© 2019 by Achilleas and Camilo

Ελάχιστα φαίνεται να έχουν αλλάξει στα Παρισινά γκέτο από την εποχή που ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε τους άθλιους. Και ακόμα λιγότερα από τότε που κυκλοφόρησε το εμβληματικό «Μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς. Κοντά είκοσι χρόνια αργότερα η κάμερα του Λαντζ Λι μας μεταφέρει ξανά στον τόπο του «εγκλήματος» προσφέροντας μια ακόμα κινηματογραφική γροθιά στο στομάχι.

Μόνο που τώρα πρωταγωνιστές δεν είναι οι αναξιοπαθούντες «μαγκρεμπάδες» αλλά οι «flics», οι μπάτσοι, φαινομενικά θύτες αλλά εξίσου θύματα με τους στοιβαγμένους στην αστική χωματερή φτωχοδιάβολους. Θεματοφύλακες ενός αρρωστημένου συμβολαίου που διαιωνίζει τη βία, την τρομοκρατία, την εξέγερση και φυσικά τη φτώχεια.

«Εγώ είμαι ο νόμος» ακούγεται να λέει ο πιο σκληρός από όλους λίγη ώρα πριν οι ψευδαισθήσεις του καταρρεύσουν και ο ίδιος παγιδευτεί στη δολοφονική μήνη του πλήθους που θεωρεί ότι δυναστεύει.

Με μια κάμερα νευρώδη που ακολουθεί κατά πόδας τους ήρωες, χωρίς να προσφεύγει στα κλισέ και τους εύκολους μελοδραματισμούς, βραδύκαυστη σαν το στουπί της μολότοφ πριν το παρανάλωμα και καθηλωτική από την αρχή μέχρι το τέλος. Η ταινία ακτινογραφεί τις παθογένειες των υποβαθμισμένων γαλλικών προαστίων, τις μικροκοινωνίες τους και την εύθραυστη ιεραρχία ενός ιδιότυπου κράτους μέσα στο κράτος. Κλείνοντας με μια ρήση του Ουγκό που συμπυκνώνει- ίσως εφιαλτικά- τη σημερινή πολυπολιτισμική Γαλλία.

''Les miserables''

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου