Επίμετρο μιας πικρής

ιστορίας

Η κυρία Φ.  διοικεί με σιδηρά πειθαρχία το μέγαρο της 42ης οδού. Γνωρίζει όλους τους ενοίκους, τα προβλήματα, τους έρωτες, τα μικρά και τα μεγάλα πάθη τους. Όταν κάποιος άγνωστος φάνηκε στα σκαλοπάτια του κτιρίου, η κυρία Φ. ανέλαβε με κάθε επισημότητα τα χρέη της διοικήσεως και με ένα τσούρμο παλιές, πολιτειακές δεσποινίδες πίσω της, είπε όσα ξέρει. Οι τρόποι της υπήρξαν τόσο εκφραστικοί. Κάθε τόσο τα επιφωνήματα της παράξενης κουστωδίας πάσχιζαν να δώσουν δραματικό τόνο στην όλη υπόθεση. Ωστόσο, δεν έχει καμιά σημασία. Άλλη μια ιστορία αγάπης για την 42η οδό. Εδώ ο κόσμος αλλάζει γρήγορ φίλε μου. Οι άνθρωποι εδώ βάζουν τις ζωές τους κάτω από τις φτερούγες και πεθαίνουν.

Η κυρία Φ. είπε.

«Την γνωρίζατε; Υπήρξε μια καλλονή. Όταν έφυγε από την Βερόνα δούλεψε σε κάποιον δικηγόρο. Νομίζω πως μαζί του αναπτύχθηκε και κάποιο ειδύλλιο, όμως ξέρετε στην αγάπη δεν ταιριάζουν τα φιλοδωρήματα. Ας είναι, η ωραία Τζούλια μεγάλωσε κάτω από αυτό το κεραμίδι. Ήρθε συντρίμμια, μια ιστορική καλλιγραφία με σβησμένο το σημάδι της. Κάποιοι από τους μάγκες της γειτονιάς βάλθηκαν να την κάνουν δική τους. Ωστόσο, όλοι έχουν να λένε πως δεν αντίκρισαν ποτέ ένα περισσότερο λυπημένο κορίτσι. Απέστρεφαν το βλέμμα τους, η φίνα τους εσπεράντο χανόταν μες στην αφοπλιστική σιωπή της.  Η ωραία Τζούλια, έλεγαν όλοι και όταν έβγαινε στο μπαλκόνι της για να κλάψει, ολάκερη η νύχτα σταματούσε για λίγο. Και έπεφτε ένας θαυμάσιος καιρός, μια θαρραλέα άνοιξη εκεί στην καρδιά του μικρού δρόμου. Πάει καιρός που μου μίλησε. Για τα καπρίτσια, τις δολοφονίες, τους αψυχολόγητους καυγάδες, την οργή ανάμεσα στις οικογένειες. Μου ζήτησε, κύριε, να της υποσχεθώ πως θα το κρατήσω μυστικό. Όμως εδώ είμαστε μια οικογένεια κύριε, οι ζωές μας ορίζονται από τις ίδιες μυρωδιές, εδώ οι πίκρες και τα θαύματα είναι για όλους, μας φυσά ο ίδιος άνεμος και πάμε. Και όσο να πάει, για κάποιον που φάνηκε πρώτη φορά σε αυτά τα μέρη, είναι απρέπεια να ζητά τόσες πληροφορίες. Θε μου! Πρόκειται για εκείνη την ιστορία; Ώστε λοιπόν, είστε εκείνος; Δείξτε, πείτε μου  κάτι, ένα σημάδι σας παρακαλώ. Μα ήταν αλήθεια, λοιπόν! Γιατί δεν σας κρύβω κύριε πως κάποιες φορές συλλογίστηκα πως η Τζούλια είναι ένα χρυσό μανεκέν μα και μια ψεύτικη καρδιά. Πως όλα όσα μου είπε για την Βερόνα, δεν ήταν παρά μια τρελή φαντασίωση. Και όμως, το άμοιρο κορίτσι, έπεσε θύμα του έρωτα που διαλύει τις νεανικές καρδιές. Αν δεν το γνωρίζετε το μόνο εμπόδιο που συναντούν τα νιάτα είναι ο έρωτας. Μια έξαλλη, τραγική ψυχή που φαντάζει ικανή για τις πιο ταπεινές ιδιαιτερότητες, τις πιο πρόστυχες δικαιολογίες, τον αυθεντικό, ανθρώπινο εξευτελισμό. Η Τζούλια μου, πόσο θα έχεις πονέσει, πόσο γελαστήκαμε Τζούλια για τον στίχο σου, πως ίσως ντύθηκε μαρμάρινο μονάχα γόητρο.

