Πέρασε κιόλας η ημερομηνία που μπαίνει η άνοιξη, που η μέρα κέρδισε στο χρονόμετρο την νύχτα.  Πιο πολύ σκέφτονταν την παρέλαση και φοβόταν τα τύμπανα που χτύπαγαν χωρίς ρυθμό και τον έκαναν να χάσει το βήμα του το φθινόπωρο -στο ΟΧΙ. Ήταν ψηλός και έμπαινε παραστάτης χωρίς να κληρωθεί. Τους φώναζε ο διευθυντής στις πρόβες ότι κάνανε -επέτειο με την επέτειο το βήμα να σέρνεται. Τον είχε ακούσει να λέει γελώντας πως ήταν καλύτερα όταν φορούσε  παρωπίδες η αριστεία  -στα μάτια των σημαιοφόρων  που κοιτάνε μόνο μπροστά στους ουραγούς που προηγούνται.

Αυτού του άρεσε η γιορτή που έκαναν την παραμονή στην μεγάλη αίθουσα. Ήθελε κοινό δικό του και να απαγγείλει ένα ποίημα, αν ήταν δυνατό για τους Ομηρικούς ήρωες και όχι για τις εκρού -στο χρώμα του νεκρού κορμιού, προσωπογραφίες των αυστηρών ηρώων του ’21. Ξεθωριασμένα από το φως του ήλιου στον τοίχο τα κόκκινα και τα μπλε στις φορεσιές έχουν λιώσει και έχει μείνει το μαύρο από τις φούντες στα τσαρούχια ανακατεμένο με συνθήματα,  tags και γκράφιτι.

Η φιλόλογος τους είχε μοιράσει ρόλους και ποιήματα για την πατρίδα -αποσπάσματα τα πιο πολλά από ιστορίες ηρώων που μισούσε. Τους έκανε και μια ώρα θρησκευτικά μιλώντας για πράγματα που κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει. Δεν πρέπει να ήταν πολύ κυρία αυτή η παρθένος που της φέρνανε λουλούδια άγγελοι. Μόνο που στις εικόνες, έτσι με τα μαλλιά σκεπασμένα έμοιαζε με την Φατιμά και τις φίλες της που φορούσαν μαντίλα. Ίδια μάτια ήρεμα, που κοίταγαν έναν άλλο κόσμο, ίδια μύτη, μακριά, μια αυστηρότητα στο πρόσωπο. Η Φατιμά όμως θα γίνονταν κυρία και πολύ θα ήθελε να της πρόσφερε -όχι κρίνο αλλά ένα τριαντάφυλλο.  

Κυρίες στην γιορτή βέβαια θα  ήταν οι μητέρες -η δική του και των πεσόντων  -με χτενίσματα φρέσκα και κραγιόνι στα συνοφρυωμένα χείλη. Η μάνα του θα φορούσε το κόκκινο της παλτό με τα μαύρα κουμπιά και τα καινούργια χαμηλά παπούτσια.

Στην ηλικία του το παιχνίδι στα διαλείμματα σταματά και αφήνει χώρο και χρόνο σε άλλες δραστηριότητες. Μόνο το ποδόσφαιρο στην μεγάλη αυλή δεν σταματά ποτέ και πιστεύει πως όλοι πρέπει να παίζουν. Έπαιζαν και πόλεμο με ντουφέκια φτιαγμένα από σκουπόξυλα με ένα μανταλάκι πάνω κολλημένο.  Πέταγε λαστιχάκια που έτσουζαν τα μάγουλα. Γίνονταν και γιαταγάνια τα ίδια ντουφέκια να κόβουν λαιμούς. Εκεί να δεις μαλλιοτράβηγμα. Βέβαια από τότε μόνο οι ηλίθιοι έπαιζαν πόλεμο και όταν τέλειωνε έπαιρναν μεγεθυντικούς φακούς και έβαζαν φωτιά -με του ήλιου το φως -σε κάμπιες και χοχλιούς.

Όταν τελειώνει ένας πόλεμος αρχίζει ένας εμφύλιος και η αιτία είναι ποιος στο μέτρημα σκοτώθηκε πιο πολλές φορές. Ο ίδιος σε κάθε μάχη σκοτωνόταν πέντε-έξι φορές… Πότε από λαστιχάκι πήγαινε, πότε από γιαταγάνι, πότε από ροχάλα.

Είχε μια ιδέα καρφωμένη στο μυαλό για να μην τσακώνονται -για να μην μετριούνται με τους νεκρούς. Είπε του κολλητού του “Μετά τον πόλεμο δεν θα αναμετρηθούμε -δεν θα κάνουμε εμφύλιο ” “Θα κάνουμε επανάσταση”

Την μέρα της γιορτής πήρανε την αμερικάνικη κουρευτική μηχανή του παππού του που ήταν συνταξιούχος στρατιωτικός και πήγανε στο σχολειό νωρίς. Μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη και πάνω απ’ τους νιπτήρες στις τουαλέτες κουρεύτηκαν με την ψιλή, ο ένας στους κροτάφους, από τα αυτιά πολύ πιο πάνω κι ο άλλος κούρεψε όλα του τα μαλλιά ψηλά από το κούτελο και πάνω. Κοιτάχτηκαν να φοράνε τα ρούχα του τσολιά με τα καινούργια τους κεφάλια και αντάλλαξαν λόγια αυτοπεποίθησης “Ζήτω η επανάσταση!” και ξεκίνησαν για την μεγάλη αίθουσα.    

Κομμός πολεμικός

του Νίκου Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo