«Last Christmas I gave you my heart, but the very next day, you gave it away, this year to save me from tears, I’ll give it to someone special». 

Οι «Wham!» τραγουδάνε και ο Χρήστος καθισμένος στο σαλόνι του καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Κοιτάζει με απλανές βλέμμα το ημερολόγιο που βρίσκεται κολλημένο κάτω από μια φωτογραφία της κεντρικής πλατείας της Μακρινίτσας. Είναι 25 Δεκεμβρίου, Χριστούγεννα ασφαλώς, και η γιορτή του. Γι’ αυτόν δεν είναι μέρα αγάπης και χαράς. Πάντα οι γιορτές τού προκαλούσαν μια απίστευτη θλίψη. Πες τα πολλά χαμόγελα, πες  η υπέρμετρη αισιοδοξία του κόσμου, πες  οι υποσχέσεις που δίνονται και που ποτέ δεν πρόκειται να τηρηθούν από κανέναν, τον μελαγχολούν.  

Η γέννηση του Θεανθρώπου έχει συνδεθεί με τον δικό του θάνατο, όχι βέβαια τον φυσικό, άλλα τον συναισθηματικό. Αν και έχοντας καταφέρει να ξεπεράσει τα πρώτα -ήντα δεν είχε γιορτάσει ποτέ αυτήν την συγκεκριμένη μέρα παρέα με κάποια από τις γυναίκες που γνώρισε στη ζωή του. 

 

Με βαριά βήματα βάζει ένα ποτήρι αψέντι και κάθεται σε μια παλιά δερμάτινη πολυθρόνα, υλικό αποτύπωμα της —σε αλαργινές εποχές—πλούσιας οικογένειάς του. Το μόνο που θύμιζε τα περασμένα μεγαλεία είναι αυτή η πολυθρόνα, μερικές φωτογραφίες και η γεροντική άνοια της αιωνόβιας γιαγιάς του.     

Η τηλεόραση βρίσκεται απέναντι του. Είναι κλειστή. Δεν χρειάζεται να δει καινούριες εικόνες Έχει την φαντασία του για αυτόν τον σκοπό. Η επιφάνειά της επιτρέπει στον Χρήστο να την χρησιμοποιήσει σαν πανί, ώστε να προβάλλει πάνω της όλα αυτά που έχει καταγράψει η κάμερα του μυαλού του.  

«Once bitten and twice shy, I keep my distance but you still catch my eye, tell me baby, do you recognize me? Well it’s been a year it doesn’t surprise me (happy Christmas)». 

Το 1984 σε ένα κάποιο Χριστουγεννιάτικο εφηβικό πάρτι, η Αναστασία του είχε πει μισομεθυσμένη: «Χρήστο, δεν σ’ αγαπώ. Θέλω να χωρίσουμε». Τα λόγια της έπεσαν σαν σφαίρες πάνω στην καρδιά του και την γάζωσαν. Ο George παρέα με τον Andrew τραγουδούσαν το απόλυτο τραγούδι της εποχής. Εκείνοι τραγουδούσαν μέσα στην τρελή χαρά κι εκείνος έκλαιγε βουβά πάνω από ένα κουτάκι μπύρας. Η πρώτη μαχαιριά της αγάπης τον είχε πληγώσει πολύ βαριά. Και ας ήταν μόνο δέκα έξι. Η αγάπη δεν κοιτάζει ηλικίες. Έρχεται στα ξαφνικά και στα ξαφνικά πάλι φεύγει. Φεύγει αλλά τη ζημιά σού την έχει κάνει.  

  «I wrapped it up and sent it, with a note saying “ I love you” I meant it, now I know what a fool I’ve been, but if you kissed me now I know you’d fool me again». 

Δεύτερο καρέ. Κοντά στην αλλαγή των δύο δεκαετιών. Τεταρτοετής φοιτητής στο Πολιτικό της Νομικής. Μακρύ μαλλί, ιδεολογία και αντίσταση στον ιμπερεαλισμό. Φραπέ και τάβλι στα καφενεία των Εξαρχείων, rock βραδιές σε παρακμιακά φοιτητικά μπαράκια, αλκοόλ, φιλοσοφία, τσιγαριλίκια, παρέα με τον μεγάλο έρωτά του, τη Γεωργία. Από τον πρώτο μήνα στη σχολή μαζί. Αχώριστοι. Από την αυγή μέχρι την επόμενη. Οι γονείς του στα πρόθυρα εγκεφαλικού, αλλά εκείνος δεν έδινε δεκάρα. Ήταν ερωτευμένος κι αυτό τού ήταν αρκετό για να γράφει όλον τον κόσμο, χωρίς καμία εξαίρεση, στα παπάρια του.  

Το βράδυ των Χριστουγέννων αντί για ευχές από την Γεωργία, άκουσε κλάματα και θεατρινισμούς. Δεν μπορούσε να συνεχίσει μαζί του, είχε ερωτευτεί τον κλώνο του Μαρξ στη βλάχικη εκδοχή του, μιας και το καινούριο παλικαρόπουλο της ζωής της ήταν από το ίδιο χωριό με εκείνη, μια συστάδα σπιτιών χωμένα σε κάποια γωνιά των Θεσσαλικών βουνών. Το ίδιο βράδυ δοκίμασε για πρώτη φορά και τελευταία κοκαΐνη. Νόμιζε ότι θα γιατρευόταν με ένα τόσο φτηνό κόλπο. Ξεγέλασε για μερικές ώρες την καρδιά του, αλλά μόλις πέρασε η επίδραση, η θύμησή της ήρθε πιο δυνατή, πιο άγρια, έτοιμη να στοιχειώσει τα όνειρα του. Και τα κατάφερε. Ο Χρήστος κλείστηκε για ένα ολόκληρο χρόνο στο σπίτι του παρέα με τις αναμνήσεις του. Τριακόσιες εξήντα οκτώ μέρες μετά τον χωρισμό έκοψε τα μαλλιά του, πέταξε τα βιβλία του Μαρξ και του Λένιν στα σκουπίδια, παρέα με τις φωτογραφίες της. Έβγαλε από το μυαλό του το σφυροδρέπανο και κάθε σοσιαλιστική ιδεολογία και μαζί  καθετί που τον ένωνε με την Γεωργία.  

«A crowded room, friends with tired eyes, I’m hiding from you and your soul of ice, my god I thought you were someone to rely on, me? I guess I was a shoulder to cry on, a face on a lover with a fire in his heart». 

Τρίτο καρέ. Δέκα χρόνια πίσω. Καλοκαίρι στην Σαντορίνη. Στην Οία γνώρισε την Χρύσα. Ζέστη πολύ και ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα. Η Χρύσα τον πλησίασε. Κι εκεί άρχισαν όλα. Είχε σβήσει με ένα σφουγγάρι από τον μαυροπίνακα του μυαλού του, όλες τις προηγούμενες απογοητεύσεις. Είχε πιστέψει πραγματικά ότι ήταν το άλλο του μισό. Έβλεπαν τον κόσμο με τα ίδια μάτια. Ανέπνεαν με μια ανάσα· αρκούσε μια ματιά για να συνεννοηθούν. Ο απόλυτος έρωτας, η απόλυτη ευτυχία.  

Οκτώ χρόνια σχέσης κάηκαν στην φωτιά —που εκείνη άναψε— όταν δυο μήνες πριν τον γάμο είπε: «Νιώθω πιεσμένη, δεν μπορώ να κάνω αυτό το βήμα μαζί σου, θέλω να ζήσω την ζωή μου».  

Είχε κερδίσει ακόμη μια πίκρα την ημέρα της γιορτής του. «Χρόνια πολλά, Χρηστάκη να ζήσεις» του είπε ο εαυτός του και του έβγαλε αναιδώς την γλώσσα. « Και συ φουκαρά μου, νόμιζες ότι είχες βρει την πραγματική αγάπη!» συνεχίζοντας και σηκώνοντας τα χέρια του έριξε δύο φάσκελα, λέγοντάς του: « Πάρ’ τα!». 

«A man undercover but you tore me apart, now I found a real love you’ll never fool me again». 

Δυο χρόνια έχουν περάσει και ο Χρήστος δεν μπορεί να ξεχάσει. Την αγαπάει ακόμη. Κλείνει τη «κάμερα». Δεν μπορεί να ζει μόνο με αναμνήσεις. Πρέπει να πάρει την ζωή στα χέρια του και να την στύψει σαν λεμονόκουπα. Και μετά να πάρει το κύπελλο του νικητή και να πιει όλο τον χυμό. Να ευχαριστηθεί κάθε γουλιά.  

Αφήνει το αψέντι, κλείνει το ηχοσύστημα, βουτάει τα κλειδιά της μηχανής και σε χρόνο ρεκόρ βρίσκεται στο πεζοδρόμιο. Καβαλάει την «Africa» και μαρσάρει. Ανεβαίνει με χίλια την Ποσειδώνος. Στο φανάρι της Καλαμακίου στρίβει δεξιά. Τον ξέρει τον δρόμο. Πρώτο, δεύτερο, τρίτο στενό, δεξιά. Τέταρτη πολυκατοικία στο αριστερό του χέρι. Λαχανιασμένος χτυπάει ένα κουδούνι, που τόσες και τόσες φορές έχει χτυπήσει στο παρελθόν.  

«Ποιος είναι;», μια γλυκιά γνώριμη γυναικεία φωνή. 

«Εγώ, ο Χρήστος. Χρύσα, άνοιξε μου σε αγαπάω!»  

Και η εξώπορτα δεν ανοίγει. Περίμενε να ψαρέψει την ελπίδα μέχρι το λυκαυγές O George  και ο Andrew κρυμμένοι πίσω από μια τεράστια γλάστρα που βρίσκεται στην πυλωτή να έχουν κατέβει από τη σκηνή, να τον έχουν πιάσει από τον ώμο, προσπαθώντας να τον πείσουν πως όλα έχουν τελειώσει οριστικά κι αμετάκλητα.

''Last Christmas''

του Άγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo