© 2019 by Achilleas and Camilo

Ο καταγραφέας ή ο δόκιμος σχολιαστής της μικρής οικουμένης, ας μην ξεχάσει να ενθυμηθεί την ήττα ως «φιλοσοφικό ουσιαστικό» και διαδραστική κατάσταση. Ειδικά ας γράψει γι’ αυτούς που δεν την παραδέχτηκαν και για τους περισσότερους που έκαναν ότι δήθεν δεν την κατάλαβαν (για να αποφύγουν τα θλιβερά συμπαρομαρτούντα). Ας σημειώσει κι όλους αυτούς που πίστεψαν ότι θα ξεπεράσουν την απελπισία με κόλπα και έξυπνα σκηνοθετημένες  υπερβολές. Ό,τι  κοινοτοπία και αν υποστήριξαν (νοερώς, στοχαστικώς και εμπράκτως), ακυρώθηκε από τους περίφημους (και φιλοσοφικούς) άλλους : τον  διαστροφικό περίγυρο, τον οχλοκράτη αυλόγυρο, τον μισάνθρωπο γείτονα. Ούτε όμως και καθόρισαν το βάθος της θλίψης τους. Σε αυτό οι ηττημένοι δεν υπήρξαν γενναίοι, ούτε κατ’ ελάχιστον. Αρνήθηκαν ν’ αποδεχτούν την ακυρότητα της γέννησής τους και την εγκυρότητα τού τέλους τους. Αποτέλεσαν, ως στάση και θέση, μια ακόμη λανθάνουσα παρενδυσία (με πολλές ψυχικές και ασθενείς παραλλαγές). Μόχθησαν να φτιάξουν έναν μικρόκοσμο εντελώς γελοίο και προβλέψιμο (στις βουλές του Κυρίου και των αγορών).Τα καμώματά τους  δεν διεγείραν καμία προσοχή, δεν προκάλεσαν καμία προσευχή, δεν γέννησαν καμιά πίστη. Κυριάρχησαν η φαυλότητα και τα φτηνιάρικα αλισβερίσια με ξέπνοα σώματα και υπάρξεις. Τελικός σκοπός : οι εκκρίσεις, όσες περισσότερες «επιτευχθούν», τόσο το καλύτερο. Αν η αποτίμηση και ο «σχεδιασμός» ήταν μια κραυγή (καταμεσήμερο) ή μια παράκληση στις θείες δυνάμεις (σιωπηλό κάλεσμα για βοήθεια) θα γίνονταν ανεκτά : η ήττα και η απελπισία. Ίσως τότε η καταγραφή τους θα πραγματοποιούνταν σε κάποια ποιητική συλλογή ή ανθολογία. Αλλά αυτή η μικροαστική άρνηση τής οδύνης και η υιοθέτηση κάθε κατάλοιπου «ευτυχίας» (αυτής που οδηγεί στην αποδοχή απ’ τις νοικοκυρές) ακύρωσε και ακυρώνει την «εις εαυτόν ακινησία», προϊόν πλήρους ύπαρξης.

Η ήττα

του Χριστόφορου Τριάντη