Κάθε τόσο, οι κάτοικοι του χωριού μας κατέβαιναν στη θάλασσα γιατί άλλαζε χρώμα και τραβιόταν μέσα πολλά μέτρα, γύρω στα διακόσια. Εμένα η δουλειά μου ήταν αυτή, μου είχαν αναθέσει αυτόν το ρόλο, δηλαδή να επιβλέπω τη θάλασσα και να τους καλώ όποτε χρωματιζόταν. Έμενα σε ένα σπίτι, καλύβα πιο πολύ, πάνω στην παραλία. Με καλάμια είχα στήσει μια σκάλα ψηλή, ψηλότερη από τη στέγη του σπιτιού, που κατέληγε σε μια εξέδρα απ’ όπου φαινόταν όλο το χωριό. Εκεί πάνω, έκανα τις παλάμες μου χωνί και φώναζα να μ’ ακούσουν στο σπίτι του παπά που ήταν το κοντινότερο στο δικό μου. Τότε, ο παπάς έβγαινε τρέχοντας και πήγαινε στην εκκλησία να χτυπήσει την καμπάνα – τρεις φορές δυνατά, δύο σιγά, μία δυνατά – ήταν το σύνθημα για τη θάλασσα. 


Πολλές φορές αλλάζει χρώμα η θάλασσα στο χωριό μας, τουλάχιστον μια φορά το μήνα κάτι συμβαίνει. Θυμάμαι πάντα τότε που σχεδόν μαύρισε το νερό, όπως όταν μαζεύει ο ουρανός βαριά σύννεφα γκαστρωμένα με βροχή και καθρεφτίζονται στη θάλασσα που παίρνει χρώμα γκρίζο, σχεδόν μολυβί. Εκείνη τη φορά λοιπόν, όταν μαζεύτηκε μέσα, φάνηκε πάνω στα βότσαλα μια φάλαινα, από τις πολύ μεγάλες, κρατούσε στο στόμα της το παιδί της που ήταν νεκρό και έβγαζε έναν διαπεραστικό ήχο σα μοιρολόι. Το άφησε εκεί μπροστά στην ακρογιαλιά και άρχισε να ταλαντεύεται, χτυπούσε πότε την ουρά, πότε το κεφάλι, σπαρταρούσε ολόκληρη. Όλοι τρέξαμε και βοηθήσαμε να βγάλουμε το μικρό στη στεριά. Ανοίξαμε έναν λάκκο, σκάβαμε όλο το πρωί και όλο το μεσημέρι, και το θάψαμε με όλες τις τιμές, το λειτούργησε και ο παππάς. 


Τότε, η μάνα φάλαινα βούτηξε στα νερά που είχαν αρχίσει πάλι να παίρνουν το φυσιολογικό τους χρώμα, αυτό το γαλάζιο της θάλασσας, και έφυγε για τον ωκεανό χωρίς να σταματήσει το μοιρολόι. Δεν ξέρω γιατί ήθελε το νεκρό παιδί της θαμμένο στη στεριά κι όχι να το καταπιεί ο ωκεανός που έτσι κι αλλιώς ήταν το σπίτι του. Από την άλλη, κι εμείς εκεί στο χωριό, αυτό κάνουμε κι ας είμαστε ζώα της στεριάς, δηλαδή το κάνουμε από την ανάποδη, τα πεθαμένα παιδιά μας δεν τα θάβουμε στο νεκροταφείο που είναι μόνο για όσους πέθαναν μετά από τους γονείς τους ή για όσους έκαναν δικά τους παιδιά, αλλά τα ρίχνουμε στη θάλασσα που έγινε μάνα πρωτύτερα από τη στεριά τότε παλιά και τα πλάσματά της είναι πρόγονοι αυτών της στεριάς, γι’ αυτό καλύτερα τα παιδιά μας να καταλήγουν κοντά στους προγόνους τους.

Η φάλαινα

της Φωτεινής Τέντη

© 2019 by Achilleas and Camilo