακάτω γωνία διανυκτερεύει ένα μπαρ, θα βρείτε παρηγοριά εκεί, κύριε. Ωστόσο, είναι αλήθεια πως έκανα συντροφιά σε ηλικιωμένους κυρίους. Και εκείνοι με αντάμειβαν πλουσιοπάροχα, θέλω να πω ένα κορίτσι χρειάζεται κέφι και στολίδια. Σαν να λέμε πως μέσα της ξημερώνουν οι πιο ωραίες, οι πιο ζεστές γιορτές, οι άνθρωποι σε τέτοιες περιστάσεις αγαπιούνται αληθινά. Ο Ρότε δεν συμπαθεί τους φίλους μου. Πάντα μου λέει, Λίζα δεν αξίζει τον κόπο μαζί σου και εγώ τον ικετεύω να μετανιώσει και κάνουμε έρωτα στην σοφίτα πάνω από το κύλισμα του ποταμού κύριε. Μια από αυτές τις μέρες θα κάνω κομμάτια το πρόσωπό του υπόσχεται ο Ρότε. Και είναι να τον πιστεύει κανείς έτσι όπως σφίγγει τις γροθιές του, δώσε θε μου να αντέξει ο Ρότε όλους αυτούς τους εξευτελισμούς, το φέρσιμό της κάθε σαββατόβραδο, το φταίξιμό της, δηλαδή θέλω να πω, το φταίξιμό της. Κύριε, εγώ θέλω να ζήσω και δεν κάνει κακό να με πληρώνουν για την ομορφιά μου. Ξέρω πως αυτοί οι τύποι ένα πράγμα έχουν μόνο στο μυαλό τους. Όπως και εγώ, κύριε, πως ξεφεύγω από αυτόν τον βούρκο, πως ένα ωραίο πρωί περνώ στην άλλη πλευρά της πολιτείας. Ο Ρότε θα καταλάβει και θα με συγχωρέσει μια μέρα. Τώρα θα περπατήσω στον κήπο και ίσως χαθώ. Πείτε στον Ρότε πως τον αγαπώ…]

Αργότερα από στόμα σε στόμα η παραπάνω μαρτυρία αλλοιώθηκε. Όμως η Λίζα έχει χρόνια να φανεί και όσοι ρωτούν για την τύχη της έχουν μια ανείπωτη θλίψη από τότε χαραγμένη στα πρόσωπά τους.

λίΖα

του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo