«Κιντανίγια, Κιντανίγια

Οι νύχτες σου πια δεν θα είναι ειρηνικές.

Άρπαξες την ζωή από τον Ίντι.

Και μαζί του και όλο τον λαό».[1]

 

 

Ξημέρωμα της 1ης Απρίλη του 1971.

Έναν όροφο πάνω από το γενικό προξενείο της Βολιβίας στο Αμβούργο.

                                                                                                                                 

 

 Η Άνοιξη δεν έχει ξεθαρρέψει ακόμη. Το κρύο, διάχυτο στο μικρό διαμέρισμα, κάνει το σώμα της να ανατριχιάσει. Έχει ξεσυνηθίσει τα παγερά πρωινά. Έχει καιρό να έρθει σ’ αυτή τη χώρα. Στο νότιο δάσος της το κρύο είναι διαφορετικό. Σε λαμβάνει υπόψη του. Σε αγκαλιάζει.

 

Πηγαίνει στο μικρό παράθυρο. Κοιτάζει έξω. Η κίνηση δεν έχει ξεκινήσει ακόμη, είναι νωρίς. Έχει χρόνο μπροστά της.

 

Μα έπειτα θα έχει λιγότερο κι από λεπτό. Πρέπει να χτυπήσει αμέσως. Τρεις σφαίρες. Έτσι το ΄χει σκεφτεί. Σε σχήμα V, της νίκης. Μία για τον Ίντι, μια για τον Φουσέρ και μια για τη ζωή της όλη.

 

Όλη της η ζωή ενορχηστρώθηκε, θαρρείς, για να την οδηγήσει σ’ αυτή την ώρα. Οι αναμνήσεις της ξυπνούν. Πυροδοτούν την κίνηση χιλιάδων καρέ. Δυσανασχετεί, δεν θέλει να θυμάται. Φοβάται ότι το συναίσθημα θα κάνει το χέρι της να τρέμει. Θέλει να μείνει ψυχρή. Όμως, τελικά, όλα είναι παρόντα. Οι αναμνήσεις την κατοικούν, όπως κατοικείς ένα σπίτι. Σφίγγει το κολτ. Η μεταλλική κρυάδα του εισχωρεί στο κορμί της. Θυμάται ότι είναι ατρόμητη, πολεμίστρια, χρόνια τώρα.

 

Έτσι μεγάλωσε άλλωστε, ο πατέρας της την ανάθρεψε έτσι. Θυμάται το ωραίο του πρόσωπο. Ήταν ο ήρωάς της. Τη φώναζε χαϊδευτικά Μόκελ. Το Μόνικα ήταν για τα κορίτσια. Έγινε ο γιος που δεν απέκτησε ποτέ. Ήθελε να της μάθει τα πάντα.

 

Από μικρή την άφηνε να παίζει με την κάμερα. Την πρώτη φορά που κοίταξε μέσα από τον φακό, άλλαξε η προοπτική της. Ένα καινούργιο κόσμο της φανέρωσε ο Χανς Ερτλ. Ή μάλλον έδωσε μια μαγική προοπτική σε αυτόν που ζούσε. Γιατί, πραγματικά, έμοιαζε με μάγο. Ψηλός, όμορφος, με τα μαλλιά του να ανεμίζουν στις διαθέσεις των ανέμων. Τον αγαπούσε. Ήταν ο κόσμος της όλος.

 

Μητέρα δεν γνώρισε. Μόνο εκείνη την πολύ ‘σπουδαία’ γυναίκα. Λένι Ρίφενσταλ την έλεγαν. Γύρισε μαζί του το “Ολυμπία”. Εκείνη σκηνοθέτιδα, ο πατέρας της κάμεραμαν. Μια παράφορη, έτσι κι αλλιώς, σχέση. Ίσως και να αγαπήθηκαν, αν υποθέσουμε ότι ήταν ικανοί να νιώσουν κάτι τέτοιο. Σίγουρα πάντως ήταν εραστές. Το έχει εξακριβώσει. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ήταν η μάνα της. Ποιος ξέρει;

 

Πετυχημένοι. Οι αγαπημένοι κινηματογραφιστές της «Αλεπούς». Ο πατέρας της τον συνόδευσε ακόμη και στην έρημο. Έγινε η σκιά του.

 

Είχε και δύο αδερφές, δεν τις καλοθυμάται. Πού ζούσαν; Τι απέγιναν; Τι κρίμα να μην ξέρει. Η προσκόλληση απαγορευόταν από το καθεστώς. Για την ελίτ  οικογένεια ήταν η Γερμανία.

 

Μα αρκετά. Κάποιοι ζήσανε πολύ χειρότερη παιδική ηλικία από κείνη. Οι φίλοι του πατέρα της φρόντισαν γι’ αυτό, το γράφουν όλα τα βιβλία ιστορίας. Κάθεται τώρα και χαζεύει το πρωινό ψυχρό φως. Θυμάται πώς τα ’μαθε όλα.

 

Είχανε ήδη πάει στη Βολιβία. Για πολύ καιρό ζούσε όπως ονειρεύεται κάθε παιδί, χωρίς επόπτη. Με το προσωπικό να προλαβαίνει τις επιθυμίες της. Με ελευθερία. Ο Χανς την έπαιρνε μαζί του στα γυρίσματα, η ζούγκλα έγινε ο αυλόγυρος του σπιτιού της. Μαζεύανε φίδια και τα φύλαγε σε βάζα. Ωραία παιδική συλλογή! Φρόντιζε πράγματι για την ψυχή της. Άλλοτε πάλι τηγανίζανε πιράνχας στη φωτιά και τη συμβούλευε: «Να τα τρως πριν σε φάνε». Την έμαθε σκοποβολή. Κορδωνόταν στον θείο Κλάους ότι έριχνε σαν άντρας.

 

Ο «θείος» Κλάους τους επισκεπτόταν συχνά, παίζανε με τις ώρες. Εμφάνιζε πολύχρωμα μαντίλια πίσω από την πλάτη της. Κάνανε διαγωνισμούς γκριμάτσας. Κι εκείνη γέλαγε, γέλαγε από καρδιάς. Ήταν ευτυχισμένη.

 

Μεγάλωσε όμως κι όλα άλλαξαν. Αρχικά ο πατέρας της. Ξαφνικά την κοίταζε με άλλο βλέμμα. Στην αρχή μελαγχολικά. Σα να στεναχωριόταν. Προσπάθησε να τον πλησιάσει μα όλο την έδιωχνε. Ώσπου μια μέρα ήταν ένας άλλος…

 

Η ανάμνηση την κατακλύζει. Τα χέρια της τρέμουνε. Ανάβει ένα τσιγάρο. Θυμάται τα χρώματα των λουλουδιών, τον ήχο του ανέμου. Ήτανε στην αυλή μαζί με την Ίμιλλα, την ινδιάνα που της είχε σταθεί σαν μάνα. Της έδειχνε πώς να αποτριχώνει τα πόδια της. Γελούσαν. Και τότε εμφανίστηκε αυτός. Το πρόσωπό του χλόμιασε όταν τις είδε. Την τράβηξε στη μέση της αυλής κι εκεί, μπροστά στην Ίμιλλα, την έσπασε στο ξύλο. Έπειτα έπεσε με μανία πάνω στην ινδιάνα. Θυμάται το αίμα να φτάνει στα ακίνητα πόδια της. Θυμάται τα χείλη της να ανοίγουν για να φωνάξουν. Όμως το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ήχοι που έβγαιναν από το στόμα του. Υπέφερε. Είχε έρθει η ώρα να παραδεχτεί ότι ο γιος του ήταν, τελικά, γυναίκα.

