το σάλιο που περίσσεψε τροχίζοντας με σάπια νύχια τη δόξα των πτωμάτων, να φαντάζουν μεγαλείο στοιβαγμένα στον σηκωμένο σου αντίχειρα, φτύσ’ το εδώ, στο ίχνος που άφησαν τα τρύπια χέρια τους, σφίγγοντας τις πέτρες να βγάλουν λίπος απ’τη σάρκα, να καλύψεις έτσι το σπασμένο πρόσωπο αρρωστημένης ηδονής απ’ τις σχισμές που αφοδεύουν ελπίδες στον αέρα που αναπνέω, πως μια μέρα σαν κι αυτή, θα είσαι εσύ, ο πρώτος της φυλής σου. Μα δεν άκουσες το γέλιο του τυφώνα, που ήρθε να ξεριζώσει τ’ αγέννητα στη μήτρα σου μωρά και να σκορπίζει μακριά τ’ ανήμπορα κορμιά τους, για παιχνίδι. Φτωχέ, ανήμπορε του νου, ποιος σε όρισε να μας ορίζεις; Ακόμα δεν ερμήνευσες της μοίρας σου την πέτρα, πως μια μέρα σαν κι αυτήν, θα είσαι εσύ, ο τελευταίος απόγονος της σκέψης σου.

Κύριε με το βλέμμα υποκρισίας

του Παναγιώτη Δημητριάδη

© 2019 by Achilleas and Camilo