© 2019 by Achilleas and Camilo

            Είχανε να συναντηθούν δύο χρόνια. Σήμερα, όμως, κάθονταν δίπλα δίπλα σε εξοχική ταβέρνα παρά θιν' αλός πίνοντας grappa και τρώγοντας καλαμαράκια και ντοματοκεφτέδες. Η Στέλλα κοιτούσε τη θάλασσα αμίλητη κι ο Βασίλης είχε περασμένο το χέρι του πίσω απ' την πλάτη της καρέκλας της και την κοιτούσε. Ξαφνικά, έσκυψε και της φίλησε το γόνατο.

«Χρόνια μου πολλά!», αναφώνησε. Η Στέλλα δεν το περίμενε γιατί είχε αφαιρεθεί τελείως, μα μόλις συνήλθε από το ελαφρύ σοκ ξέσπασε σ' ένα ηχηρό γέλιο. Σ' ένα γέλιο που έκανε όλο το μαγαζί να γυρίσει και να την κοιτάξει. Γέλασε με τον τρόπο που γελούσε στον έρωτα.

            «Μου έλειψε αυτό» του είπε.

            «Αφού σηκώθηκες κι έφυγες».

            Στο διπλανό τραπέζι δύο αγοράκια έπαιζαν κρεμάλα στο χάρτινο τραπεζομάντηλο.

            «Να, ένα τέτοιο ξανθό θέλω», του είπε.

            «Αγοράκι; Απαπα, δεν θέλω».

            «Γιατί μαζί σου θα το κάνω;»

            «Παραλίγο».

            «Δεν λες καλά που απέβαλα τότε.. Φαντάζεσαι να είχαμε οι δυο μας τώρα ένα τρίχρονο πιτσιρίκι να κυνηγάμε εδώ; Δεν είμαστε εμείς για τέτοια.»

            «Γιατί δεν είμαστε εμείς για τέτοια;». Λίγη σιωπή. «Τι μας λείπει;», την ξαναρώτησε.

            «Ε, εμείς δεν είμαστε άνθρωποι να βάζουμε τώρα τις τσιρίδες για το παιδομάζωμα. Μαζί μας ένα παιδί θα ήταν δυστυχισμένο. Θα μεγάλωνε πριν την ώρα του. Θα καθόταν εδώ δίπλα μας, θα μας άκουγε να μην μιλάμε, θα προσπαθούσε να βρει κάτι να πει, εμείς θα κουραζόμασταν από τη φλυαρία του, θα στρεφόταν μετά στα πηρούνια και τα μαχαίρια. Στην καλύτερη, θ' αποκτούσε εθισμό στις κοκακόλες από τη βαρεμάρα του πλάι μας.»

            Ο Βασίλης δε φάνηκε να δίνει ιδιαίτερη σημασία. Συνέχισε να έχει μία μάλλον απαθή έκφραση στο πρόσωπό του. Κι η Στέλλα όμως έμοιαζε να έχει ξεχάσει την κουβέντα αυτή, σαν ένα χαρτί που γράφεις, το τσαλακώνεις και το πετάς. Τραγουδούσε ένα τραγούδι που της είχε αφιερώσει στο πλοίο για Σύρο, στις πρώτες τους διακοπές. 

            «Έχω κόψει το σεξ», του είπε.

            «Αυτό δε γίνεται».

            «Κι όμως, αλήθεια. Έχω να κάνω από τότε μαζί σου. Δεν το λέω για να το πάρεις πάνω σου, το λέω απλώς γιατί μου την έδωσε. Είπα : άι στο διάολο! Βαρέθηκα! Όση πλάκα έχει να κάνεις σεξ κάθε μέρα άλλο τόσο μπορεί να έχει και να μην ξανακάνεις ποτέ. Η ηδονή των άκρων.»

            «Εμένα αλλού πάει το μυαλό μου ακούγοντας για την ηδονή των άκρων».

            «Αλίμονο. Τελοσπάντων, αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι έχει πλάκα να βάζεις παγίδες και δοκιμασίες στον εαυτό σου.»

            «Θέλω να αυτοκτονήσω Στέλλα».

            «Αυτό το έχω ακούσει δεκάδες φορές».

            «Όχι, τώρα είμαι έτοιμος. Άκου με, το σκέφτηκα. Δεν έχει νόημα για μένα πια. Δεν σκέφτομαι την αυτοκτονία ως κάτι κακό ή άσχημο. Δε νιώθω στεναχωρημένος, δε νιώθω θλιβερά που θέλω να πεθάνω. Για καλό το βλέπω, σαν χαρά. Σκέφτομαι ότι τα χρόνια περνάνε. Ήδη τώρα και δεν μπορώ πια να κάνω σεξ εδώ και τόσον καιρό. Τι θα γίνει στο μέλλον; Βλέπω τους γέρους πώς ζαρώνει το σώμα τους και λέω είναι από αυτό, γαμώτο από αυτό: τους λείπει το πάθος, το γαμημένο ζωώδες πάθος για ζωή. Και πού αλλού να βρω αυτό το πάθος αν όχι μέσα σου ρε Στέλλα; Ναι, ξέρω, θα μου πεις ότι έχουμε χωρίσει. Έστω. Θες να μιλήσω γενικά; Δεν είναι κακό, δεν είναι κακό. Έχω περάσει όμορφα, και τώρα ακόμη δηλαδή δες τι ωραία που είναι εδώ. Τίποτα δεν μας λείπει. Κι όμως, ποτέ δεν είναι αυτό που θες.»

            «Ορίστε και το ψητό χταπόδι!», ο σερβιτόρος διέκοψε άγαρμπα την κουβέντα.

            «Μα εμείς έχουμε τελειώσει το φαγητό μας» , του απάντησε η Στέλλα.

            «Λυπάμαι πολύ, απλώς δεν είχε χώρο στη σχάρα και αργήσαμε να το βάλουμε. Δεν το θέλετε τώρα δηλαδή;»

            «Όχι, όχι», απάντησε πάλι η Στέλλα.

            «Ε τότε να μαζέψω; Γλυκό θέλετε;»

            «Πάντα. Και έναν αναπτήρα σας παρακαλώ αν είναι εύκολο.»

            «Βεβαίως κυρία μου.»

            Μόλις ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε φορτωμένος τα πιάτα, η Στέλλα έσκυψε κι έβγαλε από την τσάντα της μια χάρτινη μπλε σακούλα και την πρότεινε στον Βασίλη. Εκείνος την πήρε και κοίταξε μέσα. Μετά άρχισε σιγά σιγά να αδειάζει το περιεχόμενό της πάνω στο τραπέζι. Πρώτα έβγαλε κάτι βότσαλα, πέτρες θαλασσινές λειασμένες με κάτι σχέδια στη μία πλευρά. Ψάρια και γοργόνες υποτίθεται. Η Στέλλα επέμενε να ζωγραφίζει κι ας ήταν μια κοινώς αποδεκτή αλήθεια πως δεν τα κατάφερνε καθόλου. Στη συνέχεια έβγαλε έναν πράσινο μεταλλικό γουρούνι – κουμπαρά. Τον έπιασαν τα γέλια. Έπειτα έβγαλε μια κάρτα. Στη μια πλευρά της, η φωτογραφία ενός νεκρού ψαριού σε close up και πάνω του μια κόκκινη καρδιά να λιώνει και να δημιουργεί μια λίμνη κόκκινη γύρω από αυτό. Από την άλλη πλευρά, μια παροιμία κι ένα γράμμα αρχικό. Την ξαναέβαλε γρήγορα γρήγορα μέσα στη σακούλα. Το τελευταίο αντικείμενο που έβγαλε ήταν ένα τάβλι ταξιδίου. Έσκισε την εξωτερική του ζελατίνα και το άνοιξε. Μέσα κόκκινα και μαύρα πούλια. Κόκκινες και μαύρες γραμμές πάνω στο ξύλο. Και μια ρωγμή. Ένα απ' αυτά τα κόκκινα τρίγωνα για να στήσεις πάνω τους τα πούλια, ήταν σκισμένο, γδαρμένο κι από κάτω φαινόταν το ξύλο. Ο Βασίλης πέρασε δυο τρεις φορές το δάχτυλό του πάνω απ' αυτήν την σχισμή.

            «Στο χρωστούσα».

            «Τι;» είπε ο Βασίλης ανασηκώνοντας το κεφάλι του απ’ το τάβλι που ακόμη κοιτούσε.

            «Δεν θυμάσαι που το 'χες συνήθειο συνέχεια να μου παίρνεις ελαττωματικά δώρα; Δαχτυλίδια που τους έλειπε ένα στρας, ένα βιβλίο με τσαλακωμένο ή βρώμικο εξώφυλλο, μια μπλούζα με προχειροραμμένο γαζί. Σου χρειαζόταν κι εσένα κάτι ελαττωματικό, κάτι μισό. »

            Εκείνη την ώρα κατέφτασε ο σερβιτόρος με ένα πιάτο σπιτικούς λουκουμάδες και παγωτό μαστίχα. Πριν φύγει, άφησε κι έναν κόκκινο αναπτήρα πάνω στο χάρτινο τραπεζομάντηλο. Η Στέλλα άνοιξε ξανά την τσάντα της, έβγαλε από μέσα ένα λευκό κεράκι σε μια μπλε βάση σε σχήμα αστεριού και το έβαλε πάνω στο παγωτό. Με κόπο κατάφερε να ανάψει το κεράκι γιατί ο αναπτήρας έβγαζε και δεν έβγαζε φλόγα. Μόλις τα κατάφερε άρχισε βιαστικά να τραγουδάει:

            «Να ζήσεις Βασίλη και χρόνια πολλά, μεγάλος να γίνεις με άσπρα μαλλιά...»

            Προτού προλάβει ο Βασίλης να σβήσει το κεράκι, το είχε πρώτα σβήσει ο αέρας. Δεν ξαναδοκίμασαν. Άρχισαν να τρώνε τους λουκουμάδες με μια θηριώδη λαχτάρα. Μόλις το πιάτο άδειασε, συμφώνησαν πως πια δεν τους έφτιαχναν τόσο καλούς όσο παλιά, τώρα δεν είχαν γεύση.

            «Πρέπει να φύγω», του είπε.

            «Μου έλειψες, χάρηκα που σε είδα.»

            «Κι εγώ, πολύ.» Η Στέλλα έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο, και πεταχτά λίγο στο στόμα και μετά ξανά στο μάγουλο κι έπειτα κρεμάστηκε από τον σβέρκο του κι έμεινε εκεί για λίγη ώρα δίχως να μιλάνε ή να κουνιούνται. Απότομα τραβήχτηκε, πήρε την τσάντα της, σηκώθηκε, του είπε ένα αντίο με το πρώτο χαμόγελο της μέρας εκείνης, κι έφυγε.

            Ο Βασίλης δεν έχασε λεπτό. Δεν είχε τίποτα να κάτσει να σκεφτεί, ούτε ήταν απ' τους τύπους που κάθονταν μόνοι τους στα μαγαζιά για να ρεμβάσουν. Φώναξε τον σερβιτόρο και πάλι, πλήρωσε τον λογαριασμό, κατέβηκε από την σκάλα που οδηγούσε προς την παραλία, ένα μόνο λεπτό στάθηκε, κι αμέσως μετά όπως ήταν ντυμένος με τα λευκά λινά του ρούχα μπήκε στη θάλασσα κι άρχισε να προχωρά με σταθερό και ήρεμο βήμα προς τα μέσα. Στα μήκη και στα πλάτη. Στην απεραντοσύνη.

            Ούτε που μπορούσε να ακούσει πλέον τον σερβιτόρο που κάθιδρος είχε κατέβει τη σκάλα με την μπλε χάρτινη σακούλα στο χέρι και του φώναζε από την ακτή.

            «Κύριε, ξεχάσατε τα δώρα σας!»

I just call to let you down

της Ιωάννας Λιούτσιας