Που φτάσαμε αγαπητέ αναγνώστη εν έτει 2020 στο απαξιωμένο Ελλαδιστάν; Να ασχολούμαστε με λογοκλόπους, απατεώνες και ρουφιάνους. Η αρχική ιδέα του τίτλου αυτού του άρθρου ήταν «δίχως τσίπα καμιά»,  εμπνευσμένη εν πολλοίς από το «δίχως καβάτζα καμιά» του Άσιμου.

Πολλά καλά και κακά είχε ό Νικόλας. Άναρχος, ασεβής, εριστικός, αλλοπρόσαλλος, άνισος, αυθεντικός και ανοικονόμητος. Ρουφιάνος πάντως εξ όσων ξέρω δεν υπήρξε ποτέ, και ίσως στην ταραγμένη εποχή του σηματοδότησε μια ιδιαίτερη αγνότητα πολύ πριν η χυδαιότητα της όψιμης Πασοκαρίας εισβάλλει στο χώρο των «γραμμάτων και των τεχνών».

Θα ήμασταν υπόλογοι, ωστόσο, αν υποκρινόμασταν ότι ο συγκεκριμένος χώρος έμεινε αλώβητος από τους κάθε λογής μπαστουνόβλαχους. Εκείνους που, βλέποντας το φως, εισέβαλλαν στο στίβο όχι λόγω της αγάπης τους για την τέχνη της συγγραφής αλλά της απόκτησης ένα σωρό αυλικών προνομίων που ουδεμία σχέση είχαν με αυτή.

Η γκάμα των τερατογενέσεων  έβγαλε από ανεκδιήγητους Χειμωνάδες μέχρι θλιβερές οδαλίσκες τύπου Χωμενίδη και φυσικά αποδεδειγμένους απατεώνες σαν τον Αλέξη Σταμάτη. Ανθρώπους συμπλεγματικούς, χυδαίους, ελλειπτικούς που καλλιέργησαν, σε αγαστή συνεργασία με τα πρόθυμα γιουσουφάκια της δημοσιογραφίας (Λέγε με Λώρη Κέζα) το προφίλ της «ιερής αγελάδας» απαξιώνοντας συστηματικά τους αναγνώστες τους και αρνούμενοι επιδεικτικά να δώσουν λόγο κάθε φορά που πιάνονταν με τη γίδα στην πλάτη.

Ας μη γελιόμαστε, η λογοκλοπή αγγίζει συγκεκριμένες διατάξεις του ποινικού κώδικα και σε ένα σοβαρό κράτος θα έπρεπε να τιμωρείται παραδειγματικά. Στην Ελλάδα ωστόσο συμβαδίζει με τη γενικότερη ασυλία της λαμογιάς που ξεκινάει από την τριτοκοσμική αντίληψη της απόκτησης εξουσίας και των κάθε λογής αυθαιρεσιών που έπονται.

Για να το θέσω όσο πιο απλά μπορώ αν ο μαυρογιάλουρος Μπακογιάννης δεν νιώθει την παραμικρή ανάγκη να απολογηθεί για το μεγάλο φαγοπότι των ζαρντινιέρων, με την ίδια λογική ο κάθε Σταμάτης και Βλαβιανός, θεωρώντας το κοινό τους ένα μάτσο αφροβαλκάνιων ιθαγενών, επιχειρούν να υποβαθμίσουν τα χαΐρια τους χωρίς να ζητήσουν ούτε μια απλή συγγνώμη για την εξόφθαλμή όσο και κραυγαλέα εξαπάτηση του. Αυτοί είναι και αυτοί θα παραμείνουν και κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει για την ευτέλεια τους. Ο ξεφτίλας δεν νιώθει ποτέ την ηθική υποχρέωση να απολογηθεί για την ξεφτίλα του….

Δεν έχει σημασία αν τα social media βοούν, ούτε αν τους φτύνουν και εκείνοι νομίζουν ότι βρέχει, στο θλιβερό ελιτιστικό αρχοντοχωριάτικο μικρόκοσμο τους ακόμα και η αρνητική διαφήμιση θεωρούν ότι μάλλον λειτουργεί υπέρ τους (πόσο αξιολύπητο αλήθεια). Και ίσως αυτό είναι το πιο θλιβερό, το γεγονός ότι μια Βαλκανική δημοκρατία έστησε τα θεμέλια της στην πιο φτηνή παρενδυσία. Εκείνη που έμαθε πάντα να κρατάει το λογαριασμό κάθε μικρής η μεγάλης μπαγαποντιάς για τον εαυτό της, διατηρώντας στον αφρό τον κάθε ατάλαντο, γκροτέσκο, γλιτσιασμένο, επαρχιώτη μικροκακοποιό. Ανατρέχοντας εντούτοις, όπως πάντα κάνει η άτιμη η ιστορία, σε εποχές που τα πράγματα λειτουργούσαν διαφορετικά και η αισθητική παρά την φτώχια και τις ταραχές διατηρούσε μια ζηλευτή μα και βαθιά λογοτεχνική αυθεντικότητα, το ερώτημα όσο ρητορικό και τετριμμένο παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ: Λίγη τσίπα δεν έχετε ρε!

Λίγη τσίπα δεν έχετε ρε;

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo