Έχει ο γείτονας τον σκύλο του, τον Λάρη και του φωνάζει διαταγές. “Λάρη έξω!” ακούω ενώ κάθομαι στην κουζίνα και πίνω καφέ. Παίρνω την κούπα μου και βγαίνω στο μπαλκόνι. Μετά από λίγο “Λάρη μέσα!” σηκώνομαι από την πάνινη πολυθρόνα και γυρνώ στην κουζίνα. Τα σπίτια είναι διπλανά, η ηχομόνωση ανύπαρκτη, χώρια οι ανοιχτές μπαλκονόπορτες. Με το “Λάρη κάτω!” μαζεύω τσιγάρα, γυαλιά και τα χαρτιά μου, φοράω τις παντούφλες μου και κατεβαίνω στην ασφάλεια του υπόγειου ατελιέ με τα καβαλέτα και τους υπολογιστές….

 

Ο Λάρης  συχνά πυκνά σηκώνει την γειτονιά στο πόδι με το δυνατό του γαύγισμα. Τότε ο γείτονας  πετιέται και ξεστομίζει τέτοιες βρισιές μαζί με το “Λάρη σκάσε”, κι ανεμίζει την τυλιγμένη εφημερίδα που κάνει υπόκωφο θόρυβο καθώς πέφτει με δύναμη στα πλευρά ή στη μουσούδα. Το λυπάμαι το καημένο το σκυλί αλλά θυμάμαι εκείνη την φορά που πήγα να διαμαρτυρηθώ υπέρ του και αντί για ανθρώπινη μιλιά απ’ το στόμα μου ακούστηκε να αλυχτάω και να γαυγίζω πονεμένα. Ένιωσα μεγάλη ντροπή –έτσι συνήθως σωπαίνω –είναι που σκέφτομαι κιόλας τι θα συνέβαινε αν αντί για τον Λάρη έτρωγα το ξύλο εγώ, θα με υπερασπίζονταν ο σκύλος ή θα έμενε πιστός στο σκληρό του αφεντικό;

Καλά να μπερδεύεις τον εαυτό σου με τον σκύλο του γείτονα όταν ακούς επιτακτικές διαταγές ή όταν σε περιμένει τιμωρία επειδή ανέβασες τον τόνο της σκυλίσιας σου φωνής. Αυτά και οι ψυχίατροι τα καταλαβαίνουν, μερικοί μάλιστα θα συμφωνήσουν μαζί σου πως είναι φυσιολογικό και θα έδιναν πολλά να έχουν μια παρόμοια εμπειρία… Τι συμβαίνει και όταν νομίζεις ότι μένεις μόνος αισθάνεσαι την όσφρηση σου τόσο οξεία –όταν στην θέα της γάτας να παραβιάζει τα σύνορα των κήπων για μια γρήγορη διέλευση ορμάς να της αρπάξεις την ουρά την στιγμή που χάνεται πίσω απ την καλαμωτή;

 

Σήμερα το πρωί άκουγα τον γείτονα να έχει  ανεξήγητο κέφι, τραγουδούσε και φτερνιζόταν, η γυναίκα του στην δουλειά, τα παιδιά στο σχολείο ενώ εγώ ως συνήθως βαριόμουν του κερατά. Ξέρω πολύ καλά ότι τα μπαλκόνια δεν κρύβουν μυστικά. Πάω στην γωνία και φωνάζω δυνατά “Λάρη έξω!” σαν να ήταν ο σκύλος δικός μου. Ακούω τον γείτονα να βγαίνει και εμφανίζομαι. “Καλημέρα” του λέω, κρατούσε το ποτήρι του φραπέ και κοίταγε με μισόκλειστα μάτια την λεμονιά απέναντι. “Καλημέρα” μου απαντά, “πάνε όλα καλά;” του κάνω “καλά, καλά” ήταν η απάντηση. “Ωραίος καιρός γείτονα, ηλιόλουστη μέρα” “ναι, ναι, μέρα για βόλτα στο πάρκο”. Κάνω μετά δύο βήματα πίσω και “Λάρη μέσα!”. Τον ακούω από δίπλα να μπαίνει στην κουζίνα τους και να γαυγίζει χαρούμενος….

Ήξερα ότι μια βόλτα με τον Λάρη ήταν πάντα ψυχαγωγία για την κόρη του. Δεν απομακρύνονταν ποτέ από το πλάι του αφεντικού του και το λουρί, όταν τον κρατούσε λουρί, ήταν πάντα χαλαρό, το περπάτημα μαζί του άνετο. Έβλεπαν οι νεαροί στις γειτονιές, ένα όμορφο ζώο μαζί με μια νέα γυναίκα, μαύρο γυαλιστερό τρίχωμα ο Λάρης, πλούσιοι μελαχρινοί βόστρυχοι στους ώμους της κοπέλας, σώματα γυμνασμένα σκύλος και κόρη, ήθελαν να πιάσουν κουβέντα στο κορίτσι, να το ρωτήσουν πως λένε το σκυλί, αν έρχεται από μακριά…. Άλλους τους απέρριπτε μόνη, άλλους δεν τους χώνευε –από την μυρωδιά, ο Λάρης και γρύλιζε απειλητικά. Ο πατέρας της την παρακολουθούσε διακριτικά σ’ αυτές τις εξορμήσεις της κι όταν κανένας νεαρός της ταίριαζε, πλησίαζε,  άνοιγε τον καυγά και διέταζε “Λάρη όρμα”, έδινε την εντολή που τόσο καιρό περίμενα τα ατέλειωτα πρωινά στην κουζίνα και το μπαλκόνι, γι αυτό δεν έτρωγα μήνες τώρα την μπριζόλα μου ωμή, μ’ όλο της το αίμα;    

His master's voice

του Νικόλαου Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo