Οι ουρές στα διόδια των εξόδων της πόλης έφταναν τα είκοσι χιλιόμετρα, στο λιμάνι έκτακτα δρομολόγια είχαν προστεθεί για να καλύψουν τις ανάγκες του επιβατικού κοινού. Η πολυκατοικία μου είχε αδειάσει, ακόμα και οι Φιλιπινέζοι στο υπόγειο είχαν αποχωρήσει άρον άρον για τη Μανίλα.

Έσβησε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο και με κοίταξε στα μάτια.

«Εμείς δεν θα φύγουμε;»

«Δεν ξέρω, γιατί να μην κάτσουμε εδώ;»

«Όλοι φεύγουν, η πόλη εκκενώνεται»

«Δεν έδωσε όμως κανείς εντολή για εκκένωση»

Έμεινε σκεφτική. Ο κόσμος έφευγε υπακούοντας στη φήμη πως η πόλη έπρεπε να εκκενωθεί, έβλεπε τους άλλους και ακολουθούσε νιώθοντας στο κατόπι του τους επόμενους. Δεν είχε υπάρξει κάποια επίσημη τοποθέτηση για επιδημία, φυσική καταστροφή ή εξωτερική απειλή. Απλά έφευγε γιατί έτσι έπρεπε.

«Εγώ λέω να μείνουμε»

Της είπα.

«Ακόμα και έτσι, θα μείνουμε μόνοι»

«Μπορεί να σκεφτούν και άλλοι σαν εμάς»

«Δεν είναι όλοι σαν εμάς»

Βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα έξω. Στους δρόμους δεν κυκλοφορούσε ψυχή, τα τελευταία αυτοκίνητα αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα να κινούνται προς την έξοδο.

«Λοιπόν εγώ φεύγω».

Μου είπε καθώς φορούσε το στενό τζιν της.

«Εντάξει».

Η εκκένωση

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo