Στις έξι το πρωί χτύπησε το ξυπνητήρι. Με μάτια κλειστά άλλαξα πλευρό και με είδα στη συνοικιακή ταβέρνα, στο τραπέζι δίπλα στην κουζίνα, σκυμμένο πάνω από ένα πιάτο γεμάτο, να δαγκώνω αχόρταγα κάτι λιπαρό. Τυλιγμένος ολόκληρος στα μαύρα, στο δεύτερο πετσί μου, έτρωγα αδηφάγα, με το ξίγκι να μπαίνει στα δόντια, να γλιστρά στην κατάποση, να αγκαλιάζει την καρδιά μου. Στο στόμα έφερνα βιαστικά τα δάχτυλα, ένα ένα τα έγλειφα, απαλείφοντας κάθε νόστιμο και γλοιώδες υπόλειμμα. Στο βάθος, η τηλεόραση πρόβαλε την αναμετάδοση ενός αγώνα. Ανάμεσα στις κραυγές των φιλάθλων ξεχώρισα τη φωνή σου· μου φάνηκε ─μες στο λήθαργο─ πως ούρλιαζες σε έκσταση. Έξι και είκοσι, το ξυπνητήρι χτύπησε ξανά, άνοιξα τα μάτια, στα χέρια μου μια κολλώδης ουσία, στη γλώσσα μου η γεύση ωμού κρέατος κι εσύ ─μισή─ δίπλα μου έμοιαζες να κοιμάσαι.

Λαιμαργία

της Λήδας Ντόντου

© 2019 by Achilleas and Camilo