Η πόλη ανέπνεε σαν τεράστιο τσιμεντένιο πνευμόνι. Όποιος βρισκόταν στο μέρος που ρουφούσε τον αέρα της, τον εισέπνεε και τον βύθιζε στα δαιδαλώδη της σοκάκια. Στην εκπνοή τον έφτυνε έχοντας ξεζουμίσει όλα τα απαραίτητα συστατικά για την δική της επιβίωση.

Οι άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι για να μην βρεθούν στο διάβα της. Κρατιόντουσαν από κάγκελα πεζοδρομίου, από σταματημένα αυτοκίνητα, από κολώνες ηλεκτροδότησης. Κρατιόντουσαν απελπισμένα. Έβλεπες τα πόδια τους να αιωρούνται στο κενό και να πλησιάζουν επικίνδυνα στο γιγάντιο πνευμόνι και τα χέρια τους να ασπρίζουν από την δύναμη με την οποία κρατιόντουσαν. Οι φλέβες στα χέρια τους διογκώνονταν και οι κόμποι στα δάχτυλα τους έλαμπαν. Έβλεπες να τους φεύγουν τα κασκόλ και να χάνονται, να τους φεύγουν τα καπέλα, τα γυαλιά μυωπίας, τα κινητά, τα βιβλία, οι σακούλες από τα σούπερ μάρκετ. Κάποιοι έχαναν τα ζώα τους (τα λουριά τους διέγραφαν κύκλους στον αέρα προτού εξαφανιστούν), κάποιοι έχαναν τα παιδιά τους ενώ κάποιοι ακόμα πιο άτυχοι, μόλις καταλάβαιναν πως αυτό που αιωρείται είναι δικό τους παιδί, άφηναν τα χέρια τους ελεύθερα και παραιτημένοι πήγαιναν να το συναντήσουν.   Όλοι είχαν χάσει κάποιον δικό τους στο παρελθόν κι όλοι είχαν βρει το αφυδατωμένο κουφάρι του παρατημένο στην γωνία ενός δρόμου, σε ένα αδιέξοδο, σε ένα σκοτεινό πεζόδρομο.

Μα δεν ήταν πάντα έτσι.

Κάποτε η πόλη ήταν φίλη μας. Φορούσε ένα κατάλευκο αέρινο χιτώνα και είχε μακριά και ίσια μαλλιά. Μπορούσες σχεδόν να δεις τα μειλίχια και γήινα χαρακτηριστικά της, κάποιες μέρες με καθαρό ορίζοντα ή τις αργίες που όλοι διασκέδαζαν, τις πρωτομαγιές, τις πρώτες λιακάδες μετά από συνεχείς βροχερές μέρες κτλ. Τότε ήταν που σχεδόν κατέβαινε στους δρόμους της και ανάμεσα σε μουσικές και χαρούμενες παιδικές φωνές, έπαιρνε ανθρώπινη μορφή και έμοιαζε να συμπάσχει. Τότε ήταν που συμμετείχε και μπορείς να πεις πως συμμεριζόταν χαρές και λύπες. Ήταν μία από μας. Ήταν εμείς. Ήμασταν αυτή.

Έπειτα, τελείως ανεξήγητα, αρχίσαμε να την κακομεταχειριζόμαστε. Την γκρεμίσαμε λες και την μισούσαμε. Εκεί που είχε όμορφα αρχοντικά με κήπους, με δέντρα και περίτεχνα κάγκελα, με σκαλιστές λεπτομέρειες στα περβάζια, με ικριώματα και μικρά σιντριβάνια, εκεί έμπαιναν οι μπουλντόζες του μοντερνισμού και χωρίς προειδοποίηση ακρωτηρίαζαν τα πάντα. Εκεί που υπήρχαν λιβάδια που αναπαυόταν ανάμεσα στα αραιά σπίτια, ξαφνικά φύτρωσαν ιδιωτικά παρκινγκ. Εκεί που υπήρχαν δροσερά ρυάκια, ξαφνικά βρέθηκαν ολόκληροι τόνοι από άσφαλτο και οπλισμένο σκυρόδεμα για να μπορούμε να τσουλάμε ευκολότερα και γρηγορότερα προς τον γκρεμό. Τα πλακόστρωτα καλντερίμια γδάρθηκαν, όπως γδέρνεις ένα σφαχτάρι και από κάτω αποκαλύφθηκε η ζεστή κατακόκκινη σάρκα. Μπαλώσαμε όπως όπως τις πληγές με καινούρια άσφαλτο αντί για χωμάτινες γάζες κι επιδέσμους και όπως ήταν αναμενόμενο μολύνθηκαν και κακοφόρμισαν. Η κατεστραμμένη σάρκα της πόλης άρχισε να σαπίζει και να αναδίδει μία ταγκή μυρωδιά καυσαερίου. Η τριχοφυΐα της πόλης, τα αγριόχορτα και οι χαμηλοί θάμνοι, δεν ξαναβγήκαν ποτέ σε εκείνα τα σημεία. Αντ ’ αυτού απελπισμένες νεραντζιές, με πλατιά και σκούρα φύλλα, αποστραγγισμένες από κάθε ίχνος ζωντάνιας, δηλητηριάζονταν σιγά σιγά από τις αναθυμιάσεις των κακοκλεισμένων πληγών. Η πίκρα στα φρούτα τους, ήταν το καλύτερο αποδεικτικό του μαρτυρίου τους.  Το τοπίο έμοιαζε πολεμικό. Ενός πολέμου που δεν κηρύχτηκε ποτέ και που αν το καλοσκεφτείς, κανείς δεν τον ήθελε πραγματικά.   Οι άνθρωποι έβλεπαν το θέαμα και νόμιζαν πως εκσυγχρονίζονται. Δεν καταλάβαιναν πως ξεσκίζουν την μήτρα που τους μεγάλωνε και τους τάιζε. Δεν έβλεπαν το αμνιακό υγρό που κυλούσε ανάμεσα τους λιμνάζοντας στις γωνίες των σπιτιών και σιγά σιγά σάπιζε και βρωμούσε. Δεν είδαν ποτέ τα υπολείμματα του πλακούντα στο διάβα τους και τα κλωτσούσαν βιαστικά, σαν να ήταν τενεκεδάκια.

Η απελπισμένη πόλη δεν προλάβαινε να μετράει τις πληγές της. Το φως του ήλιου τις έψηνε το πρωί και το κρύο τις ξανάνοιγε το βράδυ. Ούρλιαζε τα μεσάνυχτα, με το γνωστό αθόρυβο σπαραγμό της, μα κανένας δεν έδινε σημασία. Άφηνε τον απόκοσμο της θρήνο ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα μα ήταν τόσα πολλά τα διερχόμενα αεροπλάνα, που τον έσβηναν. Οι άνθρωποι μετακόμιζαν στα καινούρια τους σπίτια και χαρούμενα ανυποψίαστοι, χοροπηδούσαν στα τσιμέντα - σαν σε περίεργη τελετή ινδιάνικης μύησης - γελούσαν κι έφτιαχναν οικογένειες. Τα παράσιτα έφτιαχναν καινούρια παράσιτα κι ο ξενιστής πάλευε να επιβιώσει.

Η όψη της άλλαξε. Από ολοπλούμιστη βλάμισσα, από ορεσίβια χωριατοπούλα, από κιμπάρισσα αστή, κατάντησε να μοιάζει με εξαρτημένη τοξικομανή. Οι χιλιάδες τρύπες από τις σύριγγες στο κορμί της αργούσαν να κλείσουν. Έχασε το ανάλαφρο βάδισμα της και πλέον απλώς προσπαθούσε να σύρει το καταματωμένο της σαρκίο, από την μία δεκαετία στην άλλη. Τα χιλιάδες παράσιτα την βάρυναν. Δεν ήξερε αν θα μπορούσε να αντέξει το βάρος τους. Ώσπου έγιναν εκατομμύρια και τότε κατάλαβε πως έπρεπε να θυσιάσει όλο της το είναι, όλη της την ψυχή για να μπορέσει τουλάχιστον να επιβιώσει.

Σιγά σιγά έγινε η πόλη που ξέρουμε.

Μπήκε σε μία διαδικασία μεταμόρφωσης που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η βίαιη προσαρμογή και η απέλπιδα προσπάθεια της, να συνεχίσει να προσφέρει και να ανέχεται. Κι έγινε η πόλη που γνωρίσαμε. Αυτή η γκρίζα κακότροπη μέγαιρα που σε κοιτάει με ύπουλο και δεσποτικό βλέμμα κάθε φορά που τελειώνει η ζωντάνια της και πρέπει από κάπου να αντλήσει καινούρια. Κάθε φορά που ξεμένει από ενέργεια και πρέπει να ξεζουμίσει τα παράσιτα της. Πλέον είναι πολύ αργή για να κυνηγήσει και στρέφεται στις ζωές που την βλέπουν σαν ξενιστή. Σαν το λυσσάρικο σκυλί που τρώει τα τσιμπούρια του για να ζήσει.

Κατά έναν περίεργο τρόπο όμως, ακόμα αδυνατούμε να κατανοήσουμε την πραγματική της όψη. Ακόμη  βλέπουμε τους νεκρούς της και αδυνατούμε να τους συνδέσουμε με την δολοφονική φύση της πόλης μας. Ακόμη ανεβαίνουμε στο θαμπό της τρίχωμα κατά χιλιάδες, ακόμη συνωστιζόμαστε στα διόδια της, ακόμα πατικωνόμαστε στις στάσεις των λεωφορείων και στις εισόδους των θεάτρων και των μαγαζιών της και ελπίζουμε πως θα καταφέρουμε, ανάμεσα σε εκατομμύρια  άλλα τσιμπούρια, να είμαστε εμείς που θα βρούμε μια καθαρή και αδάγκωτη φλέβα. Που θα μας δώσει πρόσβαση στους γλυκούς χυμούς της. Στο γλυκό της αίμα.  Στο νέκταρ που είδαμε στα όνειρα μας.

Ακόμη δεχόμαστε να θυσιάζουμε λίγους από εμάς κάθε φορά κι ακόμη συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως ήταν δικό τους το φταίξιμο και πως σε εμάς δεν θα συμβεί ποτέ. Εμείς άλλωστε είμαστε διαφορετικοί, είμαστε προσεκτικοί και σκεφτόμαστε καθαρά. Δεν οδηγούμε χωρίς την ζώνη ασφαλείας στις μεγάλες λεωφόρους, ούτε ζούμε στις γειτονιές που συνηθίζει η πόλη να εισπνέει την τροφή της. Εμείς ζούμε σε ήσυχα προάστια πάνω στο σώμα της, όπου ζούνε κι άλλες οικογένειες τσιμπουριών. Ίδιας ράτσας τσιμπουριών. Τα «άλλης ράτσας» τα στείλαμε εκεί που καταλάβαμε ότι τα πράγματα δεν πάνε και πάρα πολύ καλά. Και κάθε φορά που τα βλέπουμε να χάνονται, το αποδίδουμε στην ράτσα τους, την ξένη. Αυτή που δεν έχει μάθει καλά την πόλη και πάει και συχνάζει στα μέρη που ρουφάει τα παράσιτα της. Κι αν, που και που, χάνεται και κανένας από εμάς, αντί να μετανιώσουμε για το κακό που προξενήσαμε στον ξενιστή μας, θυμόμαστε τον πολιτισμό μας και είμαστε γεμάτη οδύνη.

(-«Ορίστε και λίγα λουλούδια. Για το κατευόδιο. Τι είναι τα λουλούδια; Αυτό που συνήθιζε να φυτρώνει εδώ γύρω προτού πέσει η άσφαλτος. Ξέρω ότι μυρίζουν υπέροχα και η οσμή τους δεν θυμίζει καθόλου την οσμή της πόλης. Ναι κι εγώ θα ήθελα η πόλη μας να μυρίζει έτσι, αλλά και τι να κάνουμε. Δεν γίνεται αλλιώς.»)

Ζούμε τις μικρές και ασήμαντες ζωές μας, ψάχνοντας την φλέβα. Μπορούμε να την περιμένουμε για μήνες ή για χρόνια. Με το που νομίζουμε πως την βρίσκουμε, φοράμε βιαστικά τις σαλιάρες και τις ποδιές μας, αρπάζουμε τα μαχαιροπίρουνα και ενθουσιασμένοι γλύφουμε τα χείλη μας για να στεγνώσει το σάλιο που δυσκολευόμαστε να συγκρατήσουμε. Συγκεντρωνόμαστε πολλοί μαζί ,σε διαμερίσματα, σε γήπεδα, σε ταβέρνες, σε πορείες και περιμένουμε με ανυπομονησία το νέκταρ να αρχίσει να τρέχει ορμητικό ανάμεσα μας. Φωνάζουμε από την προσμονή και τα μάγουλα μας αναψοκοκκινίζουν. Οι κόρες των ματιών μας διαστέλλονται. Είμαστε χαρούμενοι, ομιλητικοί, αγκαλιαζόμαστε. Περιμένουμε αυτό που ονειρευόμασταν όντες σίγουροι πως έχει έρθει η στιγμή. Ο αέρας εμπεριέχει μια σχεδόν ηδονική έξαψη. Φιλιόμαστε στο στόμα, κάνουμε σεξ στους δρόμους, ανταλλάζουμε προκλητικά βλέμματα και βρομόλογα.  Τα φανάρια από πρασινοκόκκινα γίνονται πολύχρωμα. Οι διαβάσεις πεζών, ξεκολλάνε από την άσφαλτο, ορθώνονται σαν  γιγάντιες στήλες κιμωλίας και χορεύουν. Τίποτα δεν μπορεί να μας πτοήσει και τίποτα δεν μοιάζει αρκετό να μας συγκρατήσει. Κι όταν έρχεται η μεγάλη στιγμή, η στιγμή που περιμέναμε, η στιγμή της «πληρωμής»,  αντί για νέκταρ βλέπουμε τον τεράστιο πνεύμονα να πλησιάζει απειλητικός  προς το μέρος μας.

Η πόλη στήνει παγίδες. Έχει φτιάξει ψεύτικες φλέβες για να μας ξεγελάει. Βάζει δολώματα κι εμείς (τόση είναι η ανάγκη μας) πέφτουμε με τα μούτρα.

Έξαφνα όλα αλλάζουν. Αρχίζουμε να τρέχουμε πανικόβλητοι προς κάθε κατεύθυνση. Το φως λιγοστεύει. Ποδοπατιόμαστε, τραυματιζόμαστε, αιμορραγούμε μα δεν σταματάμε να τρέχουμε. Στρίβουμε  στις γωνίες των πολυκατοικιών μέχρι να βρούμε καινούριες γωνίες για να στρίψουμε και σε αυτές. Πηδάμε πάνω από τα καπό των αυτοκινήτων, τρώμε τα κόκκινα φανάρια(στο ενδιάμεσο ξαναβρήκανε τον συνήθη χρωματισμό τους), παρασυρόμαστε από τους διερχόμενους, σερνόμαστε στην άσφαλτο, ξερνάμε από τον τρόμο μέσα σε κάδους, καρφωνόμαστε με δύναμη στους στύλους της ΔΕΗ. Γεμίζουμε τα νοσοκομεία με κάθε λογής τραυματίες και τα ψυχιατρεία με κάθε λογής καλλιτέχνες. Πάνω στο τρέξιμο μας, στήνουμε πρόχειρα δικαστήρια και χωρίς να σταματήσουμε να τρέχουμε, καταδικάζουμε και γεμίζουμε τις φυλακές με όσους βαφτίζουμε στα γρήγορα, επικίνδυνους.  Τρέχουμε και δείχνουμε τον επόμενο. Τρέχουμε αποπροσανατολισμένοι και σχεδόν ενστικτωδώς. Κάπου εκεί κοντά πρέπει να είναι το απάγκιο μας.

Έντρομοι φτάνουμε στο κρύο διαμέρισμα μας και κλειδώνουμε δύο φορές. Ευχόμαστε να είχαμε αγοράσει και από εκείνες τις παράξενες αλυσίδες που ενισχύουν το κλείδωμα. Μέσα μας περιμένει το άλλο τσιμπούρι. Εκείνο που διαλέξαμε για να παρασιτούμε μαζί. Επίσης νηστικό, επίσης φοβισμένο. Μα ζωντανό. Το πλησιάζουμε. Τουρτουρίζει. Το ευχαριστούμε που συνεχίζει να ζει. Μας ευχαριστεί κι εκείνο αλλά κάθε φορά όλο και λιγότερο, όλο και πιο άτονα. Είναι το τσιμπούρι μας και είναι απλώς κουρασμένο και φοβισμένο.

Όταν βρίσκουμε την αναπνοή μας, τα βάζουμε με τους εαυτούς μας. Πως γίνεται να μην είδαμε την παγίδα; Πως γίνεται να πήγαμε σαν τα πρόβατα στο στόμα του λύκου;  Ήταν τόση η  επιθυμία μας και τόση η σιγουριά της ράτσας μας ,που φτιάξαμε την τέλεια ψευδαίσθηση. Αυτή  την φορά την γλιτώσαμε. Την επόμενη;

Αγκαλιάζουμε το τσιμπούρι μας για να το ζεστάνουμε.

Το ρωτάμε που βρισκόταν την ώρα του μακελειού και μας απαντάει με υπαινιγμούς. Μπορεί να μην θέλει να ξέρουμε ότι δεν έφαγε το παραμύθι και συνάμα αρνήθηκε να μας προειδοποιήσει. Μπορεί να είναι ακόμα σε σοκ. Μπορεί να έχει χαθεί στις σκέψεις του και να υποφέρει. Παρόλα αυτά παραμένει το τσιμπούρι μας και το αγαπάμε, όσο μπορεί να αγαπήσει ένα τσιμπούρι ένα άλλο τσιμπούρι.

Πεινάει και νυστάζει. Είναι βρώμικο. Το βάζουμε στο μπάνιο και το πλένουμε. Του τρίβουμε την πλάτη και το στήθος με όλη μας την δύναμη. Το στεγνώνουμε και το φιλάμε απαλά. Το τραχύ του δέρμα δείχνει να αντιδράει αρνητικά στην στοργή και μυρμηγκιάζει. Έχει μάθει στις γρατζουνιές και στις κακουχίες. Κάποια στιγμή πρέπει να ασχοληθούμε σοβαρά μαζί του και να του μάθουμε την στοργή. Όταν την βρούμε κι εμείς.

Εξακολουθεί να πεινάει.

Γεμίζουμε ένα βαθύ πιάτο από το πιο πηχτό μας σκοτάδι και του το προσφέρουμε. Το καταβροχθίζει λαίμαργα. Για λίγες στιγμές μοιάζει ευτυχισμένο. Λιγουρευόμαστε το δικό του σκοτάδι, μα δεν θέλουμε να το διακόψουμε. Το παρατηρούμε να κατασπαράζει τα σκοτάδια μας, στην άλλη πλευρά του καναπέ και τα κεριά που αφήνουν μία ανάλαφρη και ψεύτικη μυρωδιά κανέλλας στον χώρο, γυρνάνε τις φλογίτσες τους προς αυτό. Μοιάζει πολύ πράο και ήρεμο σαν να βγήκε μόλις από βυζαντινή αγιογραφία ή από πίνακα του Μποτιτσέλι. Ανακουφιζόμαστε και νιώθουμε όμορφα. Αλλού περιμέναμε το νέκταρ και τελικά αλλού βρήκαμε ένα υποκατάστατο του. Ακόμη κι έτσι όμως μας γαληνεύει.

Απλώνουμε το σώμα μας στον καναπέ και τα πόδια μας φτάνουν στα πόδια του άλλου. Τα αγκαλιάζει με στοργή. Γέρνουμε το κεφάλι και κλείνουμε τα μάτια. Το νιώθουμε να πλησιάζει. 

Ζευγαρώνουμε φωναχτά και γύρω μας λαμπαδιάζουν εκκλησίες. Μοναχές πετούνε τα ράσα τους και βιασμένα ορφανά καρφώνουν μυτερούς σταυρούς στις καρδιές των βιαστών τους. Ζευγαρώνουμε για να πιστοποιήσουμε πως συνεχίζουμε να υπάρχουμε. Για να βεβαιωθεί ο ένας πως ο άλλος είναι αληθινός. Πως μέσα του κυλάει ζεστό αίμα κι όχι κάποια μορφής υγροποιημένο καυσαέριο ή υγρή και καυτή άσφαλτος. Ζευγαρώνουμε πολλές φορές γιατί η καθεμία φορά έχει μέσα της και λίγο από την επόμενη. Κι εμείς δεν έχουμε υπομονή. Ξαναζευγαρώνουμε για να δούμε ολόκληρο το έργο. Όταν ζευγαρώσουμε αρκετά, ξηλώνουμε τα γεννητικά μας όργανα και τα τοποθετούμε σε γυάλες μέχρι την επόμενη φορά. Τουλάχιστον αυτά δεν πρέπει να τα δηλητηριάσει η πόλη.

Ο χώρος συνεχίζει να μυρίζει κανέλλα, ωμό σεξ, καθημερινότητα, φρεσκοτριμμένο πιπέρι.

Κοιτάμε ο ένας τον άλλο με περιέργεια. Είναι ακόμη ο ίδιος άνθρωπος. Το ζευγάρωμα δεν μας άλλαξε κι αυτό είναι η μεγαλύτερη νίκη μας. Όσοι δεν αλλάζουν μετά το σεξ, μπορούν να ζήσουνε για πάντα μαζί.

-Που ήσουν στην ώρα του χαμού;

-Είχα μία δουλειά.

-Σημαντική;

-Πολύ σημαντική.

-Τι δουλειά;

-Από αυτές που δεν μπορείς να αναβάλλεις.

-Ήθελα να έρθεις να πανηγυρίσουμε μαζί.

-Ήθελες να έρθω για να χαθούμε μαζί.

-Ακόμα κι έτσι, θα πανηγυρίζαμε καθώς θα χανόμασταν.

-Μαζί.

 

Σου υπόσχεται πως την επόμενη φορά θα είναι μαζί σου κι ας ξέρετε και οι δύο πως πρόκειται για δόλωμα. Πως το νέκταρ που ονειρεύεστε δεν υπάρχει έξω από αυτούς τους τοίχους. Πως μόνο το κερί με άρωμα κανέλλας μπορεί να γυρίσει τις φλογίτσες του, προς εσάς.

-Σε βλέπω στα πεζοδρόμια.

-Βλέπεις τον αντικατοπτρισμό μου.

-Βλέπω τον αντικατοπτρισμό σου στα πεζοδρόμιο και τον ποθώ.

-Βλέπεις αυτό που νομίζεις πως είμαι.

-Και μου αρέσει.

-Όσο κι αν σου αρέσει, πρέπει να μάθεις αυτό που πραγματικά είμαι,

-Αυτό που πραγματικά είσαι, το κέρδισε η πόλη.

-Τότε δεν έχει παρά να της το ζητήσεις.

-Μα θα με ρουφήξει.

-Αλλά θα το βρεις.

 

Οι τοίχοι του διαμερίσματος αρχίζουν και ξεφλουδίζονται. Γυρνάτε και οι δύο τρομαγμένοι. Το κερί σβήνει και ένας αέρας αρχίζει να φυσάει από το πουθενά μέσα στο σαλόνι. Κάτω από την ξεφτισμένη μπογιά βλέπετε φλέβες και ζωντανούς ιστούς. Το σπίτι είναι ζωντανό φυσικά. Είστε τσιμπούρια και ζείτε σε μία σκοτεινή άκρη του σώματος της πόλης.

Ο ξενιστής ξαφνικά αρχίζει να ενοχλείται από την παρουσία σας. Ξύνεται και τινάζεται και προσπαθεί να απαλλαγεί από εσάς και όλους τους ομοίους σας. Μάλλον κάποιο άλλο τσιμπούρι βρήκε νεύρο στην προσπάθεια του να φτάσει στο νέκταρ και ο ξενιστής ενοχλήθηκε. Κρατιέστε σφιχτά από τα χέρια για να γλυτώσετε από την τρύπα που ανοίγει από το πουθενά στην μέση του σαλονιού. Μία τεράστια δίνη ρουφάει τα προσωπικά σας αντικείμενα, το τραπεζάκι, το κερί κανέλλα, τα αναρίθμητα βιβλία, τις φτηνές απομιμήσεις των πινάκων, το κρεβάτι, τις παντόφλες σας. Κρατιέστε σφιχτά και ο ένας τραβάει τον άλλο προς την έξοδο. Το διαμέρισμα πλέον δεν είναι ασφαλές και πρέπει να ξαναβγείτε στους  δρόμους. Με ένα σάλτο πηδάτε έξω και χάνεστε στην απόκοσμη ηρεμία.

Οι δρόμοι είναι άδειοι. Όλοι έχουν πέσει για ύπνο. Όσοι βασάνιζαν το κορμί της πόλης, τώρα γεμίζουν τις μπαταρίες τους για να μπορούν να το βασανίσουν πιο ζωηρά αύριο. Αποφασίζετε να περπατήσετε χέρι – χέρι.  Αυτοκίνητα δεν περνάνε. Μία στο τόσο. Τα ταξί προχωράνε αργά λες και προϋπαντούν  τον επιτάφιο. Μόνο κάποιοι τρελοί περπατάνε στα πεζοδρόμια, που ο αστικός μύθος τους θέλει να τρελάθηκαν γιατί βρήκανε την φλέβα μόνοι τους και ήπιαν περισσότερο αίμα από όσο μπορούσε να μεταβολίσει ο εγκέφαλος τους. Αστικός μύθος… Υποσυνείδητα τους ζηλεύετε γιατί έστω κι έτσι, γεύτηκαν αυτό το οποίο εσείς ακόμα δεν έχετε γευτεί.

Περπατάτε όσο πιο αθόρυβα γίνεται μα και πάλι ο ήχος των βημάτων σας, φτάνει ενοχλητικός στα αυτιά σας. Τα χέρια σας ακόμη κρατιούνται σφιχτά. Ίσως να μην μπορέσουν ποτέ να αποχωριστούν το ένα το άλλο. Ίσως στο ενδιάμεσο να ενώθηκε το δέρμα σας, με τον τρόπο τω Σιαμαίων. Ίσως για να τα χωρίσετε θα πρέπει να γδάρετε και το δέρμα ή να υποβληθείτε σε πολύωρη χειρουργική επέμβαση. Ίσως. Μα προς στιγμήν δεν σας απασχολεί. Για τώρα θέλετε να κρατιέστε. Ζευγαρώσατε και δεν αλλάξατε, αποφασίσατε να δαγκώσετε το δόλωμα μαζί, γλυτώσατε από την δίνη. Αυτά για την ώρα αρκούν.

Σταματάτε σε ένα περίπτερο και ζητάτε από τον περιπτερά λίγο όνειρο. Εκείνος βγάζει το καπέλο του και πιάνει ένα πακέτο τσιγάρα που έκρυβε εκεί μέσα γιατί η γυναίκα του δεν τον αφήνει πια να καπνίζει. Γελάτε και οι δύο. Ο περιπτεράς ανάβει τσιγάρο κι αρχίζει να σας λέει ιστορίες από τον στρατό. Συνεχίζετε να γελάτε καθαρά από ευγένεια. Προτού πει την επόμενη ιστορία, ξαναζητάτε λίγο όνειρο, αλλά αυτήν την φορά λίγο πιο σοβαρά.  Εκείνος αρνείται να σας πάρει σοβαρά όσο είστε πιασμένοι χέρι με χέρι και αρχίζει να λέει ιστορίες από την εποχή που ήταν μετανάστης στην Γερμανία και έπλυνε όλη μέρα πιάτα σε ένα εστιατόριο στο Βούπερταλ. Γελάτε επειδή το μάτι του έχει γυαλίσει και μοιάζει λίγο σαλεμένος. Όσο γελάτε αυτός παίρνει δύναμη. Τελειώνει την ιστορία του. Του ξαναζητάτε όνειρο αυτήν την φορά εκνευρισμένοι. Σας κοιτάει με το γυαλισμένο μάτι και μόνο τότε καταλαβαίνετε πως δεν είναι γυαλισμένο αλλά γυάλινο και (κόντρα σε κάθε αστική ευγένεια) του το επισημαίνετε μέσα στα μούτρα του. Εκείνος γελάει και αρχίζει να σας λέει την ιστορία για το πώς έχασε το μάτι του.

-Είχα πάει για ψάρεμα με έναν φίλο στην Αίγινα το καλοκαίρι του 1979. Λίγα χρόνια μετά την μεταπολίτευση και λίγο πριν βγει ο Ανδρέας ο Παπανδρέου.

Στο άκουσμα του Ανδρέα Παπανδρέου ξεκαρδίζεστε στα γέλια και ο περιπτεράς θυμώνει.

-Καλά σας είχα κόψει για παλιοκομμούνια, λέει και κοιτάει τα ενωμένα χέρια σας.

Προσπαθείτε να του υπενθυμίσετε πως και ο Παπανδρέου με συνθήματα κομμουνιστών έγινε Πρωθυπουργός αλλά είναι ανένδοτος.

-Τον Ανδρέα τον έφερε ο λαός, τελεία και παύλα.

Τελικά καταλαβαίνετε πως ο περιπτεράς δεν έχει όνειρο ούτε για τον εαυτό του και τον καληνυχτίζετε ψυχρά όσο εκείνος αρχίζει να σιγοτραγουδάει Γιώργο Νταλάρα.

Συνεχίζετε να περπατάτε  και κάθε φορά που πλησιάζετε σε κολώνα της ΔΕΗ, το ζευγάρι σκιών που σας συνοδεύει,  αρχίζει να σας φτάνει. Όταν είστε ακριβώς από κάτω, περπατάτε παράλληλα μαζί του. Καθώς απομακρύνεστε, το σκιερό ζευγάρι σας προσπερνάει ταχύτατα μέχρι να αρχίσει να χάνεται και να δημιουργηθεί ένα καινούριο σκιερό ζευγάρι με τα χέρια δεμένα ή κολλημένα σαν των Σιαμαίων, όταν πλησιάσετε την επόμενη λάμπα της ΔΕΗ.

Η ακατανίκητη επιθυμία σας για όνειρο, δεν ήταν τόση πριν από λίγο. Ο περιπτεράς που αρνήθηκε να σας δώσει, σας έκανε να το θέλετε ακόμα περισσότερο. Μπαίνετε σε ένα διανυκτερεύον φαρμακείο και το ζητάτε από την χαμογελαστή κοπελίτσα της ηλικίας σας, που η λευκή της ρόμπα κάνει τις καμπύλες του σώματος της να διαγράφονται καλύτερα.

Σας ρωτάει με πόσα mg προσωπικής επιτυχίας το θέλετε. Συνεννοείστε στα γρήγορα και ζητάτε από αυτά με την μέση δόση προσωπικής επιτυχίας. Απολογείται ευγενικά διότι η μέση δόση προσωπικής επιτυχίας είναι σε στέρηση καθώς είναι η πιο δημοφιλής στις μέρες μας. Σας λέει πως έχει πολλά κομμάτια αδιάθετης μικρής επιτυχίας και λίγα, ίσως και ληγμένα -  θα πρέπει να το τσεκάρει - μεγάλης επιτυχίας, τα οποία όμως είναι δύσκολα στην κατάποση. Ενδεχομένως να χρειαστεί να τα πάρετε σε μορφή υπόθετου. Κάνετε λίγα βήματα πίσω, απομακρύνεστε από τον πάγκο και αρχίζετε να συνεννοείστε χαμηλόφωνα. Η φαρμακοποιός κοιτάζει αλλού και σφυρίζει έναν ακατάληπτο σκοπό, για να σας δώσει την εντύπωση ότι δεν προσπαθεί να κρυφακούσει μα εσείς είστε βέβαιοι πως κάνει ότι μπορεί για το αντίθετο.

Έπειτα από σύντομη σύσκεψη αποφασίζετε πως δεν σας αρέσουν τα υπόθετα και πως το όνειρο με λίγα mg προσωπικής επιτυχίας δεν θα μπορούσε να σας ικανοποιήσει. Καληνυχτίζετε και φεύγετε.  Η φαρμακοποιός με την λευκή ρόμπα που κάποτε έκανε τις καμπύλες του σώματος της να διαγράφονται καλύτερα, τα βάζει από μέσα της με τον εαυτό της που δεν σας πούλησε την λίγη προσωπική επιτυχία για μέση προσωπική επιτυχία. Είναι βέβαιη πως ούτε που θα καταλαβαίνατε την διαφορά.

Συνεχίζετε να προχωράτε στον δρόμο χωρίς λόγο. Τώρα πλέον η ανάμνηση της δίνης στην μέση του σαλονιού και της σάρκας κάτω από την μπογιά του τοίχου, έχει αρχίσει να ξεφτίζει. Σε λίγο θα ξεχάσετε πως δεν έχετε πλέον σπίτι και θα γυρίσετε στο κρύο διαμέρισμα σας, στο οποίο ως δια μαγείας όλα θα είναι  όπως πριν, τακτοποιημένα και όπως τα θυμόσασταν.

Φτάνετε σε μία μικρή πλατεία που είστε βέβαιοι πως κάτω από τα πλακάκια της, ακούγεται ο σφυγμός της παλιάς πόλης. Είστε βέβαιοι πως από κάτω κοχλάζει η παλιά ζωή. Τέτοια μέρη, για κάποιον τελείως ανεξήγητο λόγο, σας τρομάζουν και επίσης τρομάζουν όλους τους κατοίκους αυτής της πόλης. Στο κέντρο της, υπάρχει μία προτομή ενός αγωνιστή της δημοκρατίας μα είναι γεμάτη κουτσουλιές από περιστέρια. Τόσο πολύ που δεν μπορεί πλέον κανείς να ξεχωρίσει τα χαρακτηριστικά του και αν θες να μάθεις ποιος είναι, πρέπει να πλησιάσεις και να διαβάσεις την επιγραφή στο μάρμαρο. Αποφασίζετε να μην πλησιάσετε καθώς οι σημαντικότεροι αγωνιστές της δημοκρατίας παραμένουν ανώνυμοι. Νιώθετε πως αν μάθετε το όνομα του, ίσως να χάσει λίγη από την αξία του. Βλέπετε ένα θλιβερό παγκάκι. Κάθεστε όσο πιο αναπαυτικά σας επιτρέπει η πολυετής ασυνείδητη χρήση του και οι ξεφτισμένες μπογιές του.

Από πάνω σας ο ουρανός είναι καθαρός, μα τα φώτα της πόλης δεν επιτρέπουν αστέρια. Τα κεφάλια σας πλησιάζουν το ένα το άλλο και υπόσχεστε πως απόψε είναι η νύχτα που θα κάνετε ότι μπορείτε για να δείτε πίσω από τα φώτα, τον έναστρο ουρανό στο σύνολο του. Πως η υπομονή σας έχει εξαντληθεί και πως δεν πάει άλλο. Προσπαθείτε, δίνετε τον καλύτερο εαυτό σας, μα τίποτα. Τα αστέρια παραμένουν αόρατα, άσχετα αν είστε βέβαιοι πως είναι εκεί.

Δεν το βάζετε κάτω. Αρχίζετε να μιλάτε για τις ζωές σας και προσπαθείτε να θυμηθείτε προηγούμενες ζωές. Παλεύετε να εντοπίσετε τους εαυτούς σας ανάμεσα στους δρόμους, στις πολυκατοικίες, στα παγκάκια και στις πλατείες, στα σημεία αναφοράς της πόλης. Προσπαθείτε να πείσετε τους εαυτούς σας, πως κάθε δομικό στοιχείο αυτής της πόλης, εμπεριέχει και λίγο από το dna σας. Κάποια εκφαυλισμένα χρωμοσώματα δραπέτευσαν με κινηματογραφικό τρόπο από τις δίκλωνες αλυσίδες σας και εμπότισαν τους τοίχους, τις πυλωτές, τις τρομοκρατημένες νεραντζιές.  Μετά φλυαρείτε για τα προβλήματα επικοινωνίας στις μέρες μας χωρίς να συνειδητοποιείτε πως μόλις τα λύσατε. Φιλάς το τσιμπούρι σου στον λαιμό και σε φιλάει κι εκείνο. Αφήνετε μερικούς αναστεναγμούς που πάνε και κάθονται στις άκρες της πλατείας, σαν βραδινοί σκοποί που παραφυλάνε για να μην πλησιάσει κανένας άλλος. Η προτομή του δημοκράτη αγωνιστή γυρίζει προς το μέρος σας και χαμογελάει πονηρά. Οι κουτσουλιές κατρακυλούν στο έδαφος και διαλύονται. Τα φώτα της πλατείας τρεμοπαίζουν και από κάπου μακριά (ίσως πέρα από τον Ατλαντικό Ωκεανό) ακούγεται τζαζ μουσική. Το πιο θαρραλέο αστέρι συγκινείται κι αποφασίζει να κάνει ότι μπορεί για να λάμψει.  Βάζει τα δυνατά του και λάμπει περισσότερο. Το εντοπίζεις πρώτος και το δείχνεις στο τσιμπούρι σου. Εκείνο γελάει και μετά δακρύζει. Μαζεύεις το δάκρυ του με την άκρη του δαχτύλου σου και το πίνεις. Είναι ότι πιο γλυκό έχεις γευτεί ποτέ και ταυτόχρονα μαθαίνεις όλα τα μυστικά του. Εκείνο, αντί να θυμώσει, αφήνει κι άλλο δάκρυ, μα το αφήνεις να πέσει στο έδαφος. Πέφτει σε μία ραγισματιά, ανάμεσα σε δύο πλακάκια. Το επόμενο δευτερόλεπτο φυτρώνει ένας καταπράσινος μικρός βλαστός. Είναι ότι πιο όμορφο έχεις δει ποτέ σου και η μέγαιρα πόλη παίρνει το βλέμμα της από οπουδήποτε αλλού και το ρίχνει πάνω σας. Φοβάστε πως θα στείλει από στιγμή σε στιγμή το δολοφονικό πνευμόνι της για να σας ρουφήξει, μα το βλέμμα της περιέχει κάτι από την χαμένη ταυτότητα της. Το αναγνωρίζετε μόνο και μόνο επειδή πριν λίγο προσπαθήσατε να θυμηθείτε προηγούμενες ζωές. Η πόλη σας κοιτάει μα δεν μπορείτε να καταλάβετε αν επικροτεί αυτό που κάνετε ή αν σκέφτεται τρόπους για να σας εξοντώσει. Τελικά αυτό που τράβηξε το ενδιαφέρον της, ήταν ο νεογέννητος βλαστός. Θεωρεί πως μόνο αν γεμίσει το σώμα της με τέτοιους βλαστούς, τα παράσιτα της θα εξωθηθούν σε φυγή. Στην αρχή αρνείστε να συνειδητοποιήσετε πως ίσως κάνατε κακό στο είδος σας. Μα το τσιμπούρι που έχεις δίπλα σου ξαφνικά καταλαβαίνει τι έκανε και σου ψιθυρίζει στο αυτί για να μην ακούσει η πόλη που σας παρατηρεί.

-Νομίζω ότι το δάκρυ μου θα κάνει κακό σε όλους.

Αποφασίζεις να νεύσεις συγκαταβατικά, όχι επειδή είσαι σίγουρος αλλά επειδή το αγαπάς αυτό το τσιμπούρι και για όσα χρόνια θυμάσαι τον εαυτό σου, προσπαθείς μανιωδώς να χτίσεις μία τέλεια ψευδαίσθηση για να ζείτε χαρούμενοι μέσα. Ίσως για να το εγκλωβίσεις ίσως για να το προστατέψεις. Όταν θα καταλάβεις, μάλλον θα είναι αργά.

Αθόρυβα σηκώνεστε από το παγκάκι (αυτήν την φορά σβήνετε ακόμα και τους ήχους που κάνουν τα βήματα σας) και προσπαθείτε να απομακρυνθείτε ησύχως όσο η πόλη είναι πολύ απασχολημένη, με το να κοιτάει τον μικρό βλαστό που φυτέψατε χωρίς να το θέλετε. Βγαίνετε από την πλατεία χωρίς άλλα παρατράγουδα και γελάτε καθώς μέσα σε λίγη ώρα, έχετε επισκεφτεί περισσότερα μέρη από όσα πιστεύετε ότι θα μπορούσατε. Στιγμιαία νιώθετε τουρίστες στην πόλη. (And this is Acropolis.) Η προτομή του δημοκράτη αγωνιστή θέλει να σας αποχαιρετίσει, μα επειδή δεν έχει χέρια, αρκείται σε ένα νεύμα με το κεφάλι. Τον αγνοείτε. Στην δημοκρατία δεν αρκεί το κεφάλι. Χρειάζονται χέρια για να κρατάνε πλακάτ και πανό, πόδια για να μπορείς να τρέξεις να βρεις καινούρια - όταν σου πάρουν  τα προηγούμενα με την βία - και γόνατα για να έχει νόημα το γεγονός ότι αποφασίζεις να μην γονατίσεις.

Προχωράτε σε έναν δρόμο που δεν θυμάστε το όνομα του, μα είστε βέβαιοι πως έχει το επώνυμο κάποιου ημιξεχασμένου αγωνιστή της επανάστασης. Κάνετε χαζά κι αντεθνικά αστεία με τον ανελέητο βουκολισμό που αποπνέουν οι ιστορίες από τότε, οι ενδυμασίες, τα ονόματα, τα συνθήματα, τα τοπωνύμια, οι διακηρύξεις. Θεωρείτε και οι δύο πως η συγκεκριμένη επανάσταση ήταν ότι πιο ηρωικό και συνάμα ότι πιο κιτς έχει καταφέρει να παράγει αυτό ο λαός. Παράλληλα η επανάσταση θεωρεί πως εσείς είστε ο καλύτερος λόγος για να μην είχε συμβεί ποτέ. Τα βάζετε με την επανάσταση μέσα στα κεφάλια σας και το ισχυρότερο σας επιχείρημα είναι πως εκείνη διάλεξε να σταματήσει να σας συγκινεί. Εκείνη διαφωνεί και φωνάζει την ελευθερία για να την υπερασπιστεί. Όταν βλέπετε την ελευθερία, για λίγα δευτερόλεπτα μαγκώνετε και εύχεστε από μέσα σας να είχατε παραμείνει στο παγκάκι για να δείτε τι απέγιναν εκείνες οι κουτσουλιές που έπεσαν από το κεφάλι του δημοκράτη αγωνιστή. Αν μεγάλωσε καθόλου ο βλαστός κι αν έγινε βλαστάρι. Αν οι αναστεναγμοί σας συνεχίζουν να βαράνε γερμανικό νούμερο στις τέσσερις γωνιές της πλατείας. Αν η προτομή επιτέλους απέκτησε χέρια, γόνατα και πόδια. 

Βλέπετε την ελευθερία μέσα στα μάτια και τα χάνετε καθώς είναι τελείως διαφορετική από αυτό που στην πραγματικότητα περιμένατε να δείτε. Την περιμένατε ψηλή, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι πάνω από 1,55. Την περιμένατε με πυκνά καστανά και περιποιημένα μαλλιά, μα εκείνη έχει κοντά και αραιά, ενώ σε μερικά σημεία του κεφαλιού της οι πειναλέοι τριχοφάγοι έχουν φτιάξει μικρά ξέφωτα. Την περιμένατε με ωραίο σώμα, ενώ εκείνη είναι λιπόσαρκη, σχεδόν σαν ανορεξική. Την περιμένατε χαμογελαστή, μα εκείνη χρειάζεται άμεσα ορθοδοντική παρέμβαση καθώς έχει θεόστραβα δόντια. Όταν σας χαμογελάει (κατά λάθος, καθώς έχει τεράστιο κόμπλεξ με το άσχημο χαμόγελο της και αποφεύγει να το δείχνει) φαίνονται και μερικά κενά στην οδοντοστοιχία της από δόντια, που είτε έπεσαν από μόνα τους, είτε έφυγαν σε κάποια από τις χιλιάδες κακοποιήσεις που έχει υποστεί.

Την κοζάρετε από πάνω ως κάτω και αδυνατείτε να πιστέψετε πως είναι αυτή. Η επανάσταση δίπλα της σας κοιτάει χαιρέκακα καθώς από ότι φαίνετε σε όποιον δείχνει το έκθεμα της, λίγο πολύ, εισπράττει τις ίδιες αντιδράσεις.

Τελικά αποφασίζεις να μιλήσεις.             

                               

-Εσύ είσαι;

-Εγώ.

-Και…. Και γιατί είσαι έτσι;

-Και πώς να είμαι;

-Όπως σε ονειρευτήκαμε… (εδώ το τσιμπούρι σου νεύει την κατάφαση του. )

-Είμαι η ελευθερία σας και εξ’ ορισμού μπορώ να είμαι όπως θέλω και όχι όπως με ονειρεύονται.

Σας ταπώνει και τους δύο. Η επανάσταση την χειροκροτεί. Η άσχημη φίλη της, που είναι και κακότροπη συν τοις άλλοις, αλλά ετοιμόλογη όσο δεν πάει, έχει τιμωρήσει πολλούς στο παρελθόν και θα συνεχίσει να τιμωρεί και στο μέλλον.

Κουνάτε τα κεφάλια σας για να συνέλθετε από την ραστώνη. Στους ουρανίσκους σας επικρατεί μία στυφή επίγευση απογοήτευσης. Φτύνετε και οι δύο στο πεζοδρόμιο για να απαλλαγείτε από αυτήν, μα όπου φτύνετε φυτρώνουν μικρά τοτέμ. Καταλαβαίνετε πως η αποδόμηση της ελευθερίας στα κεφάλια σας, έδωσε στο σάλιο σας θρησκευτικές ιδιότητες. Τώρα πια πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί με το που φτύνετε, καθώς υπάρχει μια πολύ σημαντική πιθανότητα να φτύσετε και κάποια στιγμή στο μέλλον, να πάτε και να προσκυνήσετε εκεί όπου είχατε φτύσει.

Θέλετε να ξεφύγετε από τον δρόμο με τα τοτέμ και κάνετε νόημα σε ένα ταξί. Εκείνο σταματάει, μα όταν προσπαθείτε να ανοίξετε την πόρτα (τα χέρια σας παραμένουν κολλημένα με τον τρόπο των Σιαμαίων) εκείνη είναι κλειδωμένη. Το παράθυρο του ταξί κατεβαίνει και η βαριά φωνή του οδηγού ακούγεται μυστηριωδώς οικεία.

-Από το πορτμπαγκάζ.

Ακούτε ένα κλικ και το πορτμπαγκάζ ανοίγει για να σας υποδεχτεί. Το κλείνετε με δύναμη και του λέτε να πάει να γαμηθεί. Εκείνος συμφωνεί και απομακρύνεται.

Σταματάτε και δεύτερο ταξί και είναι ο ίδιος ταξιτζής σε διαφορετικό όχημα. Η φωνή του τώρα έχει αλλάξει και δεν είναι πια οικεία. Οι πόρτες ανοίγουν κανονικά. Ιπποτικά, δίνεις προτεραιότητα στο τσιμπούρι σου για να μπει πρώτο. Μπαίνεις κι εσύ, κλείνεις την πόρτα και περιμένεις.

Κανείς δεν λέει προορισμό, ενώ βλέπετε μια κλεψύδρα καρφωμένη στο ταμπλό, πάνω από τον αεραγωγό του air condition, ενώ από πάνω της ταλαντώνονται διάφοροι σταυροί και εικονίτσες, που τις έχει περάσει με σχοινάκι στο πλαστικό στέλεχος του καθρέφτη. Η κλεψύδρα στέλνει όλο και περισσότερη άμμο στο κάτω μέρος της κι εσείς αντί να πείτε προορισμό, απλώς περιμένετε να δείτε τι θα γίνει όταν τελειώσει ο χρόνος. Ο ταξιτζής με την γνωστή όψη, μα την ανοίκεια φωνή, σας κοιτάει από τον καθρέφτη. Εσύ κοιτάς τον ταξιτζή και το τσιμπούρι σου την κλεψύδρα. Μετά εσύ κοιτάς την κλεψύδρα και το τσιμπούρι σου τον ταξιτζή. Στο τέλος, το πάνω μέρος της κλεψύδρας αδειάζει και ο ταξιτζής λύνει το χειρόφρενο, βάζει πρώτη, σπινάρει και ξεκινάει.

Οδηγάει επικίνδυνα, πιο επικίνδυνα από ότι έχετε οδηγήσει ποτέ. Τρώει τα κόκκινα φανάρια, κορνάρει, παίζει με τα φώτα στους προπορευόμενους οδηγούς για να κάνουν στην άκρη. Το ραδιόφωνο παίζει στην διαπασών παλιομοδίτικη ρειβ μουσική με φωνητικά από όπερα. Το τσιμπούρι σου χαμογελάει και περνάει υπέροχα ενώ εσένα σε έχει λούσει κρύος ιδρώτας. Ποτέ σου δεν συμπάθησες την όπερα.

Ο ταξιτζής βγαίνει σε μία τεράστια ευθεία και γκαζώνει ακόμη περισσότερο. Ακούς τις τουρμπίνες του νίτρο να μπαίνουν σε λειτουργία και βλέπεις τον κόσμο έξω από τα παράθυρα τελείως ακαθόριστο. Το τσιμπούρι σου διασκεδάζει απίστευτα, ενώ εσύ έχεις τρομοκρατηθεί. Ο ταξιτζής ξεκολλάει την πλάτη του από το κάθισμα και τεντώνει τον σβέρκο του μπροστά για να βλέπει καλύτερα. Σε μία στιγμή σπάει το φράγμα του ήχου. Προσπαθείς να μιλήσεις και να διαμαρτυρηθείς μα η φωνή σου με το που βγαίνει, υγροποιείται και εξατμίζεται μπροστά στα μάτια σου. Το τσιμπούρι σου αρχίζει να αλλάζει μορφή. Ο ταξιτζής αρχίζει να φεγγοβολάει. Η μουσική γίνεται ακόμα πιο γρήγορη. Στιγμιαία νιώθεις πως το ταξί αρχίζει να ξεκολλάει από το έδαφος και να παίρνει ύψος. Δεν το θέλεις αυτό, καθώς εκτός από την όπερα δεν συμπαθείς καθόλου και τα ύψη. Το χέρι σου, που είναι κολλημένο με τον τρόπο των Σιαμαίων στο τσιμπούρι σου, αρχίζει σιγά σιγά να ξεκολλάει. Νιώθεις μικρά ρεύματα αέρα να περνάνε ανάμεσα από τις δύο ιδρωμένες παλάμες. Σε πιάνει πανικός. Δεν θέλεις να ξεκολλήσεις από το τσιμπούρι σου, μα εκείνο δείχνει να διασκεδάζει και να μην το απασχολεί. Ο ταξιτζής τώρα βάζει την ζώνη του και το επόμενο δευτερόλεπτο η κλεψύδρα γίνεται θρύψαλα, η άμμος της απλώνεται σε όλο τον χώρο και παίρνει όλα τα χρώματα του φάσματος του ορατού. Το τσιμπούρι σου ξετρελαίνεται από χαρά και ουρλιάζει. Έχει αλλάξει σχεδόν μορφή και δυσκολεύεσαι να το αναγνωρίσεις πια. Ο ταξιτζής συνεχίζει να φεγγοβολάει αλλά τώρα το φως του δεν είναι συνεχές και μοιάζει με αυτό της ντισκομπάλας. Το ταξί κερδίζει κι άλλο ύψος και σχεδόν προσπερνάει τα υπόλοιπα αυτοκίνητα από πάνω. Σε πιάνει τρόμος. Το χέρι σου συνεχίζει να αποκολλάται από το άλλο χέρι, ενώ το αεράκι που ένιωσες πριν, τώρα έχει στεγνώσει τον ιδρώτα της παλάμης σου. Γυρνάς προς το τσιμπούρι σου και συνειδητοποιείς πως δίπλα σου κάθεται ένας άγνωστος. Έντρομος, τραβάς με δύναμη το χέρι σου από το δικό του και ξεσκίζεις της σάρκα που δεν πρόλαβε να ξεκολλήσει από μόνη της. Και οι δύο μορφάζετε από τον πόνο, μα ο ταξιτζής λύνεται στα γέλια και φωτοβολεί ακόμα περισσότερο. Το ταξί σηκώνεται ακόμα ψηλότερα και πλέον η πόλη είναι από κάτω σας. Ακούς τις εκρήξεις από τα κτίρια που ανατινάζονται και η θέρμη από τις φωτιές περνάει το παράθυρο και σου ζεσταίνει το πρόσωπο. Το αίμα, που βγαίνει από τις πληγές στις παλάμες σας, είναι κατάμαυρο και γεμάτο από εκατομμύρια μικρά λευκά στίγματα. Η πόλη καταστρέφεται και εσείς συνεχίζετε να κερδίζετε ύψος, ιδρωμένοι από την θέρμη της λαίλαπας και πληγωμένοι από την βίαιη αποκόλληση. Ο ταξιτζής ξεκαρδίζεται στα γέλια και συνεχίζει να υψώνει το ταξί. Τώρα πια πετάτε. Πετάτε πάνω από την πόλη που καταστρέφεται. Όσοι αγαπήσατε κινδυνεύουν να καούν ζωντανοί. Τα γραφεία σας λαμπαδιάζουν. Οι δρόμοι αρχίζουν να λιώνουν και να ρέουν σαν παχύρευστα γκρίζα ποτάμια. Οι νεραντζιές απανθρακώνονται. Στην θέση της προτομής του αγωνιστή της δημοκρατίας, υπάρχει μόνο ένας κρατήρας. Το διαμέρισμα σας γίνεται στάχτη και θρύψαλα. Όλα αρχίζουν να καταστρέφονται και όλα φωτίζουν με τις εκρήξεις τους, την άναστρη νύχτα. Τα χρωμοσώματα σας, που εμποτίστηκαν στα δομικά στοιχεία αυτής της πόλης, απελευθερώνονται και έρχονται να σας βρουν. Εκσφενδονίζονται και πέφτουν σαν πέτρες στα παράθυρα του ταξί. Δημιουργούν μικρές τρύπες στα τζάμια και επιστρέφουν στις δίκλωνες αλυσίδες σας. 

Και το ταξί σταματάει στην μέση της τροπόσφαιρας.

 Αιωρείται πάνω από την πυρκαγιά της πόλης. Η τελευταία έκρηξη που ακούσατε ήταν μνημειώδης. Τα λάστιχα του ταξί λιώνουν και απομένουν μόνο οι καπνισμένες ζάντες. Νιώθετε το πάτωμα να καίει τόσο πολύ, που κοντεύει να καταστρέψει τις σέλες από τα παπούτσια σας. Έναν βαθμό Κελσίου πριν διαλυθούν όλα, ο ταξιτζής γυρνάει προς το μέρος σας έχοντας πάρει την άσχημη και λιπόσαρκη όψη της ελευθερίας, που αποδομήσατε. Δείχνει με τα δύο χέρια τις πληγές στις παλάμες σας και σας κλείνει το μάτι. Τις κοιτάτε και τότε το καταλαβαίνετε.

Σταματάτε να μορφάζετε.

Σταματάτε να πονάτε.

Σταματάτε να ζεσταίνεστε.

Δραπετεύετε από την τέλεια ψευδαίσθηση.

Κοιτάτε και οι δύο ικανοποιημένοι τις πληγές στα χέρια σας.

Το ταξί αιωρείται.

Ξανακοιτάτε τις μαύρες πληγές με τα μυριάδες λευκά στίγματα και χαμογελάτε.

Τελικά τα καταφέρατε απόψε.

Όπως είχατε υποσχεθεί ο ένας στον άλλο.

Ο έναστρος ουρανός, στο σύνολο του.

Αυτή η πόλη είναι καταδικασμένη να καταστρέφεται για να παράγει έναστρους ουρανούς, ελευθερία, επαναστάσεις, τέχνη.

Η τέλεια ψευδαίσθηση

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo