Η εκστατική φυλακή

Της πόλης μου

 

Χρόνια πριν από την ιστορία αυτού του σημειώματος, κάποιος είπε. Η αρχιτεκτονική δεν θα σώσει τους φτωχούς ανθρώπους. Θα πρέπει κανείς να λάβει καλά υπόψη του αυτήν την επισήμανση, προτού προχωρήσει στην ανάγνωση της ιστορίας που ακολουθεί. Επειδή μια ρητορεία, όπως αυτή της γραφής δεν θα μπορούσε ποτέ να εννοήσει σε όλο του το μέγεθος τον ανθρώπινο κόπο που καταβάλλεται στο όνομα της βελτιστοποίησης και της εναρμόνισης. Τον κόπο που συντρίβεται κάτω από την αταξία και τις συγκρούσεις δεκαετιών. Η ιστορία του σημειώματος εξελίσσεται κάπως έτσι.

Το έτος 2100 ο Χέρμαν ζει στους δρόμους. Η τέλεια πολιτεία που ποτέ δεν κοιμάται, παραμονεύει πάνω από την ζωή του. Ο Χέρμαν γνωρίζει το πριν και το τώρα. Διαθέτει προσωπική γνώμη για τις εντυπωσιακές κατασκευές από χάλυβα και οπλισμένο σκυρόδεμα που ξεφυτρώνουν σαν παράξενα λουλούδια σε κάθε πλευρά της πολιτείας του. Ο Χέρμαν συνεχίζει τον ίδιο, τραχύ δρόμο που του επιφύλασσε η πικρή του βιογραφία. Εδώ και μια δεκαετία κατοικεί στους πρόποδες του belvedere που ανυψώνει ανεπαίσθητα και κλιμακωτά την προοπτική της πόλης. Πίσω του προβάλλουν σαν τερατώδεις προεκτάσεις ορισμένες από τις εμβληματικότερες κατασκευές του αιώνα. Κτίρια, όπως συγκροτήματα κατοικιών με εσωτερικές αυλές και στοές, το Εθνικό Συνταξιοδοτικό Ινστιτούτο, δεκάδες μουσεία με παράξενες γεωμετρίες, το μουσείο των Επιστημόνων, το μουσείο του Παλιού Ανθρώπου, το μουσείο των εποχών του πολιτισμού, το μουσείο της οικολογίας και εκείνο της δορυφορικής πόλης που χάθηκε μες στις ατέλειωτες περιστροφές του κόσμου. Ο Χέρμαν κοιτάζει τις νύχτες τα αναμμένα φώτα της προβλήτας και τα αναμμένα πρόσωπα των νεόχτιστων ιδρυμάτων που υμνούν το ανθρώπινο παρελθόν. Ο Χέρμαν δεν θα άλλαζε την πολιτεία του με καμία άλλη, τα κτίρια της πολιτείας του φαντάζουν γίγαντες που μπορούν αν το θέλουν να παίξουν με τις καταιγίδες γεννώντας τυφώνες και φωτιστικά θαύματα.

Η ζωή του είναι δύσκολη κάπως. Το πρωί στέκει έξω από το μέγαρο της Εκατονταετηρίδας, ζητώντας το ξεροκόμματο που του αναλογεί. Δεν ζητάει πολλά, δεν λέει πολλά ο Χέρμαν, μονάχα κρατά ακίνητος μια χαρτονένια επιγραφή, γραμμένη σε άπταιστα λατινικά. Τις καλές μέρες οι περαστικοί του αφήνουν ένα καλό μεροκάματο και μερικά αποφάγια. Τίποτε σχετικό με την δυστυχία που πλανάται στην ατμόσφαιρα γύρω από το παλιό εργοστάσιο χημικών που φιλοξενεί απρόθυμες, σκιώδεις μορφές, μαθημένες να υπακούουν τις προσταγές της σειρήνας βάρδιας. Εκεί ο Χέρμαν δεν θα μπορούσε σε τίποτε να ελπίζει. Οι εργάτες περνούσν από μπροστά σου, δίχως να στρέφουν τα πρόσωπά τους. Μάταια πρόσμενε ο Χέρμαν μια ευγενική χειρονομία, , το πρόσωπό του δεν διέθετε την πατίνα ενός αγίου, το πρόσωπό του δεν έπειθε αρκετά τους φευγαλέους περαστικούς. Μια μέρα, έδειξαν στον Χέρμαν τον δρόμο εμπρός του. Δεν θα μπορούσε πια να ξημερώνει στο καταφύγιό που με τόσο κόπο είχε κατορθώσει να φτιάξει κουβαλώντας ετερόκλιτα υλικά κάτω από την δωρικού ρυθμού αψίδα αυτού του καλά προγραμματισμένου κόσμου. Τότε και εκείνος, σέρνοντας τα χρόνια του στα ρείθρα της πολιτείας ολομόναχος περιπλανήθηκε ανάμεσα στους χιλιάδες, νεανικούς θεούς του τραπεζικού συστήματος που εκτελούν πειθήνια τις εντολές μιας σεβάσμιας κλίκας, τηρώντας στο ακέραιο το απάνθρωπο ωράριο, καλά βαλμένοι εμπρός από τα εξελιγμένα τερματικά της τελευταίας γενιάς. Ο Χέρμαν λυπάται για τον λιγοστό τους χρόνο, για την βία μιας σταθερής τροχιάς που τους συνθλίβει στο βάθος ενός διαφημιστικού βαγονιού. Καμιά φορά ο Χέρμαν χάνει την αίσθηση του χρόνου και κάποιο σπίτι ή ο όγκος μιας ακαθόριστης σκιάς στο βάθος της λεωφόρου, παίζει μαζί του παράξενα παιχνίδια. Ας πούμε, ο Χέρμαν χάνει την επαφή του με τον αδιάκοπο χρόνο και στέκει γονατιστός εμπρός στην αρχιτεκτονική κατασκευή που γεννιέται εκεί έξω και που μες στην παράδοξη νύχτα θυμίζει ξεκάθαρα ένα παρεκκλήσι σαν εκείνο του Ροζαρίου που κάποιος χάραξε με τα δυο του χέρια στον ουρανό του κόσμου. Στέκει γονατιστός γιατί αν κάτι λησμόνησε να πει αυτή η ιστορία έχει να κάνει με την βαθιά και ακλόνητη πίστη του Χέρμαν. Του λόγου του πιστεύει με επιμονή βιβλική στις προσευχές που θα ξαναφέρουν την αίσθηση της ομορφιάς στην δική του, ακατάληπτη πολιτεία. Το μέτωπό του ιδρωμένο, το μέτωπο του Χέρμαν λάμπει από μια φθινοπωρινή δροσιά. Και ο ίδιος καθοδηγείται από τον άγγελό του, πλάσμα με διαλυμένα φτερά που μες στην ομίχλη αποκτά μια όψη ανθρώπινη, ζεστή και αφοσιωμένη. Κάνε κουράγιο Χέρμαν, μερικές διασταυρώσεις ακόμη, κάνε υπομονή Χέρμαν, η καρδιά σου χωράει τόση συγχώρεση, κάνε υπομονή και μην λυπηθείς για την εκκωφαντική δυστυχία του υφαντουργείου και για τους εργάτες του σιδηρουργείου που φτιάχνουν καθημερινά ατέλειωτα χιλιόμετρα από σιδερένιες τραβέρσες και δεν ακούνε το θρόισμά σου. Μην λυπηθείς για τους εργάτες που πεθαίνουν από τον λευκό αμίαντο και που στα μάτια τους διαθέτουν μια γενναία ποσότητα ξενιτιάς. Ο Χέρμαν αγαπά τόσο την πολιτεία του, όμως καμιά φορά συλλογίζεται πως οι άνθρωποί της δεκάρα δεν δίνουν για τον Ίκαρο που συντρίβεται όπως στους πίνακες των φλαμανδικών φαντασιώσεων. Ο Χέρμαν είναι ο Ίκαρος, η καρδιά του που λιώνει αργά κάθε μέρα, κάποτε θα εκτίθεται στο μουσείο του Παλιού Ανθρώπου, με μια υπόμνηση για την μισθωτή εργασία που στενεύει τα περιθώρια της ζωής.

Ο Χέρμαν βρέθηκε σήμερα το πρωί παγωμένος. Τα πράγματά του ήταν λεηλατημένα, τα μάτια του ορθάνοιχτα σαν εκείνα ενός παιδιού που γνωρίζει πως καραδοκεί η τιμωρία του πατέρα. Ο Χέρμαν, ένα ταπεινό και ειρηνικό σύμβολο της πολιτείας του ταξιδεύει απόψε με τις προσευχές μας. Οι πεδιάδες στα προάστια τον αποχαιρετούν παίζοντας ρυθμικά το ταμπούρλο τους. Όλα συμμετέχουν στο φευγιό του Χέρμαν εκτός από εκείνα τα άκαμπτα και αδάμαστα κτίσματα από χάλυβα, φτιαγμένα στα πρότυπα του National Bank στο Σικάγο του αμερικάνικου ονείρου. Αυτά δεν σκύβουν το κεφάλι, δεν χαιρετούν, για εκείνα οι τελετές των ανθρώπων αφορούν μια άλλη χαμένη από καιρό κλίμακα. Αντίο Χέρμαν, λοιπόν, μέσα από τις σελίδες αυτής της παράξενης ιστορίας. Τα χρόνια θα σε ξεχάσουν, μαζί με ολόκληρα συντάγματα από εργάτες και έγχρωμες υπηρέτριες. Όμως οι άνθρωποι του σιδεράδικου, του βαφείου, όλα τα παιδιά που γερνούν με έναν ήχο ετοιμόρροπου ροδανιού, θα έχουν να λένε για σένα και την γλυκύτητά σου Χέρμαν.

Η ιστορία του τελειώνει με ένα νεύμα. Φαντάζομαι πως όσοι χάνετε απόψε τον χρόνο σας με παρόμοια αποκυήματα του αφάνταστου να λάβατε υπόψη την αρχική παραδοχή. Φαντάζομαι πως κανείς σας δεν γνωρίζει τον Χέρμαν. Ωστόσο, καθένας από εμάς έχει κάποτε διασταυρωθεί μαζί του. Η όψη του φαίνεται να δοκιμάζεται από μια επίμονη αγρύπνια. Το πρόσωπό του πειθήνιο στις προσταγές της νύχτας που κάθε τέτοια μέρα κρατά περισσότερο, μια νύχτα αφάνταστα λυπημένη για τον άμοιρο Χέρμαν.

Η ιστορία του, το νιώθω πως είναι γεμάτη ρητορείες. Όμως δεν πρόκειται μονάχα για το τοπίο, για τα καταστήματα περιπάτου που ξεπροβάλλουν εκεί που έζησε και περπάτησε κάποτε ο Χέρμαν, όχι για αυτά. Η όψη του συνιστά την όψη της πολιτείας μας. Ενός τόπου που έζησε λυρικά και τώρα μες στους θορύβους του καινούριου, επεξηγηματικού αιώνα, καταστρέφεται τραγικά, όπως προβλέπεται από τους νόμους της φθοράς των πραγμάτων. Ο Χέρμαν είναι ένας μάρτυρας της ανθρώπινης μοίρας όταν συναντά την συγχρονικότητα όλων ανεξαιρέτων των ξεπερασμένων στυλ της ανθρωπιάς μας.

Κύριε Μπρύγκελ, τι να είναι αυτό στην δεξιά πλευρά του πίνακα;

ή

Χέρμαν, ο άνθρωπος αγρύπνια

Του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo