Στολισμένη η Αθήνα, ολόλαμπρη, ειδικά το κέντρο. Φώτα παντού μαζί με ένα πελώριο δέντρο να δεσπόζει στο κέντρο της πλατείας Συντάγματος. Όλα στην εντέλεια, όλα εντάξει για να γιορτάσει ο κόσμος και να ξεχαστεί.

Ας εστιάσουμε σε δύο γνώριμά μας πρόσωπα. Κάνουν τα ψώνια της τελευταίας στιγμής, φορτωμένοι με προσδοκίες για το νέο έτος...

 

“Αμάν, βρε  Ευλάμπιε, πόσα βιβλία θα πάρεις;”

“Ένα δυο ακόμα και φεύγουμε”.

Κοντοστάθηκε απορημένος. Η Κάτια κοιτούσε εξονυχιστικά τον πάγκο με τα ψυχολογικά θρίλερ μουρμουρίζοντας “αυτό το έχω, και εκείνο… Αυτό θέλω να το διαβάσω, και το άλλο δίπλα! Καλά, αυτό οπωσδήποτε! Έχει κάνει θραύση στο εξωτερικό!”. Κοιτούσε, κοιτούσε... Τα ξεφύλλιζε, τα άνοιγε, τα έκλεινε βιαστικά για να πάει στο επόμενο και να σχολιάσει.

“Θα πάρεις κανένα;” τη ρώτησε με απορία.

“Όχι, βέβαια. Αφού μου τα στέλνουν δωρεάν”.

Α, ναι. Η Κάτια και οι κριτικές της, και φυσικά το κανάλι της στο youtube. Όσοι περισσότεροι followers, τόσο περισσότεροι χορηγοί. Και φυσικά, μόνο συγκεκριμένα βιβλία -τα πιο “εμπορικά”.

“Μα δεν σε ενδιαφέρει να διαβάσεις κάτι άλλο;” τη ρώτησε.

“Πότε; Πόσα βιβλία να διαβάσω; Ξέρεις τι άγχος έχω για να τα προλάβω όλα;”

“Έλα… Σοβαρά; Αγχώνεσαι για να διαβάσεις ένα βιβλίο;”

“Ναι, πάρα πολύ” είπε, ενώ τραβούσε ένα άλλο με τη λέξη “κορίτσι” στο εξώφυλλο. “Με πιέζουν οι εκδοτικοί, οι συγγραφείς...”

“Οι συγγραφείς;”

“Εε, ναι, ξέρεις… Μου στέλνουν μηνύματα, μου λένε διάφορα. Οι περισσότεροι είναι πολύ ευγενικοί” είπε ικανοποιημένη. “Με έχουν ανάγκη οι καημένοι, αναδεικνύω τη δουλειά τους”.

Άθελά του ο Ευλάμπιος έφερε στο μυαλό έναν κλασικό συγγραφέα. Προσπάθησε να τον φανταστεί να παρακαλάει μια κοπέλα με πολλούς followers να διαβάσει το βιβλίο του. Έκανε μια κωμική γκριμάτσα και συνέχισε.

“Κατάλαβα. Καρδούλες, κλάψες και το προσωπικό όραμα του καθενός” είπε με ένα μειδίαμα. “Εσύ, όμως, γιατί το κάνεις;” την αιφνιδίασε.

Η Κάτια σαν να μπερδεύτηκε. Άφησε κάτω το “κορίτσι”, που φυσικά ήθελε να διαβάσει οπωσδήποτε.

“Μα γιατί αγαπώ τα βιβλία!” αναφώνησε.

“Αλίμονο, δεν τίθεται θέμα. Και εμείς αγαπάμε τα βιβλία. Μόνο που εμείς αγοράζουμε όσα θέλουμε. Και ψάχνουμε…”

“Τι θέλεις να πεις;” ρώτησε λίγο κρύα.

Πολλά ήθελε να της πει ο Ευλάμπιος, αλλά κάτι στο βλέμμα της Κάτιας τον σταμάτησε. Γυάλιζαν τα ματάκια της, το χειλάκι της έτρεμε, και ξαφνικά έτσι όπως την είδε να κρατάει στο στήθος της ένα παχουλό βιβλίο ως ασπίδα, σαν ένα φράγμα ανάμεσά τους, ένιωσε λύπη.

Η Κάτια έγραφε, ήθελε να γίνει γνωστή. Και είχε διαβάσει ότι η δικτύωση, τα μπλογκ, οι κριτικές και ο αλληλοσχολιασμός με άλλους χρήστες, είναι ένας καλός τρόπος για να γίνει κάποια στον χώρο, πριν βγάλει το δικό της… Γιατί ήταν σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα το έβγαζε.

“Σε πειράζω, μη δίνεις σημασία” της είπε απαλά. “Ξέρεις, είχα σκοπό να σου κάνω ένα δώρο, διάλεξε ένα βιβλίο” της είπε με φωτεινό χαμόγελο.

“Μα δεν είναι ανάγκη, εξάλλου εγώ...”

“Το θέλω. Ούτε χρειάζεται να ανταποδώσεις, ίσως μια άλλη φορά”.

“Εντάξει. Σ’ ευχαριστώ πολύ για την κίνηση” είπε η καλόκαρδη Κάτια με χαρωπό πλέον μουτράκι.

“Διάλεξε με την ησυχία σου, πάω λίγο στα δοκίμια και επιστρέφω”.

Δοκίμια, σκέφτηκε η Κάτια. Αχ, αυτός ο Ευλάμπιος με τα σοβαρά του. Θα τον πήγαινε μετά στο δέντρο για φωτογραφίες και ίσως για κανά ποτό.

Μετά από κανένα μισάωρο -αλήθεια, πώς κυλάει ο χρόνος στα βιβλιοπωλεία- έφυγαν‧ ο Ευλάμπιος με τρεις τσάντες και η Κάτια με το βιβλίο της στο χέρι. Ήθελε να το κρατάει, να το έχει έτοιμο για τις φωτογραφίες. Σε λίγο βρέθηκαν στην πλατεία Συντάγματος, στο μέσο της φαντασμαγορικής πανδαισίας, που περιελάμβανε εκτός από το μεγάλο δέντρο και τους ειδικούς φωτισμούς. Φώτα που έβαφαν τα δέντρα πότε με ένα απόκοσμο μοβ, πότε με ένα πηχτό κίτρινο… Τι παράξενο, κάποιες στιγμές τα χρώματα απλώνονταν και στους ανθρώπους δίνοντας στα πρόσωπά τους μια άλλη έκφραση, διαφορετική.

 

Ο κόσμος, πάντως, έδειχνε ενθουσιασμένος. Οι φωτογραφίες κάτω από το δέντρο έδιναν και έπαιρναν, δύσκολα έβρισκες σημείο να σταθείς. Η Κάτια με κάποιες ευέλικτες σπρωξιές κατάφερε να χωθεί σε ένα μικρό κενό, με το χαμόγελο στα χείλη πάντα. Σήκωσε το βιβλίο δίπλα στο χαμόγελό της…

 

“Έλα, πάρε πολλές, γιατί μερικές φορές βγαίνω με κλειστά μάτια”.

Φάτε μάτια ψάρια, σκέφτηκε ο Ευλάμπιος. Η Κάτια, κούκλα όπως πάντα, έβγαινε στις φωτογραφίες υπέροχη, λαχταριστή. Θα πήγαιναν για ποτό μετά; Ποιος ξέρει...

“Πρωτοχρονιάτικο λαχείο…”

“Εμείς θα πάμε Λονδίνο...”

“Ουάο, λατρεύω το Λονδίνο… Αχ, εμείς, θα πάμε στο χωριό”.

“Και εκεί καλά είναι! Θα έχει χιόνι!”

“Άσε, σου λέω, φοβερό μωρό, θα σου στείλω φώτο μετά να πάθεις. Είδες άμα είσαι παίχτης, φίλε...”

 

Ο κόσμος μιλούσε, φώναζε -οι φωνές τους είχαν ανακατευτεί πλέον και έφταναν στα αυτιά τού Ευλάμπιου σαν ένα μείγμα. Τον ζάλιζαν, τον ερέθιζαν, τον αναστάτωναν… Του προκαλούσαν φόβο. Μια αγωνία άρχισε να του τρώει τα σωθικά. Κάτι σιγόβραζε...

Και όντως… Ήρθαν στα ξαφνικά.

Πρώτα, είδε το πρόσωπο της Κάτιας να ξεθωριάζει. Την είδε μέσα από την κάμερα του κινητού -ένα πρόσωπο χαμογελαστό ξαφνικά να παγώνει. Δυο μάτια απορημένα, το βιβλίο πάνω στο στήθος σαν ασπίδα. Δεκάδες άντρες ντυμένοι σε σκούρο μπλε με παράξενες μάσκες εμφανίστηκαν στην πλατεία με γρήγορο βηματισμό. Ο κόσμος πάγωσε, έστρεψε την προσοχή πάνω τους, η διασκέδαση σταμάτησε.

Ο επικεφαλής έκανε νόημα και φώναξε.

“Άνδρες, σταματήστε”.

Εκείνοι υπάκουσαν. Κοίταξε γύρω του και μετά φώναξε.

“Πιάστε τους!”

Και εκείνοι ξεκίνησαν σαν αγρίμια. Ο Ευλάμπιος πλησίασε ενστικτωδώς την Κάτια, όταν είδε έναν να έρχεται καταπάνω τους, όμως εκείνος τους προσπέρασε.

“Ποιοι είναι αυτοί;” ψιθύρισε η Κάτια έντρομη.

“Να είναι κάποιοι από εμάς;” αναρωτήθηκε ο Ευλάμπιος με σβησμένη φωνή.

 

Όρμησαν σε μια παρέα με νεαρούς, λίγο πρόχειρα ντυμένους, κάπως μαλλιαρούς. Τους πέταξαν κάτω και τους κλωτσούσαν με μανία, άλλοι έδιναν γροθιές...

“Τι κάνουν;” ούρλιαξε η Κάτια “θα τους σκοτώσουν”.

“Σκάσε!” φώναξε ο ένας από αυτούς που την είχε πλευρίσει, ενώ άρπαξε το κινητό από το χέρι του Ευλάμπιου, την ώρα που προσπαθούσε να τραβήξει βίντεο.

 

“Που λες, μεγάλε, την ψώνισα χτες σε ένα μπαράκι...”

“Αχ, και εγώ θέλω να πάω Λονδίνο. Πότε θα κανονίσουμε, ζουζουνάκι;”

“Πάλι στον Γιάννη και την Άννα; Τους βαριέμαι, βρε μωρό, πάμε κάπου αλλού για ρεβεγιόν...”

 

Ο Ευλάμπιος ένιωσε να ζαλίζεται. Ο κόσμος γύρω του μιλούσε, όπως και πριν, τραβούσε φωτογραφίες, γελούσε, και όσοι περνούσαν δίπλα από το σκηνικό του ξυλοδαρμού, απλώς έστρεφαν τα πρόσωπά τους, σαν να μην υπήρχε καν. Μετά από λίγα λεπτά οι άντρες έστησαν τους νεαρούς στα πόδια τους, τους έδωσαν μερικά φιλικά χτυπήματα στην πλάτη, πασπαλισμένα με μπόλικες βρισιές και υποδείξεις για το πώς έπρεπε να φέρονται στο εξής και έφυγαν. Οι νεαροί αποχώρησαν γεμάτοι αίματα, υποβασταζόμενοι ο ένας από τον άλλον…

 

Η Κάτια δεν μιλούσε, κρατούσε μόνο το βιβλίο της κοιτάζοντας τον Ευλάμπιο, ο οποίος έδειχνε να έχει χαθεί στις σκέψεις του. Ξαφνικά, σαν κάτι να τον επανέφερε.

“Να βγάλουμε κι άλλες, Κάτια;” τη ρώτησε με σοβαρό ύφος.

“Όχι είπε εκείνη τρέμοντας, ενώ κόλλησε το σώμα της πάνω του.

Ο Ευλάμπιος άφησε τις τσάντες με τα δοκίμια, τις τσάντες με τα λογοτεχνήματα να γλιστρήσουν από τα χέρια του, καθώς έκλεινε την Κάτια στην αγκαλιά του. Ανάμεσα στα στήθη τους το βιβλίο-ασπίδα έπεσε σιγά σιγά στο έδαφος, χωρίς κανείς να το αναζητήσει, ενώ ένα απόκοσμο μωβ έβαφε τα πρόσωπά τους.

Παράξενη η απελπισία ετούτες τις χρονιάρες μέρες. Ωστόσο, ίσως να είναι ένα γνήσιο συναίσθημα, ταιριαστό σε όσα συμβαίνουν. Και ίσως τελικά η αγάπη να είναι το μόνο που μπορεί να την ξορκίσει.

Ίσως τελικά η αγάπη να είναι μεγαλύτερη από εμάς.

Άλλα στιγμιότυπα από τον χώρο των γραμμάτων:

1) (Ευλάμπιος) https://www.cartel-mag.com/akoumpiste-ton

2) (Ευλάμπιος) https://www.cartel-https://www.cartel-mag.com/ta-papoutsia mag.com/ta-papoutsia

3) (Ευλάμπιος- Κάτια) https://www.cartel-mag.com/parousias-suggrafeos

4) (Αννούλα)  https://www.cartel-mag.com/tha-mou-to-vgaleis

Η αγάπη - μεγαλύτερη από μας

της Σταματίνας Σταύρου

© 2019 by Achilleas and Camilo