Ο Μαρτσελίνο είχε δίκιο. Η τυμβωρυχία δεν είναι κακούργημα. Κανένας δικαστής δεν σε φυλακίζει γιατί ξέθαψες ένα πτώμα. Έτσι μας είπε εκείνο το βράδυ στο νεκροταφείο όπου αράζαμε. Ο Μαρτσελίνο πήγαινε Λύκειο. Εγώ Γυμνάσιο. Μας μίλησε για τον Ρουβίκωνα, το ποτάμι στη Ρώμη που διέσχισε ο Καίσαρας και από τότε η έκφραση “πέρασε τον Ρουβίκωνα” σημαίνει πως κάνεις κάτι χωρίς γυρισμό.

“Και σήμερα από αυτό που θα κάνουμε δεν υπάρχει γυρισμός”.

           Ήμασταν επτά. Τρεις κοπέλες. Καθόμασταν στα σκαλιά του μοναδικού μαυσωλείου. Είχε αυλή με μαρμάρινο τραπέζι και ένα αγγελάκι στη μέση. Ευχόμουν να μην σκάψουμε σήμερα τάφους. Να μην πιάσω τα κρύα χέρια κάποιου μπάρμπα για να βγάλω το ρολόϊ του. Εμείς τα κορίτσια σκαλίζαμε τις τσέπες των νεκρών. Ας συνέχιζε τις ιστορίες του και θα τον άφηνα να μου χαϊδέψει το στήθος.

“Θα μπούμε στο μαυσωλείο των Μεταξάδων. Ήταν πολύ πλούσιοι”, μας διέταξε.

             Χτύπησε με την αρβύλα του το σκουριασμένο λουκέτο. Αυτό δεν αντιστάθηκε όπως και το καπάκι του σαπισμένου φέρετρου. Σήκωσαν το καπάκι και έπιασαν από τις μασχάλες το πτώμα. Τα δάχτυλα τους χάθηκαν στη σάρκα της γυναίκας του Μεταξά. Την έβγαλαν στην αυλή. Ούρλιαξα. Φώναξα πως δεν θα έρθω ποτέ πια στα αρρωστημένα πάρτυ τους. Τους είπα τρελούς και σιχαμένους. Πρόσταξε να να μας δέσουν, εμένα και την Μεταξά, στο τραπέζι. Ακουμπούσα τα σάπια δάχτυλα της νεκρής.

              Έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα ο ήλιος έγλειφε τα απομεινάρια του πτώματος που έβγαζε μια αφάνταστη βρώμα. Στην πόρτα του μαυσωλείου είδα τον νεκροθάφτη έντρομο. Έπιασε με το στήθος του και κρατήθηκε από τα κάγκελα. Θυσιάστηκε στο βωμό μας.

              Αν η τυμβωρυχία, Μαρτσελίνο, σκέφτηκα, δεν είναι κακούργημα, τότε γιατί τιμωρούμαι τόσο σκληρά.

              Αργά το απόγευμα με βρήκαν.

              Κουράστηκα. Θέλω να γυρίσω στο θάλαμο. Τα ήπια τα χάπια μου. Αύριο είναι Σάββατο και θα έρθει η παρέα να με δει.    

Η τυμβωρυχία δεν είναι κακούργημα

του Γιάννη Μπαχά

© 2019 by Achilleas and Camilo