 

Την επομένη η ινδιάνα εξαφανίστηκε. Όσο κι αν η Μόνικα τον παρακάλεσε, εκείνος δεν είπε λέξη. Τα μάτια της έγιναν δύο σχισμές από το κλάμα. Κι έπειτα άνοιξαν, μια για πάντα. Είδε ξαφνικά όλους αυτούς τους ανθρώπους που μέχρι τότε αποτελούσαν τον διάκοσμο, το σκηνικό τους. Υπέφεραν. Πεινούσαν. Δούλευαν ασταμάτητα. Οι αρρώστιες τους σκότωναν σα μύγες. Εξαφανίζονταν νωρίς. Τα «φυσικά» αίτια ήταν κυρίως ο πατέρας της και οι άλλοι. Η αδικία και η εξαθλίωση τη χτύπησε κατά μέτωπο. Το γέλιο του, όταν τον ρώτησε γιατί, την έκανε να αηδιάσει.

 

Και τότε εμφανίστηκε εκείνος ο πάμπλουτος βολιβιανο-γερμανός αστός. Μόνο που δεν έκλαψε από τη χαρά της. Τον παντρεύτηκε, αρχέγονη διέξοδος για μια εγκλωβισμένη γυναίκα. Ώσπου μια μέρα, το 67, στο αχανές σαλόνι της, διάβασε εκείνη την εφημερίδα. Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της το πρόσωπο του δολοφονημένου άντρα. Τον τρόπο με τον οποίο πέθανε. Το γιατί. Στα δάση που μάζευε τα φίδια της, κάποιοι πάλευαν για την αποκατάσταση της αδικίας.

 

Της πήρε δυο χρόνια. Έπειτα χώρισε, εξαφανίστηκε, προσχώρησε στους αντάρτες.  Προσχώρησε στη ζωή. Γιατί δεν ζούσε μέχρι που τον γνώρισε. Δεν είχε καν αντιληφθεί σε τι λυκοφωλιά είχε μεγαλώσει. Μέχρι που γνώρισε τον Ίντι Περέδο, δεν υπήρχε Θεός. Δεν υπήρχε έρωτας. Δεν υπήρχε ελπίδα.

 

Η αποδόμηση άρχισε από τον ρατσιστή πατέρα της. Κι έπειτα τυχαία, μέσα στο δάσος, έμαθε για τον «θείο» Κλάους. Κλάους Μπάρμπι, αρχηγός των Ες Ες. Ο διαβόητος «χασάπης της Λυών». Μόνο στην πόλη αυτή υπεύθυνος για το φριχτό θάνατο συνολικά 14.000 ατόμων. [2] Θυμάται να σηκώνεται απότομα, να απομακρύνεται από τους άλλους. Πίσω από κάτι θάμνους έκανε εμετό, μέχρι που άδειασε ό,τι είχε ζήσει έως τότε.

 

Άγριο μίσος την συνετάραξε. Θα έμενε εκεί, θα πολεμούσε μαζί τους. Κι ας μην υπήρχε ελπίδα. Όλοι τους το ήξεραν. Μα πολεμούσαν. Θα έριχναν πάνω τους τα σκυλιά. Ο στρατός του Τσε[3] θα διαλυόταν. Ας ήταν. Τουλάχιστον με τον υπόλοιπο χρόνο της θα ξεπλήρωνε λίγο από το χρέος. Των καιρών, της οικογένειας, της φυλής της όλης. Γύρισε πίσω στους άλλους και ανακοίνωσε το νέο της όνομα. Ίμιλλα, η Ινδιάνα.

 

Και τι χρέος της έδωσε ο καιρός, τι έρωτα, τι αγώνα μεγάλο. Η Βολιβία γεμάτη από Αμερικανούς στρατιωτικούς, πράκτορες της CIA. Πολέμησε. Πάλεψε για τη δικαιοσύνη, τον έρωτα και τη ζωή, με νύχια και με δόντια. Μέχρι που μια μέρα ήρθε στα χέρια της η δεύτερη φωτογραφία. Ο Ίντι δολοφονημένος. Πάνω από το φέρετρο με ένα τσιγάρο στο χέρι, στεκόταν περήφανος ο Κιντανίγια.[4] Η στάχτη του τσιγάρου του ήταν έτοιμη να πέσει πάνω στο βασανισμένο σώμα του δικού της Ίντι...

