Μα τούτη η παρέμβαση, (θεϊκή ή μαγική δεν ξέρουμε ακόμα τι είδους ήταν), έφερε τα πάνω κάτω στην πολιτεία. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος: οι κοινωνικές- εκπαιδευτικές  δομές, οι οικονομικές συνθήκες και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις κατέρρευσαν για λίγο καιρό. Συμπαρέσυραν μάλιστα στην κατάρρευση τις ερωτικές σχέσεις, τις γαμήλιες συμβάσεις και τις ισχύουσες ερωτικές συνευρέσεις.

Κάπως έτσι, εξελίχθηκαν τα πράγματα. Κατ’ αρχήν, υπήρξαν  σημαντικές διαμαρτυρίες από υψηλά ιστάμενα πρόσωπα (καίριες και επιτακτικές) προς τα όργανα εξουσίας. Για παράδειγμα, ο διευθυντής των σχολικών μονάδων διαμαρτυρήθηκε εντόνως, γιατί για πρώτη φορά δεν κέρδισε τη μηνιαία χρηματική κλήρωση που γίνονταν για τους εκπαιδευτικούς. Την κέρδισε ο αναπληρωτής καθηγητής που ήρθε τελευταίος (καταϊδρωμένος) και σχεδόν σαν αδιόριστος στην πολιτεία. Οι διαμαρτυρίες του κυρίου διευθυντού είχαν αποδέκτες : τον δήμαρχο, το δημοτικό συμβούλιο και μετά τον επιθεωρητή εκπαιδεύσεως. Αυτός μάλιστα έδειξε να ανησυχεί πραγματικά, τέτοιο συμβάν  ξεπερνούσε κατά πολύ τα κοινωνικά και παιδαγωγικά εσκαμμένα.

Βέβαια, τα περιστατικά πλήθυναν, επικίνδυνα και ανησυχαστικά. Πολλές γυναίκες που ήταν κακοπαντρεμένες κατήργησαν, άπαξ και διαπαντός, τους γάμους τους και έφυγαν, άλλες με τους εραστές τους κι άλλες με όμορφους κι ελεύθερους τύπους.

Μα και οι άντρες που υπέφεραν από την έλλειψη τρυφερότητας των συζύγων ή των ερωμένων τους,  αυτο- εξορίστηκαν ή αυτό- εξοστρακίστηκαν για να ζήσουν παρέα με τον σκύλο τους ή  τη γάτα τους ή με ό,τι έμβιο ον τους πρόσφερε την απωλεσθείσα τρυφερότητα.

Στη χορεία των αγανακτισμένων (και διαμαρτυρομένων), μπήκε κι η εκκλησία. Ο επίσκοπος  άρχισε τα πύρινα κηρύγματα κατά πάντων (αναμάρτητων και αμαρτωλών), γιατί στο τελευταίο πανηγύρι προς τιμήν  του αγίου Μαρτίνου, οι πιστοί δεν έριξαν τους οβολούς τους στο εκκλησιαστικό ταμείο, αλλά γέμισαν τ’ άδεια χέρια των αστέγων της πολιτείας, των ανέργων, των φτωχοδιάβολων που περιφέρονταν από οινοποσία σε οινοποσία κι από χλευασμό σε χλευασμό. Και το χειρότερο, το γράφω αμέσως, οι πιστοί (κι οι άπιστοι, λιγότερο αυτοί) συνεχίζουν να το κάνουν, παρόλες τις πύρινες νουθεσίες και τα κριτήρια κάθαρσης που ο επίσκοπος εκστομίζει νυχθημερόν.

Μα είναι άξια αναφοράς και τα περιστατικά στα σχολεία. Τα παιδιά δεν έμπαιναν  στις αίθουσες για μάθημα, παρά τριγυρνούσαν στα κοντινά δάση, χαζεύοντας τα αστέρια (τις νύχτες) και γυρεύοντας έρωτες (τα μεγαλύτερα) και (τα μικρότερα) λευκοδράκοντες και καλά φαντάσματα.

Η πολιτεία άλλαξε (για λίγο ή πολύ). Οι αρχές σκέφτηκαν να καλέσουν τον στρατό για να επιβάλει την τάξη ή τουλάχιστον να ανακαλύψει την αιτία που προκάλεσε τη διασάλευση της κοινωνικής γαλήνης. Αυτή η εντροπία, όπως είπε  και ο διακεκριμένος λογοτέχνης της πολιτείας,  φανέρωσε την αμφισβήτηση της ανθρώπινης ελευθερίας. Αλλά μόλις ειπώθηκε κάτι τέτοιο, κάποιοι νεαροί έγραψαν στους τοίχους των επίσημων πνευματικών ιδρυμάτων: ότι ο κύριος λογοτέχνης είχε μεγάλες τρίχες  και μικρές ιδέες (έκλεψαν το σύνθημα από κάποιον τσεχωφικό διάλογο).

Η Παρέμβαση

του Χριστόφορου Τριάντη

© 2019 by Achilleas and Camilo