«Η χειρότερη στιγμή ήταν όταν με πιάσανε. Μακράν η χειρότερη στιγμή.»

Τέντωσε τα φρύδια του στα άκρα τους λες και ξαφνικά ήθελε να αλλάξει την φυσιογνωμία του και να γίνει αγνώριστος.

Λίγο αργά να γίνει αγνώριστος…

«Χτύπησαν την πόρτα ένα βράδυ ενώ έβλεπα τηλεόραση. Ήμουν γενικά ψυλλιασμένος αλλά δεν περίμενα ότι θα ερχόταν στο ίδιο μου το σπίτι μέσα στη νύχτα, έξι μήνες μετά την τελευταία δουλειά. Όσο και να θέλεις να παραμένεις στην τσίτα, κάποια στιγμή ενστικτωδώς χαλαρώνεις. Το χρειάζεται η ψυχή σου.»

Σταμάτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Την αποζητάς την ηρεμία. Την κανονικότητα…»

Έδειχνε να σκέφτεται κάτι από μέσα του και να μην θέλει να το μοιραστεί. Αλλά συνέχισε την διήγηση.

«Κοίταξα από το ματάκι της πόρτας και είδα μία κοπέλα με συμπαθητική φυσιογνωμία. Είχε καθημερινά χαρακτηριστικά. Ούτε άσχημη, ούτε όμορφη. Από αυτές που αν τις πετύχεις στον δρόμο, ούτε που τις παρατηρείς, αλλά αν τελικά τις προσέξεις σου βγάζουν μια τρομερή οικειότητα. Λες και σε αποζημιώνουν που τις πρόσεξες.»

Έπλεξε και έτριψε τα χέρια του μεταξύ τους, λες και είχε ρίξει μέσα τους ένα αόρατο αντισηπτικό και τώρα φρόντιζε να πάει παντού. Και συνέχισε.

 «Δεν ήταν πολύ αργά, ήταν 8 το βράδυ. Παραξενεύτηκα γιατί δεν μου χτυπούσαν και πολλοί άγνωστοι την πόρτα, αλλά εκείνη την στιγμή ούτε που φαντάστηκα ότι μπορεί να ήταν οι μπάτσοι. Ήμουν και αποχαυνωμένος από την τηλεόραση. Άνοιξα την πόρτα χωρίς δεύτερες σκέψεις.»

«Καλησπέρα! Είμαι η Άννα. Έχω πιάσει το δυάρι στον τρίτο όροφο και μάλλον έχω ένα μικρό πρόβλημα με την βρύση στο μπάνιο. Συγγνώμη κιόλας, αλλά μήπως θα μπορούσατε να της ρίξετε μια ματιά;»

«Είχε πολύ φυσιολογική φωνή. Σχεδόν άχρωμη. Φωνή του κοριτσιού της διπλανής πόρτας. Δεν υποπτεύθηκα τίποτα το ασυνήθιστο. Η κοπέλα απλώς πήγε να ανοίξει την βρύση της και εκείνη την παράκουσε. Τι πιο λογικό για μια νέα και όμορφη κοπέλα που μένει μόνη της;  Προσφέρθηκα να την βοηθήσω. Μπήκα μέσα στο σπίτι, φόρεσα μια ζακέτα και τα παπούτσια μου, γιατί ήμουν με κοντομάνικο και παντόφλες, πήρα και τα κλειδιά από το τραπέζι και βγήκα από το διαμέρισμα. Ούτε λόγος να σκεφτώ να πάρω το σιδερικό μαζί μου…

Μπήκαμε μαζί στο ασανσέρ.

Έχεις ακούσει για την ψυχολογία του ασανσέρ;»

Παρά το β’ ενικό, δεν απευθύνθηκε σε κανέναν από τους τρεις αλλά στον μέσο όρο και των τριών. Κλασικός Γιώργος.

 «Αυτό που  όταν μπαίνουν δύο ή περισσότεροι άνθρωποι μαζί στο ασανσέρ και είναι λίγο πολύ άγνωστοι μεταξύ τους. Καθώς ο ένας εισβάλλει αναγκαστικά στον προσωπικό χώρο του άλλου και ο γενικότερος χώρος είναι περιορισμένος, οι άνθρωποι συνήθως είναι νευρικοί ή αμήχανοι και δεν ξέρουν τι να πούνε ή πώς να σταθούν. Κουνάνε χέρια και πόδια χωρίς λόγο, αποφεύγουν να κοιτάξουν τους άλλους μέσα στα μάτια ή στυλώνουν το βλέμμα σε κάτι αδιευκρίνιστο στο πάτωμα ή στο ταβάνι και όταν ακούσουν τον ήχο που κάνει το ασανσέρ όταν φτάνει στον όροφο που θέλουν, ξεχύνονται στον διάδρομο με ανακούφιση.

Ε, από αυτήν την ψυχολογία, η τύπισσα δεν είχε καθόλου.»

Ένα μικρό χαμογελάκι σχηματίστηκε στα χείλη του. Σχεδόν νοσταλγικό.

 «Με το που μπήκαμε στο ασανσέρ άρχισε να μιλάει ασταμάτητα, με απίστευτη άνεση λες και γνωριζόμασταν χρόνια ή λες και το ασανσέρ ήταν το σπίτι της. Λες και ποτέ δεν είχε την αίσθηση του προσωπικού χώρου ή λες και τίποτα για αυτήν δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απειλή.»

«Είμαι 23 χρονών και σπουδάζω στην Αθήνα. Η καταγωγή μου είναι από την Καβάλα! Ναι, Πόντια είμαι! Σπουδάζω στα ΤΕΙ Εργοθεραπείας στο Αιγάλεω. Μ’αρέσει πάρα πολύ η Σχολή μου και την τελειώνω όπου να’ ναι. Ψάχνω και για δουλίτσα σιγά σιγά… Αρχικά οτιδήποτε! Καφετέρια, σουπερμάρκετ, μπαράκι... Πιο μετά θα κοιτάξω να βρω κάτι πάνω στο αντικείμενο μου που το λατρεύω. Εσύ;»

«Είπε τόσα πολλά και με τέτοια ευφράδεια, ροή και άνεση που δεν ήθελα να την διακόψω. Σχεδόν την θαύμαζα έτσι πώς κατάφερνε να μετατρέψει τον λίγο χώρο σε πλεονέκτημα. Ήταν καταπληκτική ηθοποιός…

Της είπα κι εγώ δύο τρία ψέματα. Ότι δουλεύω σε μία εταιρεία μεταφορών, ότι τελείωσα το πανεπιστήμιο αλλά δεν έβρισκα δουλειά σαν μαθηματικός, ότι ψάχνω κι εγώ παιδιά για να κάνω ιδιαίτερα και ένα κάρο πίπες που μόλις είχα σκεφτεί. Κι εγώ ο ίδιος εξεπλάγην με το πόσο γρήγορα κατάφερα και έπλεξα ένα αληθοφανές κουβάρι πληροφοριών, το ονόμασα προσωπική ζωή και της το πάσαρα με τον πιο φυσικό τρόπο.»

Ο Γιώργος χαμογέλασε αμυδρά στην θύμηση των ψεμάτων που είχε αραδιάσει στην αστυνομικό της Ασφάλειας.

«Λες και μου μετέδιδε την άνεση και την ευστροφία της.»

Ξανασχημάτισε εκείνο το νοσταλγικό γελάκι.

«Βέβαια, αν ήξερα εκείνη τη στιγμή ότι ήταν μπατσίνα και ότι έλεγε κι αυτή ένα κάρο σαχλαμάρες, θα της τα έλεγα πολύ πιο εντυπωσιακά κι ας ξέραμε και οι δύο ότι ήταν ψέματα. Θα της έλεγα ότι έχω ελεφαντίαση, ότι είμαι γιος Βεδουίνου φύλαρχου, ότι είμαι ταχυδακτυλουργός και ότι μπορώ να εξαφανίσω τα κλειδιά που κρατούσε στα χέρια της ή και το ίδιο το ασανσέρ αν χρειαστεί, και θα περίμενα να δω την τεχνητά εντυπωσιασμένη έκφραση της.  Αν την είχα καταλάβει, τότε θα είχα καταλάβει πως ήταν υποχρεωμένη να   πιστεύει ότι κουλό κι αν ακούσει από εμένα, αρκεί να πηγαίναμε μαζί στο διαμέρισμα της και να μη ψυλλιαζόμουν τίποτα για την επιχείρηση που είχε στήσει η Ασφάλεια από νωρίς κάτω από την πολυκατοικία μου και στο διαμέρισμα στο οποίο πηγαίναμε.»

Τέντωσε λίγο τα χέρια του μπροστά για να τα ξεπιάσει και ανακάθισε στο κρεβάτι του. Το κελί ήταν μικρό και οι υπόλοιποι τρεις τρόφιμοι της φυλακής, που τον παρακολουθούσαν καθόντουσαν είτε σε αυτοσχέδια καρεκλάκια είτε κάτω στο πάτωμα.  Άλλο ένα απόγευμα περνούσε πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, με ιστορίες που κανείς δεν ήξερε αν είναι αλήθεια αλλά και κανένας δεν νοιαζόταν πραγματικά να μάθει.

«Ίσως και να της την έπεφτα στην ψύχρα, εκεί μέσα στο ασανσέρ. Όπως κάνουν στις τσόντες.» είπε και χάιδεψε το στήθος του. Τα μάτια του γούρλωσαν πονηρά.

Οι άλλοι τρεις γέλασαν σεξιστικά.

«Βγήκαμε από το ασανσέρ σχεδόν γελώντας. Λες και ήμασταν ζευγαράκι που μόλις έχει γυρίσει από νυχτερινή έξοδο και πάει στο σπίτι για κάνει σεξ μέχρι το πρωί. Ώρες ώρες τους θαυμάζω τους μπάτσους. Κάποιοι από αυτούς, όπως η τύπισσα που με τράβηξε στην παγίδα της, έχουν αναγάγει την δουλειά τους σε τρόπο ζωής και έχουν γίνει υπερβολικά καλοί σ’ αυτό.

Φτάσαμε στην εξώπορτα του διαμερίσματος της και η μικρή κοντοστάθηκε. Τότε μόνο διέκρινα μία μικρή συστολή στη γλώσσα του σώματος της ή μία μικρή αμφιβολία αλλά δεν μου πέρασε καν από το μυαλό περί τίνος πρόκειται. Θεώρησα ότι ίσως άρχισε να μετανιώνει που χτύπησε την πόρτα ενός αγνώστου μέσα στη νύχτα για τον μπάσει μέσα στο σπίτι της. Μπορεί να ήμουν κανένας ανώμαλος ή κανένας… εγκληματίας!», είπε και γέλασε τρανταχτά.

Οι άλλοι τρεις τρόφιμοι γέλασαν κι αυτοί.

«Μετάφρασα τη συστολή της σε φόβο για το πρόσωπο μου, πράγμα που ήταν αληθές, αλλά όχι για το είδος φόβου που πίστευα ότι είχε. Εγώ νόμιζα ότι με φοβόταν επειδή ήμουν ένας άγνωστος της πολυκατοικίας και θα έμπαινα στο σπίτι της.  Εκείνη με φοβόταν γιατί είχα κάνει τρεις ληστείες τραπεζών και είχα πυροβολήσει στο δόξα πατρί δύο συναδέλφους της. Εγώ δεν ήξερα ποιος φόβος ίσχυε.

Στην τελική αν το καλοσκεφτείς, σημασία έχει ο ίδιος ο φόβος. Όχι από πού προέρχεται.»

Είπε και ξεφύσησε, σχεδόν παραιτημένα.

Η φωνή του ηρέμησε.

«Θέλησα να την καθησυχάσω έτσι πως την είδα ελαφρώς μαγκωμένη. Ίσως βέβαια τώρα που το ξανασκέφτομαι, να προσποιούταν την μαγκωμένη για να την καθησυχάσω και να καθησυχάσω κι εμένα. Είχε καταφέρει να φτιάξει ένα επίπεδο εμπιστοσύνης και επικοινωνίας μέσα σε ελάχιστο χρόνο και τώρα το εξαργύρωνε παριστάνοντας την φοβισμένη μόνο και μόνο για να δει τα αποτελέσματα αυτού του οποίου είχε φτιάξει. Ίσως πάλι απλώς να φοβήθηκε γιατί ήξερε τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Ποτέ δεν κατάλαβα τι ίσχυε περισσότερο και να σας πω την αλήθεια, δεν με πολυνοιάζει κιόλας.

