Η Αθήνα σε κάνει κτήνος ,σκέφτηκε ο Άρης προσπερνώντας τον ζητιάνο τον εγκατεστημένο στη γωνιά του κτιρίου. Το κτίριο του Θεατρικού Οργανισμού ¨Κύκλος¨ είχε χτιστεί κολλητά με την Τράπεζα Θήβας και θα ήταν πολύ πιο αποδοτικό για τον ρακένδυτο τύπο με τα μεγάλα μάτια να εγκατασταθεί στην επόμενη γωνία.

 Αν και μου φάνηκε σε αρκετά καλή θέση για να φροντίσει τον εαυτό του...


 Πέρσι την ίδια εποχή άφηνε στον ζητιάνο της Πλατείας Γκύζη μισό ευρώ κάθε πρωί. Από τότε πολλά είχαν αλλάξει, οι ματαιώσεις των καλλιτεχνικών του σχεδίων τον είχαν σκληρύνει αν και όχι ανεπίστρεπτα. Είχε πολλές παλινδρομήσεις.

 Στη ρεσεψιόν έδωσε τα χαρτιά του σε μια ηλικιωμένη υπάλληλο που μάλλον υπήρξε κάποτε ηθοποιός ˙ τα χαρακτηριστικά της παρέπεμπαν σε παμπάλαια διαφημιστικά σποτ. Εκείνη τα τσέκαρε και έβαλε μια σφραγίδα, «η οντισιόν θα γίνει σε 15 λεπτά» του είπε. «Στον πρώτο όροφο».

 «Thanks!» είπε και κατευθύνθηκε στο ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί αλλά μόλις είδε το τζάμι της πόρτας να γεμίζει με φως τρομοκρατήθηκε και πήρε τις σκάλες. Τις ανέβηκε όσο πιο αργά γινόταν αλλά λίγο πριν το κεφαλόσκαλο κοντοστάθηκε. Μια πόρτα ήταν ανοιχτή μπροστά του κι από μέσα ακούγονταν χαμηλόφωνες συζητήσεις. Έκανε ένα βήμα ακόμα προς τα μπρος και μετά άρχισε να κατεβαίνει. Βγήκε από το κτίριο και πήγε κι έδωσε στον ζητιάνο ένα δίευρο, μετά ξαναμπήκε και κατευθύνθηκε -για δεύτερη φορά- στο ασανσέρ. Άνοιξε την πόρτα κι έδωσε εντολή για τον τέταρτο όροφο. Γιατί νιώθεις πολύ καλύτερα όταν κατεβαίνεις εσύ προς αυτούς τους οποίους θα συναντήσεις.

 Η έκπληξή του ήταν τεράστια όταν αντίκρισε τη Ρούλα. «Μπα,  μπα… το πήρες απόφαση αφεντικό;»

 «Φαίνεται πως το πήραμε μαζί» της απάντησε και μπουκάρανε αγκαζέ στην αίθουσα αναμονής. «Και δεν είμαι πια το αφεντικό κανενός».

 «Τι είσαι;» ρώτησε η Ρούλα με τη βραχνή της φωνή.

 «Άνεργος».

 «Σε λίγο θα γίνουμε διάσημοι» είπε η κοπέλα που κάποτε δούλευε για κείνον ως σερβιτόρα και κατόπιν -με κείνο τον αυθορμητισμό της που τον θυμόταν καλά- ξεκίνησε να συστήνεται σε όσους περίμεναν μέσα στην αίθουσα. Δεν ήταν παρά μόνο δυο άντρες και μια ακόμα γυναίκα : «35 και άνω , με πτυχίο δραματικής σχολής, που όμως δεν έχουν δουλέψει ποτέ ως ηθοποιοί». Τι αγγελία κι αυτή!

 Χρειάστηκαν λιγότερο από ένα πεντάλεπτο για να αισθανθούν όλοι μια παρέα ˙ οι αποτυχημένοι δεν κρατάνε πόζες αλλά αφήνονται στις καταστάσεις. Ο Άρης ψυχολόγησε τον καθένα ξεχωριστά και κατάλαβε πως υπήρχε λόγος που κανείς τους δεν είχε πετύχει και ούτε ποτέ θα πετύχαινε εκτός κι αν γινόταν κάποιο θαύμα. Ο μεγαλύτερος ηλικιακά, ο Σωτήρης, είχε δουλέψει πριν 17 χρόνια σε μια θεατρική ομάδα στο Βόλο αλλά τους ζήτησε να το κρατήσουν μυστικό. Τον άλλο μήνα έκλεινε τα 42.