Είστε λοιπόν εκείνος; Εννοώ, ο Ρωμαίος της, το σπασμένο της μισό; Σας ζητώ ευγενικά να φύγετε, να μην την πληγώσετε περισσότερο. Η Βερόνα μοιάζει με μια σπουδαία πολιτεία. Και ίσως εκεί βρείτε την γαλήνη που ποθήσατε. Όμως η Τζούλια, κύριε, πιστέψτε με, έχετε να κάνετε με μια ρημαγμένη κούκλα. Όσα απέμειναν από τον παλιό της εαυτό έχουν πια παραδοθεί στους αποχαιρετισμούς, τις νύχτες την κυκλώνουν παράξενες σκέψεις, στέκει στο παράθυρο με το κατάμαυρο πρόσωπο μιας γλυκιάς Παρθένου και έτσι ξεψυχά. Μιλούν για εκείνη τα παιδιά του σιδηρουργείου και οι διαβάτες στέκουν και λένε, εδώ ζει η Τζούλια και ανασαίνουν ανάβοντας ένα αμερικάνικο τσιγάρο με το σπίρτο από το κατακόκκινο κουτί που σημαίνει κίνδυνος και φωτιά στα χέρια της Τζούλια που μια νύχτα, κύριε. Μια νύχτα από αυτές θα ανοίξει το μικρό παράθυρο του δικού της κόσμου και ισορροπώντας στο τίποτε του τσίγκινου φεγγαριού, θα βάλει ανάμεσα σε εκείνη και την Βερόνα μια ολόκληρη θάλασσα, όση απόσταση χρειάζονται τα πράγματα για να ξεχαστούν ή τελικά να περάσουν στην αιωνιότητα, το καρτερικό της ύφος θα είναι εκείνος ο ξαφνικός ήχος, το σπασμένο υαλικό του κόσμου που ράγισε και πάει. Ανυποψίαστοι οι αιώνες δεν θα δουν την Τζούλια που περνά μέσα από τους παραμυθένιους αγωγούς, κύριε.»

Πέρασαν μέρες και χρόνια. Όλοι έχουν να λένε πως ο αλήτης που φάνηκε στο δρομάκι σεβάστηκε την ζωή και τους σχηματισμένους της τρόπους. Πως άφησε την Τζούλια να ζήσει όσα χρόνια της απέμεναν, μακριά από την Βερόνα και το δηλητήριο.

Δεν πέρασε ούτε μια μέρα που να μην επισκεφτεί εκείνος ο αλήτης το ποτοπωλείο της 42ης οδού, ούτε μια μέρα που να μην ακούσει ξανά τα λόγια της κυρίας Φ., που του ζητούσε να φύγει.

Όλες εκείνες οι λέξεις Τζούλια, εκείνοι οι στίχοι, ήταν μονάχα φανταχτερά  κλειδιά που έμειναν στους λαιμούς για πάντα, έτσι δεν είναι;

Αν δεν το ξέρετε, το ποτοπωλείο διαθέτει ένα κυκλικό μπαρ από αυθεντική ποικιλία αμερικάνικης ξυλείας και στους τοίχους μονάχα κάδρα από εμβληματικούς θαμώνες. Ο γέρο Τζιμ, η παρέα του Μπόμπυ, Ίθαν, Φρέντρικ, Αλ, πίνουν μαζί με τους καινούριους επισκέπτες του μαγαζιού. Στο κυκλικό μπαρ βρίσκεται γραμμένη η ζωή αυτών των καταραμένων.

Το πιοτό τον έκανε κομμάτια, σπάραξε το μυαλό του και γρήγορα χάθηκε. Το τέλος του υπήρξε αυτοκρατορικό. Λίγο λίγο γινόταν ένα κενό χαρτί, δίχως καμία μνήμη. Τις νύχτες ούρλιαζε το όνομά της. Λίγο λίγο το φως του τον εγκατέλειπε και έτσι έγινε βορά στους σκληρούς χειμώνες της 42ης οδού. Ένα πρωινό τον βρήκαν παγωμένο, είχε κερδίσει την ζωή με τον θάνατό του. Με το σπαθί του είχε κερδίσει μια θέση που λένε, μες στην μεγάλη λέσχη των μαρμάρων. Όχι οι στίχοι του, αλλά εκείνος, μονάχα εκείνος χάρισε στο κορίτσι το κυκλάμινο που προικίζει με αστείρευτη δροσιά την άτυχη πρόζα της βιογραφίας τους.  

Βεβαίως, η Τζούλια δεν έμαθε ποτέ τίποτε. Μπήκε στο κάδρο της και ακολούθησε τον κυκλώνα χρόνο.  Τα σοφά χέρια του ψίθυρου σκέπασαν για πάντα την ίδια και το στενό δρομάκι της. Εκείνο που σε μια τέλεια αναγωγή θυμίζει τόσο την ειρήνη ενός μικρού δρόμου στο Ντελφτ.

Η Τζούλια του Ντελφτ

του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo