«Γιατρέ μου είμαι σοβαρά; » 

Ήταν ψύχραιμος κι αληθινός. Δεν είχε κρύψει ποτέ τα συναισθήματά του, πληρώνοντας κάθε φορά το ανάλογο κόστος.

«Θες την αλήθεια;»

«Εννοείται γιατρέ μου, εννοείται. Άλλωστε δεν έχω κανένα στον κόσμο, ούτε οικογένεια , ούτε φίλους, ούτε παιδιά , ούτε σκυλιά».

«Λοιπόν…» είπε και ξερόβηξε ίσα για να καθαρίσει τον λαιμό του.

«Λοιπόν έχεις καθολικό καρκίνο. Έχεις ένα μήνα ζωή…» είπε λέγοντας αργά τις λέξεις. Υπό τον φόβο της δυσπεψίας. Το τέλος του χρόνου έπεφτε στο περισσότερους βαρύ. Κάτι σαν στιφάδο. Μόνο που έλειπαν οι σόδες.

«Μάλιστα…»είπε ξεφυσώντας,  «ευχαριστώ γιατρέ…» κατάφερε να ολοκληρώσει την πρόταση. Περισσότερο για να τηρήσει τον κώδικα ευγενείας. Αν υπήρχε τέτοιος.

Ο γιατρός δεν απάντησε. Μόνο τον κοίταξε, συγκαταβατικά. Η συμπόνια είχε χαθεί στα φοιτητικά χρόνια. Η συμπόνια έπρεπε να απουσιάζει για να πάρεις τη σωστή ιατρική απόφαση. Το συναίσθημα όφειλε να είναι άγνωστη λέξη.

 Ο Γιάννης, έφυγε. Όχι στεναχωρημένος. Η κατάστασή του ήταν μη αναστρέψιμη. Τουλάχιστον όμως ήξερε. Είχε έναν μήνα μπροστά του. Πόσο μπορούσε να αποτιμηθεί, να μετρηθεί η αξία ενός μήνα; Σε κάποιον που θα ζούσε μέχρι τα εκατό του; Σε κάποιον που θα πέθαινε το επόμενο λεπτό;

Πήγε σπίτι. Ήταν καλοκαίρι. Έβγαλε από τις ντουλάπες του όλα του τα χειμερινά ρούχα. Κράτησε όσα καλοκαιρινά θα του χρειάζονταν και τα υπόλοιπα τα ντάνιασε πάνω από αυτά του χειμώνα. Πήρε τηλέφωνο στο γραφείο της τοπικής ενορίας.

Σε δέκα λεπτά ο νεωκόρος της εκκλησίας είχε έρθει μαζί με δύο ταλαίπωρους μετανάστες, φερμένους από τα βάθη της Σιβηρίας και ένα φορτηγάκι. Μάζεψαν τα ρούχα κι έφυγαν. «Ο Θεός να σε ευλογεί» είπε ο νεωκόρος στον Γιάννη. «Δεν το βλέπω» απάντησε με σαρκασμό και μια ελαφριά ειρωνεία. Ο νεωκόρος ξαφνιάστηκε, αλλά δεν απάντησε. Ας τον έκρινε ο Θεός.

Το διαμέρισμα στο οποίο κατοικούσε ήταν ιδιόκτητο. Νόμιμους κληρονόμους (που να γνωρίζει από κοντά) δεν είχε. Κατέβηκε με τα πόδια μέχρι το Χατζηκυριάκειο ίδρυμα. Ζήτησε να δει τον διευθυντή. Μια παχουλή κυρία με ένα μεγάλο ροζ σκελετό γυαλιών τον υποδέχθηκε, όπως καλωσορίζει μια μητέρα τον ξενιτεμένο γιο της.

«Τι θα θέλατε;» τον ρώτησε με την ευγένεια που απαιτούσε ο ρόλος της.

«Θα μπω σύντομα στο θέμα, γιατί ο χρόνος μου είναι πολύ λίγος» είπε κοφτά ο Γιάννης. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Όταν μαθαίνεις πόσος χρόνος σου μένει στην κλεψύδρα της ζωής, τότε αντιλαμβάνεσαι πλήρως τη λέξη «σπατάλη».

«Καταλαβαίνω» έκανε καλοσυνάτα.

«Μάλλον όχι, αλλά δεν με πειράζει. Σε ένα μήνα πρόκειται να φύγω από τη ζωή και επιθυμία μου είναι να δωρίσω το σπίτι μου στο ίδρυμά σας». Ένιωσε να λαχανιάζει. Να κόβεται η ανάσα του. Αναρωτήθηκε αν ήταν ένα αποτέλεσμα της ασθένειας ή απλώς τα είχε πει εξαιρετικά γρήγορα χωρίς να πάρει ανάσα; Όχι ότι είχε ιδιαίτερη σημασία.

«Μάλιστα» απάντησε με μια χαρμολύπη που φάνηκε σαν  παύση ανάμεσα στο  «μα» και στο «στα».

«Έχω μόνο μια επιθυμία» συνέχισε ο Γιάννης κοιτάζοντας πάνω και πίσω από τον ώμο της την εικόνα με το πρόσωπο του Ιησού. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. Με ποιον τρόπο θα του άναβε και πάλι τη φλόγα της ελπίδας;

«Πείτε μου παρακαλώ» αποκρίθηκε η γραμματέας. Το βλέμμα της είχε σκοτεινιάσει. Στάλες ιδρώτα νότιζαν το μέτωπό της. Καταραμένη εφίδρωση, σκέφτηκε και με μια γρήγορη δήθεν τυχαία κίνηση σφούγγισε με την παλάμη της τον ενοχλητικό υγρό επισκέπτη.

«Θέλω μόλις πεθάνω, να αναλάβετε την κηδεία μου. Δεν εννοώ σε καμία περίπτωση τα έξοδα, απλά δεν έχω άνθρωπο να κάνει την διαδικασία της ταφής» είπε ο Γιάννης με τόνο που σαφώς ξεπερνούσε τα όρια της κυνικότητας. Δεν του είχε μείνει και κάτι άλλο.

«Μάλιστα». Κοιτούσε το μωσαϊκό κάτω από το γραφείο της. Ποτέ της δεν είε προσέξει εκείνο το υπέροχο σμαραγδί του χρώμα. Ήταν η θλίψη των στιγμών που τη είχαν κάνει να αξιολογήσει και να προσέξει άλλοτε ασήμαντα πράγματα, εικόνες χαμένες στη δίνη της καθημερινότητας;

«Δεν θέλω να δεσμευθούμε με συμβόλαιο για αυτό το θέμα. Βασίζομαι στην καλή πίστη» είπε ο Γιάννης μιλώντας μηχανικά, κάτι σαν τεχνοκράτης διευθυντής προσωπικού που ανακοινώνει στους παρευρισκόμενους εργαζόμενους την άμεση απόλυσή τους.

Ένευσε καταφατικά, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον χείμαρρο των συναισθημάτων που την κατέκλυζαν.

«Λοιπόν μήπως ήρθε η ώρα να καλέσετε  τον συμβολαιογράφο και τους άλλους εμπλεκόμενους;» ρώτησε ο Γιάννης κοιτάζοντας το ρολόι του, υπενθυμίζοντας χωρίς να μιλήσει τη σπουδαιότητα του χρόνου.

«Όπως επιθυμείτε» υπάκουσε η δεσποινίς Φούλα ετών πενήντα ένα έχοντας βαπτιστεί ως Αφρούλα.

Σε δύο ώρες όλα είχαν τελειώσει. Ο Γιάννης «έγραψε» το σπίτι ( και ότι υπήρχε μέσα σε αυτό μετά τον θάνατό του ) στο ίδρυμα.

Πήρε τον ηλεκτρικό από το λιμάνι του Πειραιά και ανέβηκε στο Μοναστηράκι. Αγόρασε ένα μαγιό, μία σκηνή και ένα εκδρομικό σάκο. Η ίδια διαδρομή από την ανάποδη. Το λεωφορείο «Λόφος Βώκου-Καλλίπολη» τον πήγε μέχρι την πλατεία Σερφιώτου. Πέρασε  από την τράπεζα της γειτονιάς του. Έκανε ανάληψη όλα του τα χρήματα. Ανέβηκε στο σπίτι του και έβαλε τρεις χιλιάδες ευρώ σε ένα άσπρο φάκελο. Έγραψε απ’ έξω με ένα μπλε μαρκαδόρο: « Έξοδα κηδείας».

Κατέβηκε πάλι μέχρι το ίδρυμα. Συνάντησε τη διευθύντρια, της έδωσε τα δεύτερα κλειδιά του σπιτιού και της εξήγησε για τον φάκελο. Θα φρόντιζε εκείνος ώστε να μάθει την είδηση του θανάτου του.

Πάλι πίσω στο σπίτι.  Γέμισε τον σάκο με τα ρούχα που είχε κρατήσει. Πλήρωσε όλες τις εκκρεμότητες που είχε, σπαταλώντας τις υπόλοιπες ώρες του μεσημεριού στα διάφορα γραφεία πληρωμής λογαριασμών κοινής ωφέλειας.

Το απόγευμα έβγαλε ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τα Κουφονήσια. Κατέβηκε από το πλοίο και με την βοήθεια του καϊκιού του Καπετάν-Πράσινου έφτασε στο κάτω Κουφονήσι. Έστησε την σκηνή στο πιο απομακρυσμένο μέρος της αμμουδερής παραλίας. Κατά την διάρκεια του σύντομου ταξιδιού Άνω-Κάτω Κουφονησίου ,είχε εξηγήσει  όλη την κατάσταση στον καπετάνιο. Εκείνος θα ερχόταν, ως άλλος αγγελιοφόρος θανάτου, κάθε μέρα απλά για να βλέπει αν ήταν ακόμη ζωντανός.

 Το αντάλλαγμα αυτής της πράξης είχε οριστεί στα 50 ευρώ την φορά. Το πρωινό που δεν θα τον έβρισκε στις 11.00 πάνω στον μόλο να τον χαιρετάει, θα έπρεπε να τηλεφωνήσει στην  διευθύντρια για να της ανακοινώσει το λυπηρό γεγονός.

Ο καπετάνιος την πρώτη βδομάδα δέχθηκε τα χρήματα. Την επόμενη όχι. Δεν του πήγαινε να παίρνει χρήματα από έναν ετοιμοθάνατο. Ο Γιάννης το σεβάστηκε. Ούτως ή άλλως είχε αφήσει στη σκηνή του έναν φάκελο με χρήματα για αυτόν. Έγραφε απ’ έξω «Δία την συντήρηση του καϊκιού του Καπετάν-Πράσινου».

Οι μέρες περνάγανε και ο Γιάννης ρουφούσε σαν χρόνια διψασμένος εικόνες, στιγμές, μυρωδιές. Ήξερε ότι κάθε μέρα που ξημέρωνε ίσως ήταν η τελευταία του.

Άφησε την τελευταία του πνοή το ξημέρωμα της 21ης Αυγούστου κοιτάζοντας τον ήλιο που ανέτειλε υπέρλαμπρος μέσα από τα γλαύκα σύννεφα.

Ξεκαθάρισμα

του 'Αγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo