Μόλις μπήκε το κλειδί στην πόρτα ακούσαμε φωνές. Τα αστέρια χαθήκανε, ο ουρανός έγινε μπλε , μετά  κόκκινος και ξανά μπλε. Fullface, αυτόματα, και κραυγές. ‘’ΜΗΝ ΚΟΥΝΗΘΕΙΤΕ ΓΑΜΗΜΕΝΟΙ.’’ Χειροπέδες  και μπουνιές.  Έπεσα με τα χέρια δεμένα στο έδαφος. Χώμα μπήκε στο στόμα μου. Μπόρεσα να δω τον Λευτέρη πεσμένο δίπλα μου, έτοιμο να βάλει τα κλάματα. ‘’Γαμώ το μουνί της μάνας σας μουνόπανα’’, ούρλιαξα με ένα μείγμα αγανάκτησης και μίσους, πριν σβήσω από ένα χτύπημα στο κεφάλι.

Ξύπνησα ζαλισμένος στο περιπολικό. Στοιβαγμένοι σα σαρδέλες. Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω ποιοι ήταν δίπλα μου. Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι οασφαλίτης έτρεχε σαν πούστης, και οι σειρήνες μαζί με κάτι λαϊκά τραγούδια από το ράδιο τρυπάγανε το μυαλό μου.

 ‘’΄Έλα πάμε’’, φώναξε ένας δίμετρος με πολιτικά. Παραπατούσα από τη ζαλάδα, και με τα χέρια δεμένα ακροβατούσα  να μην πέσω. Χιονόνερο ξύριζε το πρόσωπο μου. Μπόρεσα να δω το Λευτέρη να κοιτάει χαμηλά, τον Ντένις να σπρώχνεται από ένα μπάτσο, και τον Ντεμίρ να σιγομουρμουρίζει κάτι.

Μπήκαμε στη ΓΑΔΑ. Ο ψηλός  μας έκανε νόημα να περιμένουμε. Κάτι ψιθύρισε στη ξανθιά αστυνομικό που ήταν στο γραφείο της εισόδου, και εκείνη γέλασε φτιάχνοντας τα μαλλιά της. Μετά ο ψηλός μας κοίταξε, και κάτι είπε πάλι. Η γκόμενα ξεκίνησε να μουτζουρώνει κάτι χαρτιά. ‘’ Έτοιμοι’’, του είπε με ένα πονηρό χαμόγελο. ‘’Πάμε’’, είπε ο ψηλός και μας τράβηξε στο ασανσέρ. Κοίταξα τον Λευτέρη. Τα μάτια του χαμηλωμένα και κόκκινα. Κοίταξα τον Ντένις, ‘’Μας δώσανε’’, είπε με λύσσα. ‘’σκάστε’’, φώναξε ο ασφαλίτης. Το ασανσέρ έφτασε. Στριμωχτήκαμε μέσα. Μαζί με τον ψηλό, ήρθε και ένας πιτσιρικάς μπάτσος , και άλλος ένας ασφαλίτης με αλογοουρά και τατουάζ  από αυτούς που κόβουν βόλτες στα Εξάρχεια και το παίζουν αναρχικοί.

 Το ασανσέρ ξεκίνησε.

Πρώτος όροφος. ‘’Σήμερα είναι τα γενέθλια μου’’, είπε ο ψηλός σπάζοντας την σιωπή. Μας κοίταξε. Ο πιτσιρικάς χαχάνισε. Εμείς κοιταχτήκαμε και δεν μιλήσαμε. ‘’Γαμώ τα δώρα μου κάνατε σήμερα’’.

Σιωπή.

Δεύτερος όροφος. ‘’Πείτε μου χρόνια πολλά ρε ΜΟΥΝΙΑ’’, φώναξε ο ψηλός και μας κοίταξε ειρωνικά.

 Τίποτα.

Τρίτος όροφος. ‘’Πείτε μου χρόνια πολλά ρε καριόλια’’. Ο Ντένις έσπασε    ’’ Βγάλε μου τις χειροπέδες να σου πώ ρε γαμήδι, που μας το παίζεις μάγκας και μας έχεις δεμένους.’’

Τέταρτος όροφος. Δεν πρόλαβα να δω το χέρι του ψηλού.. Άκουσα μόνο τον ήχο της φάπας, συνοδευόμενο με το γδούπο του κεφαλιού του Ντενίς στο τοίχο του ασανσέρ.

Πέμπτος όροφος. ‘’Βγάλ' του τις χειροπέδες’’, έκανε νόημα ο ψηλός στον πιτσιρικά. Το μπατσάκι  τον κοίταξε για να δει αν το εννοούσε. Τις έβγαλε. Ο Ντένις δεν κουνήθηκε . ‘’Έτσι μπράβο μωρή κότα’’ .

Το πρόσωπο του Ντένις είχε κοκκινίσει και δεν ήταν  απ’ το χαστούκι.

‘’Θέλει κάνας άλλος να το παίξει ήρωας;’’

 Σιωπή.

Μας πήγανε σε ένα δωματιάκι, μας ξεβρακώσανε. ‘’Σήκωσε τα αρχίδια σου και λύγισε τα γόνατα΄΄, είπε ο πιτσιρικάς που δεν φάνηκε να το φχαριστιέται περισσότερο από μας. Μας πέταξε τα ρούχα μπροστά μας. ‘’Βγάλτε κορδόνια και ζώνες και ντυθείτε. ‘’

Μας χωρίσανε σε δωμάτια. Τους άλλους δεν τους ξαναείδα. Εμένα με καθίσανε σε μια καρέκλα και με αφήσανε μόνο μου στις σκέψεις. Ταξίδεψα στο μικρό . Τώρα θα κοιμόταν στην κούνια. Στις 6 θα ξύπναγε και θα με έψαχνε, και όταν έβλεπε ότι θα έλειπα θα έμπηζε τα κλάματα. Η γυναίκα μου θα καταλάβαινε κατευθείαν ότι κάτι δεν πάει καλά.

Πήγα να κλάψω αλλά συγκρατήθηκα. Είχα χρόνο γι’ αυτό. Δεν έπρεπε να σπάσω. Πήρα βαθιές ανάσες. Άδειασα το κεφάλι μου και επικεντρώθηκα στους βρόμικους τοίχους . Πρέπει να περίμενα πάνω από ώρα. Μπήκε μέσα ο ψηλός μαζί με ένα γαλονάτο πενηντάρη με ύφος ανωτέρου.

‘’Τα φιλαράκια σου κελάηδησαν. Την έχεις βάψει.’’ Οι τύποι είχαν δει πολλές αστυνομικές σειρές, και νομίζαν ότι ήμουν κάνας  χθεσινός.

Τον κοίταξα στα μάτια. Αυτός ο τύπος σε λίγες ώρες θα σχόλαγε και θα γύρναγε σπίτι του να κοιμηθεί, να δει τους φίλους του, να διασκεδάσει, να φάει έξω και να γαμήσει από υποχρέωση τη γυναίκα του.

Δεν μίλησα. Προσπάθησα να φανταστώ τη ζωή του με λεπτομέρειες.  Μια σφαλιάρα με ξύπνησε από τις υποθέσεις μου. Ο γαλονάτος διάβαζε μια στοίβα χαρτιών, και άρχισε να αραδιάζει ονόματα. ‘’Ξέρεις κάποιον απ’ αυτούς’’. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Κ' άλλη σφαλιάρα απ’ το ψηλό. Ένιωσα αίμα στα χείλη μου, και το έγλυψα. ‘’Σκληρός αυτός αρχιφύλακα’’, είπε ο ψηλός γελώντας. Ήρθε από πίσω μου και με άρπαξε από τα μαλλιά. Με κοπάνησε στο τραπέζι μπροστά μου. ‘’ Οπότε δεν γνωρίζεις τίποτα, για βόλτα είχες πάει στην αποθήκη με τα κλεμμένα’’, είπε ο ψηλός. Συνέχισα να τους κοιτάζω σαν εξωγήινος. ‘’Φύγε λίγο’’, είπε ο γαλονάτος στο ψηλό.

‘’Άκου παιδί μου. Οι φίλοι σου τα ρίξαν όλα σε σένα. Αν δεν μιλήσεις την έχεις κάτσει άσχημα. Υπολόγισε 15 με 20 χρόνια κάθειρξη αν υπολογίσεις ότι έχεις και ποινικό μητρώο. Αυτό σημαίνει γύρω στα 7 χρόνια σκαστά. Θα βγεις και δεν θα σε θυμάται κανείς. Καλή η παρανομία, και τα λεφτά, αλλά εδώ είναι ο καθένας για την πάρτυ του. Για το καλό σου το λέω, εμένα δεν με νοιάζει. Την υπόθεση την έχουμε δέσει. Αλλά αν δεν μας δώσεις κάτι, καταστράφηκες. Σκέψου το.’’ Είπε και χωρίς να περιμένει απάντηση έφυγε.

