«Ποιο δρόμο ζωής να χαράξει κανείς;»

 

                                            Ηράκλειτος

 

Πήρε ένα βιβλίο κι άρχισε να το ξεφυλλίζει μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Το φως της πανσελήνου διαγράφονταν στον τοίχο του δωματίου. Οι νύχτες περνούσαν μέσα στην αγκαλιά της μοναξιάς. Ένα αίσθημα θλίψης του δημιουργούσε όλο αυτό, μια μόνωση και συνάμα ένας θυμός.

 

Οι σταγόνες της βροχής διέγραφαν πάνω στο τζάμι του παραθύρου ευθείες υδάτινες γραμμές. Στην πρώτη ματιά φάνταζαν με δάκρυα ενός κρυστάλλινου προσώπου που βασανίζεται.

 

Δεν υπάρχει μήτε αρχή μήτε τέλος παρά μια ευθεία γραμμή κι αυτήν την γραμμή την ονομάσαμε ζωή, δίχως να την έχουμε καταλάβει, καταδικάζοντας σε ένα αργό και επίπονο θάνατο την κάθε στιγμή, της δώσαμε ονόματα πολλά, την ακρωτηριάσαμε με θρησκείες και πολέμους. 

 

Χωρίσαμε τους ανθρώπους με βάση το χρώμα του δέρματος και του γεωγραφικού μήκους και πλάτους. Τους βασανίσαμε και συνεχίζουμε ακόμα να βασανίζουνε τούτο τον μοναχικό ταξιδιώτη της αιωνιότητας και της μεγάλης αλήθειας, τον ονειροπόλο σχοινοβάτη του χθες, του σήμερα, του αύριο, τον κατακτητή των ορεινών εξάρσεων και τον απύθμενων βυθών, το ναυαγό των ωκεανών και τον ταξιδευτή με τα κατάλευκα πανιά και τα αλεξικέραυνα κατάρτια.  

 

Ονομάσαμε κατάθλιψη τον πόνο για να τον αποζημιώσουμε με δεκάρες. Βαφτίσαμε τρέλα την χαρά. Την φιλία την προδώσαμε. Σταυρώσαμε την αισθητική και φιμώσαμε την αξιοπρέπεια. Της γενναιοδωρίας της φορέσαμε αλυσίδες και την είπαμε φιλανθρωπία, ανοίγοντας έτσι τα παλιά μας σεντούκια μοιράζοντας ελεεινή ελεημοσύνη. Χτίσαμε ναούς για να δοξάσουμε έναν θεό ανύπαρκτο και πανεπιστήμια για να κατευθύνουμε την γνώση. Χρηματίσαμε τον έρωτα αδειάζοντας το σπέρμα μας στον πάτο της λεκάνης και όταν αγαπήσαμε, ήτανε πλέον αργά, πολύ αργά.

 

Κι όμως αντί για σκοτάδι, βρήκαμε τόσο φως που τυφλωθήκαμε και χάσαμε το δρόμο της επιστροφής. Μάθαμε την αξία της ήττας και την συνηθίσαμε. Νοιώσαμε την προδοσία και την αγάπη των αγνώστων και την αγάπη εκείνων ακόμα που δεν αγαπήσαμε. Με χιλιόμετρα χαραγμένη η μνήμη μας και σταγόνες βροχής στο μπαμπρίζ διασχίσαμε τον χρόνο. Στον καφέ πάψαμε τη ζάχαρη και στο Χοτέλ εκείνο στην άκρη της πόλης μια νύχτα, απομείναμε μόνοι πίσω από το παράθυρο να κοιτάζουμε το δρόμο που τόσες φορές διαβήκαμε. 

 

Τελικά, τόση ομορφιά έχει η ζωή. Πρέπει να συνηθίσουμε την ασχήμια μας για να την αντέξουμε.

Χοτέλ

του Γιώργου Καστανίδη

© 2019 by Achilleas and Camilo