© 2019 by Achilleas and Camilo

Κάτω από μία γέφυρα, το πρώτο χτύπημα τον βρήκε στα πλευρά και σκόρπισε τα χαρτονομίσματα που κρατούσε στα χέρια του.

 Παρ’ ελπίδα, δεν τον τρόμαξε. Ίσως –σιγά σιγά – είχε  αρχίσει να συνηθίζει την κακοποίηση. Σχεδόν κάθε μέρα, η ίδια μοίρα. Η ίδια τύχη.

Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο τσιμέντο, φρόντισε μόνο να διπλωθεί στο πλάι σε εμβρυακή στάση, με τα χέρια γύρω από το κεφάλι του, για να το προστατεύουν. Όσο γίνεται. Μήπως και το κορμί του μπορέσει να απορροφήσει τους κραδασμούς. Όσο μπορέσει.

Αυτό το κορμί, το σαρκίο.

Που τον χειμώνα περόνιαζε και έμοιαζε με έναν μικρότερο ταυτόχρονο χειμώνα. Ίσως παράλληλο, ίσως ομόκεντρο, πλην όμως το ίδιο λευκό και το ίδιο εχθρικό σαν όλους τους αστικούς χειμώνες. Και το καλοκαίρι μούσκευε και στέγνωνε και ξαναμούσκευε και ξαναστέγνωνε και καταντούσε τραχύ σαν την ξεραμένη άμμο, ακανθώδες σαν το τριβόλι, δύσβατο σαν ξερονήσι. Ανεμοδαρμένο. Αυτό το κορμί το ακυβέρνητο, που είχε αφεθεί στις εποχές να το πηγαίνουν όπου θέλουν, να το λερώνουν, να το γδέρνουν, να το πλένουν και να το στύβουν. Να του το επιστρέφουν, χειρότερο από ότι το είχαν παραλάβει. Κάθε φορά χειρότερο.

Όλο και χειρότερο. Όλο και πιο γερασμένο, όλο και πιο ξένο. Όλο και πιο αέρινο και διάφανο. Ένα ξεπουλημένο κουρέλι, στα χέρια τους, όλο και λιγότερο δικό του.

 Μα πως μπορεί – ένα ξεπουλημένο κουρέλι που γίνεται μέρα με την μέρα όλο και λιγότερο δικό του – να  νιώσει  τόσο έντονο πόνο, στο δεύτερο χτύπημα;

Το δεύτερο χτύπημα τον βρήκε στον μηρό του δεξιού ποδιού.

Τον ανάγκασε να αφήσει ένα οξύ αγκομαχητό που τόσο πολύ ταίριαζε με την άναστρη και θλιβερή νύχτα, γύρω του. Τόσο πολύ έμοιαζε με κατακλείδα πρόταση μετεωρίτη, λίγο πριν η ατμόσφαιρα τον πυρπολήσει και τον ξανακάνει αστρική σκόνη. Τόσο πολύ θύμιζε με  πολεμική ιαχή άγνωστης ανθρώπινης φυλής και τόσο λίγο έμοιαζε με δικό του αγκομαχητό. Με δικό του, ταυτοτικό,  ανθρωπίσιο ήχο.

Στιγμιαία ξέχασε τον πόνο, ξέχασε τα λεφτά που θα κέρδιζε, ξέχασε και τον μηρό του που αντιδρούσε σπασμωδικά. Ξέχασε το αέρινο και πολυφορεμένο σαρκίο του,  την σχεδόν καθημερινή του μοίρα και παραξενεύτηκε για αυτόν τον καινούριο ήχο. Για αυτό το ύποπτο ηχόχρωμα που χωρίς να το σκαρφιστεί, χωρίς να το διατάξει, εκείνο εμφανίστηκε από μόνο του και κατρακύλησε στην πλάση. Αυτόβουλο. Ανάμεσα σε αυτόν και στον σαδιστή που τον κλωτσούσε. Τον σημερινό δυνάστη.

Παραξενεύτηκε τόσο πολύ, που πήρε τα χέρια του γύρω από το κεφάλι και τα έφερε στο λαιμό του λες και ήθελε να ψηλαφίσει την διαδρομή που ακολούθησε ο ήχος προτού βγει από το στόμα του. Για να ιχνηλατήσει την πορεία του, όπως συνηθίζουν οι πρωτόγονες ράτσες να διαβάζουν και να οσφραίνονται τα αποτυπώματα των άγριων θηρίων στο έδαφος της ζούγκλας. Για να χαράξουν στο μυαλό τους, το διάβα τους.

Το τρίτο χτύπημα τον βρήκε κατακέφαλα.  Απροειδοποίητα. Τα χέρια δεν ήταν εκεί για να το προστατέψουν. Ο σημερινός σαδιστής ήταν πιο έξυπνος από όλους τους υπόλοιπους και κατά συνέπεια και πιο επικίνδυνος.

Όταν είσαι άστεγος και ζεις κάτω από μία γέφυρα είσαι η άκρη του κόσμου τους. Η σκωληκοειδής τους υπόφυση και το ακροτελεύτιο τους μέλος. Είσαι το έσχατο ακρωτήρι της επικράτειας τους, το πιο δυσπρόσιτο μέρος της  μα και ο Καιάδας όπου στέλνουν τους μισερούς τους, για να ανδρωθούν και να γίνουν αρτιμελείς. Για να γίνουν όπως τους θέλουν. Είσαι το μέρος όπου, με λίγα χαρτονομίσματα, μπορούν να είναι οι πραγματικοί τους εαυτοί. Το σημείο όπου αποσυμπιέζονται. Κι αφήνουν τα ένστικτα τους ελεύθερα κι ανεξέλεγκτα, προτού τους πνίξουν.

Με λίγα χαρτονομίσματα.

 Σου κάνουν όλα αυτά που φοβούνται να κάνουν στα αφεντικά τους, στους δεσποτικούς γονείς τους, στους κυριαρχικούς συναδέλφους τους. Είσαι εκείνη η άλλοτε χλωμή κι άλλοτε μελανιασμένη σάρκα, που έχουν αφαιρέσει από μέσα της - με λεπτή ταξική χειρουργική επέμβαση – όλη της την αξιοπρέπεια, όλα της τα δικαιώματα, όλα τα συναισθήματα και το κατ’ εικόνα. 

Είσαι εκεί,  όπου δεν φτάνει πια να δει το βλέμμα, όπου δεν ακούγεται η φωνή και δεν ξημερώνει ο ήλιος.  Κάτω από μία γέφυρα είσαι μόνο κρύο, καύσωνας, ιδρώτας και μώλωπες. Είσαι τα μειωμένα αντανακλαστικά από την πείνα και η άσκοπη αντίσταση από τις κακουχίες. Αυτό που φοβούνται πως θα καταλήξουν και έτσι αποδέχονται όλη την καταπίεση. Λειτουργείς στα μυαλά τους σαν φόβητρο κι αυτοί εξευμενίζουν το δαιμόνιο, όπως ξόρκιζαν τις μάγισσες στον Μεσαίωνα.

Αντί για τσουγκράνες φοράνε κοστούμια, αντί για δαδιά κρατάνε χαρτοφύλακες. Αντί για άλογα, τώρα ιππεύουν γιαπωνέζικα πολύστροφα. Κι ένα σχεδόν γεμάτο πορτοφόλι που λειτουργεί σαν σύνορο και οριοθετεί την επικράτεια τους. Που σε κρατάει σιδηροδέσμιο, κάτω από μία γέφυρα, σε στερεώνει με δύναμη στο τσιμέντο σε εμβρυακή στάση και σε αναγκάζει να δέχεσαι και το τέταρτο χτύπημα.

Το τέταρτο χτύπημα τον βρήκε στην κοιλιά και τον έκανε να ξεράσει τα ελάχιστα που είχε φάει όλη μέρα. Κάθε μέρα. Όλες τις μέρες. Ρουκέτα πάνω στο γυαλισμένο παπούτσι του σαδιστή. Πάνω στο συρματόπλεγμα με το οποίο οριοθετούσε την περιοχή και την ανωτερότητα του.

Ο σαδιστής ούρλιαξε με τον πιο ανθρώπινο ήχο. Μόνο αυτόν ήταν ικανός να βγάλει.

Ο άστεγος ξέρασε τον άνθρωπο που είχε μέσα του και βόγκηξε ξανά με το πιο παράξενο αγκομαχητό. Και η φωνή πάλι δεν ήταν δική του. Το ξένο ηχόχρωμα έδειχνε σημάδια μόνιμης εγκατάστασης και η έκπληξη διαδέχτηκε μία αλλοπρόσαλλη οικειότητα.

Ο εξοργισμένος σαδιστής έκατσε πάνω στο στέρνο του, τον εγκλώβισε και άρχισε να τον γρονθοκοπεί. Οι στιβαροί χόνδροι των δακτύλων του, έσκαγαν με βία πάνω στο πρόσωπο του άστεγου και αυλάκωναν το δέρμα, έσπαγαν τα αιμοφόρα αγγεία, άλλαζαν τα χαρακτηριστικά. Τον μεταμόρφωναν σε αποτυχημένο κοινωνικό πείραμα και του δίνανε σιγά σιγά  την κακοποιημένη ασχήμια που του αξίζει.

Την ασχήμια τους.

Δεν κατάφερε να μετρήσει πόσες γροθιές δέχθηκε, μόνο ένιωσε την γλυκερή γεύση του αίματος του, κάπου βαθιά στον λαιμό και χαμηλά στην γλώσσα του. Μόνο ένιωσε τα κόκκαλα της μύτης αρχικά να σπάνε και μετά να συνθλίβονται. Μόνο κατάλαβε πως σήμερα τα πράγματα θα είναι λίγο διαφορετικά από όλες τις προηγούμενες ημέρες και τα χαρτονομίσματα δεν θα τον έσωζαν αλλά θα τον καταδίκαζαν.   

Το κουστούμι του σαδιστή είχε τσαλακωθεί, δύο τρία κουμπιά από το πουκάμισο του είχαν ξηλωθεί, η γραβάτα σχεδόν λύθηκε και τα παπούτσια του είχαν λερωθεί με εμετό. Έχανε σταδιακά την εικόνα – εισιτήριο για τον κόσμο τους. Την εικόνα πασπαρτού. Εκεί, κάτω από μία γέφυρα, φοβήθηκε ότι θα εξομοιωθεί.

Ο άστεγος, εγκιβωτισμένος από το βάρος της κανονικότητας που τον είχε καταπλακώσει, χαλάρωσε τους ώμους κι αποδεχόταν στωικά το μαρτύριο του. Μόνο αγκομαχητά έβγαζε πια, τα οποία ήξερε πολύ καλά πως δεν είναι δικά του. Είναι εξωπραγματικά, ξεχασμένα από τους θρύλους των ανθρώπων, βουτηγμένα στην καταπραϋντική τους λήθη.

Πλέον ένιωθε περισσότερο πόνο χαμηλά στην μέση παρά στο πρόσωπο που δεχόταν τα χτυπήματα.

«Θα σου λιώσω την μούρη.» μουρμούρισε. Κι ο άστεγος δεν απάντησε.

«Αυτό σου πρέπει.» αποφάσισε.

 Ο άστεγος κούνησε λίγο τα πόδια του καθώς ήταν το μόνο πράγμα που δεν είχε καταπλακωθεί. Η ουρά που ξεκίνησε να φυτρώνει στην βάση της μέσης του, πήγε και χώθηκε ανάμεσα τους. Οι κόρες των πρησμένων ματιών του κοκκίνισαν κι άρχισαν να επεκτείνονται και να απλώνονται μέσα στο ασπράδι. Σιγά σιγά το κυρίευαν.

Ο σαδιστής, ξετρελαμένος από την παράκρουση στην οποία τον βύθισε η εξουσία, δεν αντιλήφθηκε τίποτα. Δεν αντιλήφθηκε πως το πλάσμα που κακοποιούσε δεν ήταν πια το ίδιο με αυτό που συνήθιζε να ζει κάτω από μία γέφυρα. Ίσιωσε τον κορμό του και κατέβασε με δύναμη το κεφάλι του πάνω στο μέτωπο του άστεγου. Ετοιμάστηκε για την χαριστική, ίσως, βολή.

Το κεφάλι του άστεγου που είχε ανασηκωθεί ελάχιστα  δέχτηκε το χτύπημα του σαδιστή και έπειτα προσγειώθηκε με δύναμη στο τσιμέντο πίσω του.  

Το τριχωτό του κεφαλιού καταστράφηκε.  Και έπειτα το δέρμα υποχώρησε ηττημένο και το κρανίο, γυμνό πια, ακούμπησε στο έδαφος. Το αίμα πότισε το τσιμέντο, μα δεν κατάφερε ούτε στο ελάχιστο, να μαλακώσει την σκληρή του σύνθεση και την στατική του δομή.

Ο άστεγος έχασε τις αισθήσεις του και το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν το δυνατό χτύπημα. Το μη-ανθρώπινο αγκομαχητό του να γίνεται άναρθρη δαιμονική κραυγή. Το τελευταίο πράγμα που είδε ήταν τον κορμό του σαδιστή να πέφτει με ορμή πάνω του και στο φόντο, πίσω από το ολόγραμμα το κορμού, να εμφανίζεται το άκρο μιας ανεξήγητης, όρθιας διχαλωτής ουράς. Μιας δικής του ουράς. Όχι του σαδιστή.

Έσβησε. Το πηχτό θελκτικό σκοτάδι τον τύλιξε και τον παγίδευσε σαν ζωύφιο μέσα σε κεχριμπάρι. Τίποτα δεν μπόρεσε να ταράξει την διαβολική του γαλήνη. Τα όνειρα του ήταν υγρά, ζεστά και κατακόκκινα. Παντού αντηχούσαν σαρδόνια γέλια και πνιχτοί λαρυγγισμοί. Ένιωσε την θέρμη της -  χαμένης από χρόνια - οικογενειακής θαλπωρής.

Όταν συνήλθε, απρόθυμα, έπειτα από λίγη ώρα, ένιωσε μία έντονη φαγούρα στο σημείο που το κεφάλι του είχε πέσει με δύναμη πάνω στο τσιμέντο. Και έντονη πίεση στο μέτωπο. Ήταν ολόγυμνος.

Άνοιξε τα μάτια χωρίς να το θέλει πραγματικά. Μα γιατί έπρεπε.

Ο σαδιστής, με έναν τρόπο μαγικό, είχε φύγει από πάνω του και δεν ήξερε που είναι . Τα χαρτονομίσματα με τα οποία εξαγόρασε και σήμερα την ανοχή του αστέγου, ήταν άφαντα.  Ίσως, στο ενδιάμεσο, είχαν πάρει φωτιά.  

Κοίταξε δίπλα του. Το καταθλιπτικό αστικό τοπίο που θυμόταν και πριν. Κάτω από μία γέφυρα, ο κόσμος γύρω του ήταν απαράλλαχτος. Μα είχε αλλάξει ο ίδιος.

 Τα  όνειρα του άρχισαν να βγάζουν νόημα όταν είδε την διχαλωτή ουρά του ακυβέρνητη, να σέρνεται πέρα δώθε. Έκανε να την αγγίξει μα τα κατάμαυρα δάχτυλα και τα υπερμεγέθη μυτερά νύχια που αντίκρισε, τον τρόμαξαν τόσο πολύ που ξαναχτύπησε το κεφάλι του στο τσιμέντο. Τώρα όμως δεν ένιωσε καθόλου πόνο. Το τσιμέντο ράγισε. Οι σκληρές φολίδες που είχαν αντικαταστήσει το δέρμα του, έδειχναν να έχουν ιδιαίτερη αντοχή. Τα σάρκινα φτερά στην πλάτη του, πιεζόταν κάτω από το βάρος του σώματος του.

Λίγα μέτρα παραδίπλα, κάτω από την ίδια γέφυρα,  στο απαράλλαχτο, καταθλιπτικό αστικό τοπίο, ένα κοπάδι ζωηρές νυχτερίδες έγλυφαν το αίμα που έχασκε από το κατακρεουργημένο πτώμα του σαδιστή.

Κάτω από μια γέφυρα

του Στρατηγού Χειμώνα