Δεν ξέρω πόσες ώρες είχαν περάσει. Δεν υπήρχε παράθυρο στο δωμάτιο, και δεν ήξερα αν είχε ξημερώσει ή όχι. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, άκουσα την πόρτα να ανοίγει. Μύτη έσκασε μια πανύψηλη μελαχρινή, με στολή.

‘’Έχεις φάει τίποτα’’, με ρώτησε με ενδιαφέρον. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. Βγήκε έξω και κάτι φώναξε. Έκατσε απέναντι στο τραπέζι και με κοίταξε στα μάτια.

‘’Πρέπει να είσαι κουρασμένος. Φάε κάτι, και θα σε πάμε στο μεταγωγών. Από εκεί θα μπορέσεις να πάρεις τηλέφωνο δικηγόρο κ τους δικούς σου. ‘’Ευχαριστώ’’ ψέλλισα.

 

Η πόρτα άνοιξε. Ένα διαφορετικό αμούστακο  έφερε ένα σάντουιτς Στεργίου.’’ Θες να πιείς τίποτα’’, με ξαναρώτησε η γκόμενα. Απάντησα καταφατικά. Φέρ' του μια κοκα κόλα. Ο πιτσιρικάς βγήκε και ξαναγύρισε με την κόκα. ‘Έφαγα μια δαγκωματιά που έπεσε σαν σφαίρα στο στομάχι μου. ‘’Καλό’’; Με ρώτησε η γκόμενα. Έγνεψα θετικά και ετοιμάστηκα να δαγκώσω και πάλι. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι εμένα ανάσκελα στο έδαφος με τη καρέκλα, πασαλειμμένο με ντομάτες και μαγιονέζες, και έναν χτύπο σαν καμπάνα να βαράει  το κεφάλι μου. Που την είχε βρει τόση δύναμη η πουτάνα; Η γκόμενα με βούτηξε από το γιακά και με ξανακάθισε στην καρέκλα.

 ‘’Εσύ είσαι μάγκας και δεν μιλάς; Να σε δω όταν θα ακούσεις την εικοσάρα, πόσο μάγκας θα ‘σαι. Καλή χώνεψη μαλακισμένο’’ Είπε και έφυγε.

Κάπου εκεί έσβησα.

Θυμάμαι να ξυπνάω πάνω σε τσιμέντο, και να βλέπω δίπλα μου δυο τύπους να παίζουν χαρτιά. ‘’Να τον συνήλθε’’.

Τους κοίταξα σαν χαμένος.

‘’Που είμαι’’ ψιθύρισα, ενώ τα χείλη μου ήταν μια πληγή.

‘’Στο Χίλτον.’’ Είπε ο ένας.

 ‘’Θες λίγο νεράκι να συνέλθεις; είπε ο άλλος.  

Δεν πρόλαβα να απαντήσω, και μου έδωσαν ένα κρύο μπουκαλάκι. Το ήπια όλο. Τους ευχαρίστησα.

‘’Σύνελθε. Σε λίγο αλλάζει ο χρόνος, μη σε βρει έτσι’’, είπε ο ένας στα σοβαρά.

Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς. Το είχα ξεχάσει εντελώς.

Διέσχισα το στενό διάδρομο που ένωνε τα κελιά. Αναγκάστηκα να στριμωχτώ στο τοίχο για να περάσω . Στο τέρμα, τα δυο καρτοτηλέφωνα ήταν πιασμένα. Μπήκα στην τουαλέτα. Άκουσα κρότους. Βγήκα έξω. Ψηλά στο παράθυρο που έβλεπε στο Λυκαβηττό, πυροτεχνήματα αρχίσανε να σκάνε. Βλέπαμε σαν τουρίστες τα βεγγαλικά να χρωματίζουν τον ουρανό πίσω από σιδερόφραχτα παράθυρα . Μετά από λίγο κοπάσανε.

Τότε άτομα κάθε εθνικότητας, και ηλικίας  αρχίσανε να ανταλλάσσουνε ευχές σαν φίλοι που γνωρίζονταν χρόνια.

‘’Του χρόνου σπίτια μας’’ ‘’Καλή κοινωνία’’ και άλλα τέτοια.

Μόνο που εγώ θα αργούσα να ξαναδώ το σπίτι μου. Καλή μου χρονιά.

Καλή κοινωνία

του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

© 2019 by Achilleas and Camilo