 

Και τότε ήξερε. Αυτός ο μπάσταρδος ήταν δικός της. Το είχε νιώσει από παλιά. Ήταν αυτός που την είχε διώξει από την ταχτοποιημένη ζωή της. Τότε που είχε διατάξει να κόψουν τα χέρια του Τσε για να πιστοποιηθεί με ακρίβεια η ταυτότητά του. Ο Ίντι δεν πρόλαβε να πάρει εκδίκηση για τον Τσε.  Εκείνη όμως ήταν ακόμη ζωντανή. Ο μπάσταρδος  ήταν δικός της. 

 

Οι φασίστες τον φυγάδευσαν. Ψυχανεμίστηκαν ότι οι ώρες του ήταν μετρημένες. Μα δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα τον έψαχνε η κόρη ενός ναζί. Γελά με την σκέψη.

 

Είναι δικός της. Τώρα, εδώ. Στο Αμβούργο. Έχει τον αιφνιδιασμό. Και θα τον αξιοποιήσει.

 

Σβήνει το τσιγάρο της. Κατεβαίνει. Μπαίνει στο προξενείο, τον ζητά και την οδηγούν σε ένα μακρινό γραφείο. Είναι τόσο εύκολο. Μια βίζα χρειάζεται. Λίγες πληροφορίες για ένα ταξίδι στη Βολιβία. Χτυπά αποφασιστικά την πόρτα του. Το βλέμμα του Κιντανίγια στέκεται ώρα πάνω στο σώμα της. Γυαλίζει. Σηκώνεται, περνά μπροστά από το γραφείο του και κάθεται στον καναπέ. Χτυπά με το χέρι του την διπλανή θέση. Η κίνηση, χαρακτηριστική, της θυμίζει τα κομμένα χέρια του Τσε, το τσιγάρο πάνω από το βασανισμένο σώμα του Ίντι. Της χαμογελά. Χαμογελά στον αχρείο. Κι έπειτα, όρθια, τιμά το κολτ που της έδωσε ο Φελτρινέλι. 

 

Τρεις σφαίρες. Σε σχήμα V, της νίκης. Μια για τον Ίντι, μια για τον Τσε και μια για τη ζωή της όλη.

 

 

 

[1] Η Μόνικα, ετοιμάζοντας την εκδίκησή της, γράφει σε χαρτί, το 1970, για τον Κιντανίγια:

      “Quintanilla, Quintanilla, Du wirst in deinen Naechten keinen Frieden mehr finden
                      Du raubtest Inti das Leben Und du meintest das ganze Volk“

[2] Μετά στρατολογήθηκε από τους Αμερικανούς. Εμπνεύστηκε και οργάνωσε τις παραστρατιωτικές δολοφονικές συμμορίες που δρούσαν για λογαριασμό των φασιστικών κυβερνητικών σχημάτων στη Βολιβία.

[3] Το διάσημο παρατσούκλι του Ερνέστο Γκεβάρα. Πριν από αυτό  τον φώναζαν Φουσέρ.

[4] Αρχηγός της Μυστικής Αστυνομίας του Υπουργείου Εσωτερικών. Διέταξε προσωπικά την εκτέλεση του Τσε και ήταν υπεύθυνος για ασύλληπτες θηριωδίες εναντίον αγωνιστών του ELN (Ejército de Liberación Nacional), Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού  της Βολιβίας.

Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων "Συγγραφείς εξ' Αγχιστείας", εκδόσεις Ars Libri, Αθήνα 2017

Ίμιλλα

της Πηνελόπης Τριάντου

© 2019 by Achilleas and Camilo