Η ένατη κατά σειρά ταινία του Ταραντίνο (από τις δέκα που έχει πει ότι θα γυρίσει πριν κρεμάσει την κλακέτα) φέρει ίσως την αρτιότερη σφραγίδα του. Περισσότερο ώριμος και κατασταλαγμένος δεν εξοκείλει από τον «ενοχλητικό» κυνισμό με τον οποίο μας πρωτοσυστήθηκε  μέσα από μια low budget παραγωγή ξεδιπλώνοντας, ωστόσο, όλες τις επιπλέον πτυχές που τελειοποίησε κατά τις διάρκεια μιας διαδρομής όπου απενοχοποίησε τη βία και τη στυλιζάρισε με αδυσώπητο χιούμορ περιφρονώντας κάθε απόπειρα φτηνού διδακτισμού.

Αυτή ακριβώς η ιδιαίτερη ματιά του εισχωρεί στο Χόλυγουντ του ’69 αποδομώντας όχι μόνο την κινηματογραφική βιομηχανία αλλά μια ολόκληρη εποχή ψευδαισθήσεων, παραισθήσεων, στείρας αντιδραστικότητας και ανούσιας ελευθεριότητας που κοντά πενήντα χρόνια μετά θίγεται μόνο μέσα από γραφικές αναφορές.

 Η εποχή των λουλουδιών, των κοινοβίων, του δήθεν φιλειρηνισμού αποτελεί το φόντο μέσα στο οποίο ένας αυτοκαταστροφικός ηθοποιός (Ντι Κάπριο) και ο κασκαντέρ του (Πιτ) κινούνται προσπαθώντας να προσαρμοστούν στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Ο Ταραντίνο στήνει ένα παλκοσένικο με περιφερειακούς ήρωες υπαρκτά πρόσωπα όπως ο Πολάνσκι, η Τέητ (Μάργκο Ρόμπι), η «οικογένεια» Μάνσον, ο  Μπρους Λη και άλλοι. Μόνο που όπως και στο Inglorious Basterds δεν προσηλώνεται στα ιστορικά γεγονότα αλλά τα «μαγειρεύει» με τον τρόπο που ο ίδιος ξέρει, διακωμωδώντας τους θύτες στα μάτια των θεατών αλλά και τις ίδιας της ιστορίας μέσα από ένα οπτικοακουστικό κρεσέντο 161 λεπτών που δύσκολα κάποιος θα βαρεθεί. Εκτός ίσως αν αποτελεί έναν από τους αμέτρητους πολέμιους του ιδιόρρυθμού όσο και ευφυούς Κουεντίν…

Κάποτε στο Χόλυγουντ

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo