Στο τέρμα του δρόμου η λαϊκή βούιζε σαν τεράστιο πρασινωπό έντομο κάτω από την ισχνή σκιά των αθηναϊκών νεραντζιών. Δυο γυναίκες, σαν αγαλματίδια παλαιολιθικής εποχής έσερναν τους υπερτονισμένους γοφούς και στήθη τους ενώ κατέβαιναν το κατηφορικό πεζοδρόμιο προσπαθώντας επιδέξια, με τα ξέχειλα καρότσια τους, να αποφύγουν τα μικρά πορτοκαλί, ανοιξιάτικα εμπόδια. Η ψηλότερη, πιο γεροδεμένη, με γκρίζα αραιά μαλλιά και χνούδι να μαυρίζει στο πάνω χείλος της, χαμογελούσε με περηφάνια σε κάποιον φανταστικό θαυμαστή της ενώ οι χρυσοί κρίκοι, στις αιώνιες, θα έλεγες, τρύπες των αυτιών της, ανεβοκατέβαιναν σε κάθε βήμα της. Η άλλη, μεγαλύτερη σε ηλικία αλλά και σε όρεξη, μιλούσε δίχως να την κοιτάζει, ενώ έχωνε με εφηβική λαχτάρα το χέρι της στη σακούλα με το ψωμί, για να βάλει έπειτα τη ζεστή γωνιά στο στόμα της, χωρίς διάθεση να σταματήσει τον μονόλογο της.

Οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν και έτσι η μητέρα μου τις χαιρέτησε, καθώς τις γνώριζε από παλιά. Τότε η ψηλή γυναίκα, με δυνατή ανδρική φωνή, την ρώτησε: Τι κάνεις Κουλίτσα μου; Ο αδερφός σου; Τι κάνει το μανάρι μου; Και στο άκουσμα της ίδιας της ερώτησης της, η φωνή της γλύκανε, προσμένοντας μια απάντηση που επαναλαμβανόταν στα χρόνια. Απομακρυνθήκαμε, τραβώντας εκείνες τον κατηφορικό και μείς τον ανηφορικό μας δρόμο.

Το μυαλό της Κικίτσας ήταν από κείνα που έφτιαχναν τους δικούς τους κόσμους, σαν κουκλόσπιτα με πολλά, μικρά και εύθραυστα αντικείμενα, αποτέλεσμα συλλογής μιας ολόκληρης ζωής. Στο σαλονάκι ζούσε ο έρωτας από το γυμνάσιο, στο συρτάρι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που αρκούσαν για να την κάνουν ελκυστική σε κάθε άνδρα, ένα μικρό κρεβάτι για να κρύβεται από κάτω όταν την έδερνε ο πατέρας της και πολλά παραθυράκια για να βλέπει την ξαδέρφη της που έκλαιγε για το παιδί που δεν ερχόταν, τους δυο φίλους της που παιδιά τους έχωνε εκείνος ο Γιάννης του Βασίλη στην χαλασμένη οικοδομή και έβγαιναν κλαίγοντας με τις μύξες να τρέχουν και εκείνη τους περίμενε να παίξουν. Ακόμα και εκείνα τα παλιό βιβλία που ποτέ δεν μπόρεσε να διαβάσει και όλο τις έτρωγε με τη βίτσα από την κυρία Αργυρώ, ακόμα κι αυτά έβλεπε από τα παραθυράκια.

Φτάνοντας έξω από το σπίτι της χαιρέτησε την γειτόνισσα της που μπήκε στην διπλανή αυλόπορτα και έσπρωξε το καρότσι της μέχρι τα σκαλιά της βεράντας. Κάθισε ιδρωμένη, με την ικανοποίηση να τρέχει από το μέτωπο της καθώς σκέφτηκε αυτόν με τα πορτοκάλια από το Άργος. Της είχε δώσει σωστά τα ρέστα καθώς της χαμογέλασε κρυφά από την γυναίκα του; Του άρεσε, ήταν σίγουρη, αλλά η γυναίκα του ήταν πάντα εκεί, γι αυτό δεν της το έλεγε. Ήταν ξανθιά σαν αυτές στην τηλεόραση και όλο μιλούσε με τον ψαρά από δίπλα, δεν τον αγαπούσε, το είχε καταλάβει. Μέτρησε πάλι τα ρέστα μήπως την έκλεψαν. Είχε αρχίσει να πεινάει, η μάνα της φάνηκε στην πόρτα: Είπα και εγώ, σε κλέψανε; της είπε με κοροϊδευτική φωνή και ξαναμπήκε μέσα. Η Κικίτσα δεν της έδωσε σημασία, στο κουκλόσπιτο της είχε και μια ντουλάπα με ένα ωραίο νυφικό. Ο χρόνος δεν είχε καμία σημασία όσο η κάθε άνοιξη φόρτωνε τις νεραντζιές στο πεζοδρόμιο .

Η Κικίτσα

της Peau d'Âne

© 2019 by Achilleas and Camilo