 Ξαφνικά μια πόρτα πίσω τους άνοιξε αποκαλύπτοντας τη σάλα στην οποία γινόντουσαν οι οντισιόν. Μυστήρια πράγματα, δεν είδαν κανέναν πίσω από την πόρτα, η σάλα έμοιαζε παντελώς άδεια. Προχώρησαν μουδιασμένοι με τον Σωτήρη πρώτο-πρώτο να φτάνει στην κορυφή αυτής της αίθουσας που έμοιαζε με σχολική τάξη. Υπήρχε ένας πίνακας στον τοίχο και μπροστά του ένα γραφείο ενώ έξι σειρές με άδειες καρέκλες κοίταζαν προς αυτούς θυμίζοντας θρανία. Όμως δεν ήταν όλες οι καρέκλες άδειες ˙ σε μια από αυτές καθόταν ένας μικρόσωμος τύπος. Πρώτη τον εντόπισε η Ρούλα και είπε ένα ξερό και εντελώς αντι-επαγγελματικό «γεια» σηκώνοντας το δεξί της χέρι. Ακολούθησε παγωμάρα.

 «Ένας από σας πρέπει να φύγει» ακούστηκε ο μικρόσωμος άντρας να λέει. «Δουλεύω με ζυγούς αριθμούς. Το 4 είναι καλός αριθμός ενώ το 5 αρκετά κακός. Ένας πρέπει να φύγει».

 «Άλλο πάλι και τούτο» ψιθύρισε η Ρούλα δίπλα στο αυτί του Άρη.

 Ο άντρας σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να περπατά προς το μέρος τους. Απέπνεε κάτι μυστηριώδες αλλά και κάπως κωμικό. Οι 5 πρωτάρηδες ηθοποιοί ασυναίσθητα στοιχήθηκαν ο ένας πλάι στον άλλον λες και υπηρετούσαν στο στρατό και έπρεπε να παρουσιαστούν.

 «Είμαι ο ¨Δάσκαλος¨. Πείτε μου τα μικρά σας ονόματα».

 «Άρης».

 «Σωτήρης».

 «Ρούλα».

 «Μιχάλης».

 «Στέλλα».

 Τους κοίταξε έναν-έναν και μετά είπε : «Στέλλα εσύ φεύγεις».

 «Γιατί;» ρώτησε εκείνη. «Γιατί εγώ;»

 «Το όνομά σου σημαίνει ¨αστέρι¨. Και κανείς δε μπορεί να λέγεται αστέρι μέχρι να γίνει» της απάντησε κάνοντας τη Ρούλα και τον Άρη να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον με γουρλωμένα μάτια.

 «Είμαι ο ¨Δάσκαλος¨» ξανάπε. «Έχω σπουδάσει Θέατρο στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, Λογοτεχνία στο Σαν Φρανσίσκο και Κοινωνιολογία στη Ρώμη».

 «Τότε θα πρέπει να είστε 200 ετών» είπε η Ρούλα. Ο Άρης δαγκώθηκε. Και τότε που δούλευε γκαρσόνα στο δικό του café στη Νέα Ιωνία πέταγε τις ατάκες σα βόμβες.

 «Ίσως είμαι» είπε αυτός. Η Στέλλα ακούστηκε να κλείνει την πόρτα πίσω της.

 «Δέχτηκε πολύ εύκολα την απόρριψη» είπε ο Δάσκαλος. «Τι χαζή! Αν το διαπραγματευόταν λίγο θα έδιωχνα κάποιον άλλον, μάλλον εσένα Σωτήρη».

 «Γιατί εμένα;»

 «Εκπίπτεις της αγγελίας. Έχεις δουλέψει ήδη ως ηθοποιός».

 «Πριν αιώνες» απάντησε ο Σωτήρης. «Σε θεατρική ομάδα, όχι σε θίασο. Και έλεγα τρεις ατάκες με το ζόρι».

 «Ναι αλλά ήταν του Τσέχωφ» είπε αυστηρά ο Δάσκαλος κάνοντάς τους σχεδόν να φοβηθούν. Μπορεί να είχε κοριούς στην αίθουσα αναμονής, οκέι… Ο Σωτήρης όμως δεν είχε αναφέρει ούτε τον συγγραφέα ούτε το έργο.

 «Πόσο εύκολα εμπιστεύτηκες τους ανταγωνιστές σου!» του είπε απαξιωτικά ο Δάσκαλος. «Αλλά και σεις! Έτοιμοι να δείξετε αλληλεγγύη» απευθύνθηκε κατόπιν στους υπόλοιπους. «Αυτή η αίθουσα βρωμάει αποτυχία» κατέληξε.

 «Τι έπρεπε; Να τον καρφώσουμε;» ρώτησε ο Άρης.

 «Και μόνο που ρωτάς…» του απάντησε με περιφρόνηση.

 «Δεν είναι στο στυλ μου» τόλμησε τότε να πει ο Άρης. «Δεν το `χω με την προδοσία». Το πολύ-πολύ αυτό το ψώνιο να με σουτάρει ,σκέφτηκε. Τι είχαμε τι χάσαμε δηλαδή.

 «Α, χα!» έκανε ευχαριστημένος τώρα ο Δάσκαλος. «Ποιο είναι το στυλ σου δηλαδή; Τι τύπος είσαι εσύ; Ελάτε, μιλήστε μου για τον εαυτό σας. Ένας – ένας».

 «Να πω πρώτη εγώ;» ρώτησε η Ρούλα με τη βραχνή της φωνή.

 «Μ` αρέσει όταν παίρνετε πρωτοβουλίες, μπράβο!» είπε ο Δάσκαλος. Στην πραγματικότητα έδινε την εντύπωση πως μισεί όσους αγνοούν τους κανόνες.

 «Εγώ μικρή ήθελα να γίνω ηθοποιός» είπε η Ρούλα σαν αυτό να συμπύκνωνε όλη της την προσωπικότητα. Ακούστηκε λες κι ήταν απλώς η πρώτη πληροφορία μιας αυτό-παρουσίασης που έμελε να γίνει διεξοδική. Όμως μετά κόλλησε και κοκκίνισε μάλιστα ελαφρώς κάνοντας το Δάσκαλο να χαμογελάσει χαιρέκακα. «Θες να μας πεις τις αγαπημένες σου τραγουδίστριες;» τη ρώτησε. Η Ρούλα που δεν κατάλαβε πόση κακία έκρυβε αυτή η ερώτηση πέταξε 4-5 ονόματα. Για τον Άρη ήταν περίεργο να βλέπει αυτό το κορίτσι που το θεωρούσε ατίθασο να κομπλάρει έτσι. Φαίνεται σατανικός αυτός, σκέφτηκε. Θέλει προσοχή. Τι διάολο μας μάζεψε εδώ; Για ποιο έργο να μας θέλει;

 «Απ` όσο ξέρω γίνατε όντως ηθοποιός» συνέχισε τώρα ο Δάσκαλος προς τη Ρούλα. «Όλοι σας γίνατε, τουλάχιστον στα χαρτιά» είπε ρίχνοντας μια αστραπιαία ματιά και στους υπόλοιπους πριν ξανακαρφωθεί πάνω της. Η γρηγοράδα των κινήσεων του οι οποίες έμοιαζαν να ρέουν θύμισαν στον Άρη αιλουροειδές.

 «Πήρατε χαρτί από δραματική σχολή, συγχαρητήρια! Χαρτί!» είπε κι αν τον άκουγε κάποιος χωρίς να ξέρει για ποιο θέμα μιλά θα νόμιζε σίγουρα πως εννοεί «κωλόχαρτο».

 «Χαρτί!» ξανάπε. «Όμως δεν παίξατε ποτέ κανέναν ρόλο».

 «Αυτό δε ζητούσε η αγγελία;» έκανε ο Άρης.

 «Ακριβώς!» του απάντησε θριαμβευτικά.

 Α, είναι τελείως κομπλεξικός. Θέλει να δουλεύει με ανθρώπους που τους θεωρεί κατώτερους. «Είμαστε όλοι γεμάτοι αυτιά» είπε καταλαβαίνοντας μόνο την τελευταία στιγμή πόσο αστείο ακούγεται αυτό.

 «Θα παίξετε σε μια ταινία μικρού μήκους που θα γυριστεί στην Αθήνα... Όχι όλοι, κάποιοι από σας. Και θα μιλάτε σε μια ξένη γλώσσα. Όχι αγγλικά πάντως. Θα δούμε».

 Ο ορισμός της ασυναρτησίας.

 «Ποιες ξένες γλώσσες γνωρίζετε;»

 «Αγγλικά» είπε ο Άρης. «Κι εγώ» είπαν κι όλοι οι άλλοι σχεδόν ταυτόχρονα.

 «Τέλεια. Σκοπός είναι να μην γνωρίζετε καν τι λέτε. Απλά να επαναλαμβάνετε τους ήχους».

 Δεν είμαστε καλά.

 «Ίσως σας χρησιμοποιήσω και για ένα θεατρικό έργο, θα δούμε. Προς το παρόν σημασία έχει μόνο η ταινία. Με τι άλλο καλλιτεχνικό ασχολείστε;»

 «Εγώ γράφω» είπε ο Άρης.

 «Τι γράφεις;»

 «Σενάρια για ταινίες μικρού μήκους. Διηγήματα. Ποίηση».

 «Αρκεί, το γάμησες. Μόνο το ¨Πόλεμος και Ειρήνη¨ σου ξέφυγε».

 «Το `γραψε άλλος, γι` αυτό!» απάντησε ο Άρης τσαντισμένος.

 «Ι like you» είπε ο ¨Δάσκαλος¨.

 Το αγγλικό σου έλειπε σούργελο.

 «Κι εγώ γράφω. Ίσως με γνωρίζετε».

 «Μπα» είπε η Ρούλα. Είχε ξαναβρεί μάλλον το θράσος της.

 «Εγώ θα γράψω το σενάριο της ταινίας που θα παίξετε».

 «Εγώ λέω κάτσε γράψτο πρώτα και μας ξαναφωνάζεις» είπε ο Άρης.

 «Είμαι ο Λορέντζο Ντανιάν».

 «Ο Ντανιάν, μάλιστα…» είπε ο Άρης. Α, πες το μας έτσι. Είπαμε μην είσαι κάνας άσχετος.

 «Έχω κάνει τους ¨Απογόνους¨».

 «Τι είν` αυτό; Σειρά;» ρώτησε ο Σωτήρης.

 Επιτέλους μίλησε και κάποιος άλλος.

 «Ναι, σειρά. Δεκάξι επεισόδια. Σε ένα κανάλι που δεν υπάρχει πια, το Core».

 «Ασφαλώς θα έκλεισε αμέσως μετά την προβολή των ¨Απογόνων¨» είπε ο Άρης αλλά ο Ντανιάν τον αγνόησε.

 «Τελικά να σας λέμε ¨Ντανιάν¨ ή ¨Δάσκαλο¨;» ρώτησε ο Μιχάλης, ο πιο ψαρωμένος απ` όλους.

 «Εσύ φεύγεις».

 «Μα…»

 «Φεύγεις, φεύγεις! Είπα εξ αρχής πως στην ταινία δεν θα παίξετε όλοι. Το έχω πει».

 «Μα το 3 είναι κακός αριθμός Δάσκαλε Ντανιάν» είπε ο Άρης. «Εσείς δουλεύετε με ζυγούς αριθμούς».

 «Εγώ αποφασίζω και λέω πως έφυγε!» ύψωσε τη φωνή ο Ντανιάν.

 «Ό,τι πείτε» συμπλήρωσε και η Ρούλα. Η φωνή της είχε αποχρωματιστεί από τη βραχνάδα της.

 «Στην ταινία θα παίξετε εσείς οι τρεις. Κατά πάσα πιθανότητα θα σας πλαισιώσουν και κάποιοι μόνιμοι ηθοποιοί του θεατρικού οργανισμού ¨Κύκλος¨. Ξέρετε γιατί ο θεατρικός οργανισμός ¨Κύκλος¨ χτίστηκε στο ίδιο κτίριο που χτίστηκε και η Τράπεζα Θήβας; Γιατί για το ίδιο κτίριο πρόκειται».

 «Δεν έχουμε ιδέα» απάντησε ο Σωτήρης για λογαριασμό όλων. Ο Μιχάλης ακούστηκε να κλείνει την πόρτα πίσω του.

 «Επειδή η Θήβα είναι η πόλη στην οποία διαδραματίζονται οι σημαντικότερες αρχαίες τραγωδίες. Η Καλλιρρόη Δεπούντη, η οποία υπήρξε η πρώτη γυναίκα αρχιτέκτονας αυτής της γελοίας χώρας, το κότσαρε επίτηδες εκεί.

 «Με συγχωρείτε αλλά δεν μπορείτε να λέτε γελοία την Ελλάδα και την ίδια στιγμή να αποθεώνετε την αρχαία ελληνική τραγωδία».

 «Δεν πρόκειται για την ίδια χώρα αγαπητέ μου».

 Έγινα αγαπητός, μάλιστα…

 «Βλέπετε μεσολάβησε το Βυζάντιο! Όμως χάνουμε το θέμα... Σας χρειάζομαι σαν ηθοποιούς και όχι ως φιλοσόφους. Πρέπει, αν θυμάστε, να παίξετε σε μια ταινία στην οποία θα μιλάτε μια γλώσσα που δεν γνωρίζετε».

 «Ωραία! Πότε αρχίζουμε τις πρόβες;» ρώτησε ο Άρης.

 «Εσύ είσαι η συμπάθειά μου! Όμως βιάζεσαι. Δεν πρέπει πρώτα να απαλλαγείτε από τα πάθη και τα λάθη σας;»

 «Τα ποια;»

 «Καλά, τα λάθη ας τα αφήσουμε. Τα πάθη όμως;»

 «Τι εννοείται Δάσκαλε Ντανιάν;» ρώτησε σα χαζός ο Σωτήρης.

 «Εσύ φεύγεις».

 Ο Σωτήρης ξεκίνησε να την κάνει αλλά ο Δάσκαλος τον πρόλαβε. «Αστειεύτηκα».

 «Μα επιτέλους… περί τίνος πρόκειται;» ξεσπάθωσε η Ρούλα.

 «Μια ταινία στην οποία θα πεθαίνετε ένας – ένας. Μία – μία». Έκανε μια μικρή παύση και μετά είπε : «Ώσπου μένει ο κανένας. Ο Οδυσσέας. Το τίποτα. Ο παζολινικός άθεος».

 «Δεν ξέρω αν θέλω να παίξω».

 «Φυσικά και θα παίξεις κοριτσάκι μου. Όλοι θα παίξετε. Εσείς και κάποιοι ακόμα ατάλαντοι. Και θα πεθαίνετε. Θα ΠΕΘΑΙΝΕΤΕ. Εις το διηνεκές. Ένας – ένας. Μία – μία».

 «Όταν ρώτησα περί τίνος πρόκειται εννοούσα το στόρυ» είπε η Ρούλα.

 «Τα ελληνικά σου».

 «Τα δικά σου».

 «Χα χα, μ` αρέσεις!»

 «Τι εννοούσες όταν έλεγες πως πρέπει να εγκαταλείψουμε τα πάθη μας;» ρώτησε ο Άρης.

 Ο Ντανιάν τον κάρφωσε κατάματα και μετά …έμεινε ακίνητος κάνα δίλεπτο να τον κοιτάζει. Όταν πια είχαν αλληθωρίσει και οι δυο ο Ντανιάν άρχισε να βήχει με τρομερή δύναμη, ένα βήχα ξερό, δίχως να εκτοξεύει κανένα σταγονίδιο αλλά που τον έκανε στο τέλος να διπλωθεί κρατώντας την κοιλιά του και φτάνοντας ν` αγγίζει με το μέτωπο σχεδόν το πάτωμα. Σταμάτησε απότομα και ορθώθηκε πάλι και …έμοιαζε κάποιος άλλος.

 «Τέρμα οι μαλακίες» είπε.

 

Σ Υ Ν Ε Χ Ι Ζ Ε Τ Α Ι

Κι ύστερα η φήμη θα σας ελεθερώσει

του Κώστα Ζαχαράκη

© 2019 by Achilleas and Camilo