Της είπα να ηρεμήσει και να ανοίξει την πόρτα. Θα πηγαίναμε κατευθείαν στην βρύση και θα της έριχνα μια γρήγορη ματιά. Δεν θα μου έπαιρνε ούτε πέντε λεπτά για να καταλάβω τι έχει.»

Εκείνη στιγμιαία χαμογέλασε…»

Το ύφος του γλύκανε απότομα.

 «…και άφησε έναν στεναγμό ανακούφισης, που για να πω την αλήθεια με ανακούφισε κι εμένα. Είχε μεταδοτικότητα. Τελεία και παύλα.

 Μετά έβαλε το κλειδί στην πόρτα και το γύρισε. Η πόρτα άφησε έναν ήχο απελευθέρωσης και  άνοιξε μία χαραμάδα από την οποία λες και εφορμούσε το σκοτάδι στον φωτισμένο διάδρομο. Ενώ στην πραγματικότητα συνέβαινε το ακριβώς ανάποδο.»

Δεν ήταν η πρώτη ιστορία σύλληψης που είχαν ακούσει στην φυλακή. Αν μη τι άλλο, στην φυλακή όλοι έχουν μία ομάδα αίματος, μία εμπειρία κακοποίησης στις ντουζιέρες και μία ιστορία σύλληψης να αφηγηθούν. Δεν ήταν ούτε η πρώτη φορά που ζητούσαν από τον Γιώργο τον ισοβίτη, έναν από τους πιο επικίνδυνους  και διαβόητους ληστές τραπεζών των προηγούμενων χρόνων, να τους πει πως τον «μάζεψαν». Την είχαν ξανακούσει την ιστορία και σχεδόν ήξεραν τι θα γίνει μετά, ακόμα και τις ακριβείς φράσεις που θα χρησιμοποιήσει για να τα περιγράψει.  Ήξεραν σε ποια σημεία θα σταματήσει για να γελάσει τρανταχτά, σε ποια σημεία θα νοσταλγήσει την ελευθερία του, σε ποια σημεία θα συγκρατηθεί και δεν θα αποκαλύψει όλες του τις σκέψεις.

Όμως ο Γιώργος τα έλεγε ωραία. Παραμυθάς από την φύση του.  Κάτι απροσδιόριστο στην φωνή του ή στο συνδυασμό φωνής, στάσης σώματος και ύφους,  έκανε την εξιστόρηση ενδιαφέρουσα ακόμα κι αν ήταν εκ των προτέρων γνωστά όλα της τα δεδομένα. Σαν εκείνα τα ηθικοφανή παραμύθια που ακούγαμε ξανά και ξανά μικροί από τις γιαγιάδες μας, που αν και ξέραμε ακόμα και την πιο μικρή λεπτομέρεια, εμείς τα ζητούσαμε κάθε βράδυ.

 Γιατί τότε δεν συνειδητοποιούσαμε ότι αγαπάμε την ίδια την εξιστόρηση και το πρόσωπο που την κάνει. Και όχι το ίδιο το παραμύθι.

«Η τύπισσα έσπρωξε την πόρτα προς το εσωτερικό του διαμερίσματος μέχρι εκεί που της επέτρεπαν οι μεντεσέδες της και στάθηκε με την πλάτη στην επιφάνεια της. Μου άνοιγε δρόμο να μπω πρώτος. Ακόμα και τότε, ούτε που φαντάστηκα ότι με έστελνε σε ένα σκοτεινό διαμέρισμα, με οπλισμένους μπάτσους κρυμμένους πίσω από κάθε φυτό, πίσω από κάθε τοίχο και από κάθε έπιπλο.

Της χαμογέλασα και την ευχαρίστησα.

Εκείνη με έστελνε στην καταδίκη μου κι εγώ την ευχαριστούσα χαμογελαστός.»

Του είχε πάρει πολύ καιρό και σίγουρα πολύ εσωτερική διαπάλη για να μπορεί να ξεστομίζει αυτά τα λόγια με ουδέτερο ύφος.

«Μπήκαμε μέσα και εκείνη έκλεισε την πόρτα πίσω μας.»

Ξεφύσησε. Το συνήθιζε όταν κορυφωνόταν η ιστορία.

«Βύθισε τα πάντα στο απόλυτο σκοτάδι. Μαζί κι εμένα.»

Η σύλληψη μου

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo