(Ο βασιλιάς κάθεται πάνω σ’ έναν ξύλινο υπερυψωμένο θρόνο. Είναι μέσης ηλικίας με κοντά γκρίζα γένια, αλλά υγιής και γεροδεμένος. Το κεφάλι του είναι ελαφρά υπερυψωμένο και κοιτάζει τους άλλους χαμηλώνοντας το βλέμμα. Φοράει έναν λιτό μονόχρωμο χιτώνα και χρυσά δαχτυλίδια, κάποια από αυτά με πολύτιμους λίθους. Τον περιστοιχίζει μια ομάδα από υπερήλικους συμβούλους που κάθονται δίπλα του οκλαδόν σε μαξιλάρια από ακριβά υφάσματα. Είναι ντυμένοι με ρούχα απλά, άσπρα, και κάποιοι από αυτούς κρατούν στο χέρι πάπυρο. Δύο φρουροί φέρνουν σηκωτό έναν άνθρωπο με φτωχικά τρύπια ρούχα ο οποίος δε φέρει την παραμικρή αντίσταση. Στέκεται στα γόνατα με το κεφάλι χαμηλά. Έχει βλέμμα ταπεινό και ελαφρά φοβισμένο. Οι φρουροί εγκαταλείπουν τη σκηνή πισωπατώντας).

-Ξένε, πες μας το όνομά σου και από πού έρχεσαι.

(Ο ξένος υψώνει το βλέμμα στον βασιλιά)

-Οδυσσέα με λένε, σεβαστέ άρχοντα, από μακριά έρχομαι, με έφερε ο πόλεμος

-Από πού ακριβώς; Πού πολεμούσες;

-Τι σημασία έχει αυτό για εσάς, ένδοξε βασιλιά των Φαιάκων; Όλη η ανατολή φλέγεται, κανείς δεν ξέρει πια ποιος πολεμάει ποιον

-Έχει μεγάλη σημασία για εμάς, πρέπει να σε εντάξουμε σε μια κατηγορία, να σε ταξινομήσουμε, να σε καταγράψουμε στα κιτάπια μας. Πρέπει να ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε

-Από την πολύπαθη Τροία έρχομαι

-Δηλαδή ανατολίτης. Και τότε πώς και δεν έχεις μαζί σου χρυσό; Μήπως κάπου τον κρύβεις; Ή μήπως θες να πιστέψουμε πως κυκλοφορούσες γυμνός τάχα επειδή έχασες τα ρούχα σου σε κάποιο ναυάγιο; Βέβαια, τον κόσμο που βρισκόταν στην παραλία δεν τον σεβάστηκες. Έτσι τρομοκρατούν τα κορίτσια στην πατρίδα σου;

-Μεγαλειότατε, ζητώ συγγνώμη για την αναστάτωση που…

-Ακόμα να συνέλθει η Ναυσικά μου από τη λαχτάρα που της έκανες. Ευτυχώς που οι χωροφύλακες ακούσανε τις τσιρίδες της. Ποιος ξέρει τι θα πάθαινε αν έμενες παραπάνω ώρα μαζί της, γδυτός, χωρίς καμιά ντροπή

-Μεγαλειότατε, ειλικρινά δεν το ήθελα. Αν η μοίρα με έφερε σ’ αυτή την αθλιότητα δεν ήταν με τη δική μου θέληση

-Δικαιολογίες! Ο αξιοπρεπής άνθρωπος πάντα βρίσκει τον τρόπο να κρατά τον αυτοσεβασμό του

-Μα δεν είχα καν ρούχα, ήμουν εξαντλημένος και απελπισμένος

-Και ούτε ένα ευχαριστώ που σε ντύσαμε;

-Δεν πρόλαβα, καλέ μου άρχοντα. Στο μπουντρούμι με κλείσατε

-Συγγνώμη που το ταπεινό μας νησί δε διαθέτει και ξενώνα πολυτελείας για εισβολείς σαν του λόγου σου

-Μα, βασιλιά μου, δεν ήρθα με όπλα

-Το ξέρεις πως είσαι παράνομος; Ούτε Φαίακας είσαι ούτε επίσημος απεσταλμένος

-Έκανα μακρύ ταξίδι, βασιλιά μου

-Μόνος σου;

-Όχι, οι σύντροφοί μου όλοι χάθηκαν

-Φαντάζομαι θα φαγωθήκατε μεταξύ σας. Τα συνηθίζετε αυτά εσείς οι ανατολίτες

-Όχι, σεβαστέ Αλκίνοε, κάνετε λάθος. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να φτάσουμε ως εδώ. Ήταν απλά η μόνη μας επιλογή προκειμένου να γλιτώσουμε. Μα τελικά, χαθήκαμε

-Πώς;

-Είναι μεγάλη ιστορία, δε θέλω να τη σκέφτομαι. Το μόνο που χρειάζομαι τώρα είναι λίγη βοήθεια.

-Όχι, πρώτα θα μας την πεις. Πρέπει να την καταγράψουμε. Κρατάμε αρχείο, είμαστε οργανωμένη πολιτεία εμείς. Πρέπει να ξέρουμε σύμφωνα με τους νόμους μας τι μπορούμε να κάνουμε με την περίπτωσή σου

-Θα σας την πω, λοιπόν, όχι απαραίτητα με την ακριβή σειρά των γεγονότων. Η μνήμη κρατά τις πληγές της, σοφέ μου άρχοντα, δεν είναι όμως ικανή να τις βάζει σε τάξη

-Λέγε τι συνέβη και άσε τις εισαγωγές

-Τους πιο πολλούς μου συντρόφους τους έχασα στη χώρα των Λαιστρυγόνων. Οι φοβεροί αυτοί γίγαντες μας έβρισκαν εξαντλημένους και μας κομμάτιαζαν. Ύστερα σκύλευαν τα χρυσαφικά μας και τα σωθικά μας τα ξερίζωναν για να τα πουλήσουν.

-Τους έχω ακουστά αυτούς τους πειρατές. Είναι καλοί στο εμπόριο και ενίοτε κάποιοι απεσταλμένοι μας συνεργάζονται μαζί τους για διακρατικές συμφωνίες. Τους έχουμε κάνει βέβαια συστάσεις, αλλά αυτοί δε βάζουν μυαλό. Κι ύστερα, τι έγινε;

-Μ’ ένα μόνο πλοίο ξεφύγαμε όσοι απομείναμε. Και τι δε συναντήσαμε στην πορεία. Τη Σκύλλα που ήθελε να μας φάει ζωντανούς.  Τη Χάρυβδη που ήθελε να μας καταπιεί και να μας ξεβράσει έπειτα με σιχασιά σε κάποια απόμερη ακτή. Την Κίρκη που μας υποσχέθηκε φιλοξενία κι ύστερα μας έβαλε στη δούλεψή της ταΐζοντάς μας μόνο βελανίδια απ’ το παχνί· ένας θεός ξέρει πώς της ξεφύγαμε. Τον κοντόφθαλμο Πολύφημο που δεν μπορούσε να μας δει παρά με τη δικό τους λειψό βλέμμα, σαν ζώα ήμασταν γι’ αυτόν και μας έτρωγε. Τους Λωτοφάγους που ήθελαν να σβήσουν τις μνήμες μας για να ζήσουμε κοντά τους· σχεδόν μετανιώσαμε που αρνηθήκαμε. Τον θεό Ήλιο, που θύμωσε επειδή φάγαμε, πεινασμένοι εμείς, το κοπάδι του, και μας καταράστηκε. Μόνο η Καλυψώ με λυπήθηκε κάπως, μόνος μου είχα απομείνει, ίσως γιατί της άρεσα λίγο· αλλά μου το ξεκαθάρισε, καμιά θεά δε μπορεί να παντρευτεί έναν θνητό, θα γελάνε στον Όλυμπο μαζί της, κι έτσι μ’ εγκατέλειψε σε μια σχεδία που τη ρήμαξε το κύμα και μ’ έφερε σ’ εσάς

-Κι εσύ, για πού τραβούσες σε ξένα μέρη;

-Έψαχνα την Ιθάκη, βασιλιά μου

-Μα εσύ δεν είπες πως από την ανατολή κατάγεσαι;

-Και ποιος σας είπε, σοφέ μου άρχοντα, πως η πατρίδα του ανθρώπου είναι οι ρίζες του, οι τάφοι των προγόνων του; Πατρίδα είναι τα άνθη και τα κλαριά του, οι φωλιές των παιδιών του

-Ανοησίες, εμείς εδώ γεννιόμαστε κι εδώ πεθαίνουμε, τους ζωντανούς μας και τους νεκρούς μας εδώ τους έχουμε, δεν περιφερόμαστε ούτε και παραβιάζουμε τα σύνορα των άλλων

-Μακάρι, βασιλιά μου, να μη βρεθείτε ποτέ στη θέση μου

-Και τώρα, πιστοί μου σύμβουλοι, ποια είναι η γνώμη σας; Τι πρέπει να κάνουμε μ’ αυτόν;

(Το συμβούλιο των γέρων χωρίς να σηκωθεί από τα μαξιλάρια και χωρίς να βγάλει μιλιά, κοιτάζουν ο ένας τον άλλο αμήχανα και μετά το βλέμμα τους ξαναγυρίζει απαθές στην ίδια με πριν θέση)

-Βάλτε με σ’ ένα πλοίο, καλοί μου Φαίακες, να με πάτε στην Ιθάκη

-Θ’ αστειεύεσαι! Ιδέα δε φαίνεται να έχεις από Διεθνές Δίκαιο

-Του ανθρώπου το δίκιο όμως όλοι το ξέρουμε

-Τους Ιθακήσιους τους ρώτησες αν σε θέλουν; Θες να μου δημιουργήσεις διπλωματικό επεισόδιο στα καλά καθούμενα;

-Αφήστε με τότε λίγο εδώ μέχρι να φτιάξουν τα πράγματα

-Τα πράγματα δε φτιάχνουν, ξένε. Κι έπειτα, πού να σε βάλουμε; Δε χωράς πουθενά

-Μα είμαι ένας μονάχα άνθρωπος

-Άνθρωπος, σκύλος, δεν έχει καμία σημασία. Το νησί μας είναι φτωχό και τα στόματα που έχουμε να θρέψουμε πολλά

-Και τι θα με κάνετε;

-Το Διεθνές Δίκαιο, μα και ο ανθρωπισμός μας, δεν μας επιτρέπουν να σε πετάξουμε στη θάλασσα. Από την άλλη, δεν μπορούμε να σε αφήσουμε να κυκλοφορείς στην πόλη για λόγους υγιεινής και ασφάλειας. Στις παραλίες πάλι, καταστρέφεις τη λίγη αναψυχή μας και μας δυσφημείς στους επισκέπτες μας. Στο ιερό μας άλσος, μολύνεις τον τόπο του δικού μας άξενου Διός. Στους ναούς μας, ως αλλόθρησκος, ούτε συζήτηση να πατήσεις το πόδι σου. Στο νεκροταφείο, η παρουσία σου θα ήταν ύβρις για τους νεκρούς μας. Όπως κατάλαβες, μένει μονάχα η χωματερή

-Μα, άρχοντά μου, πώς θα ζήσω εκεί μέσα;

-Σιωπή, αναιδέστατε! Ξέρεις πόσος κόσμος, δικός μας κι όχι ξένος, βρίσκει από εκεί φαΐ κι ένα μέρος για να σταθεί; Κι εσύ που έρχεσαι από την ανατολή, από μια πόλη συντρίμμια, μού θες και προνομιακή μεταχείριση; Φρουροί!

(Οι δυο φρουροί εμφανίζονται πίσω από την πλάτη του ξένου και ετοιμάζονται να τον πάρουν σηκωτό. Αυτός αντιστέκεται)

-Αλλάχ, Αλλάχ, γιατί μ’ εγκαταλείπεις;

(Ο ξένος κάμπτεται από τη δύναμη των φρουρών, οι οποίοι τον παίρνουν μακριά από τη σκηνή. Στη συνέχεια επιστρέφουν μεταφέροντας ένα πελώριο χρυσό δοχείο με περίτεχνα σχέδια, σαν κολυμπήθρα. Το εναποθέτουν μπροστά στο βασιλιά. Στη συνέχεια οι φρουροί εγκαταλείπουν τη σκηνή πισωπατώντας)

-Νίπτω τας χείρας μου!

(Ο βασιλιάς σκύβει μπροστά στο δοχείο βάζοντας τα χέρια του μέσα. Ύστερα τα σηκώνει ψηλά, βαμμένα κόκκινα. Οι γέροντες σηκώνονται από τα μαξιλάρια τους φωνάζοντας «κι εμείς, κι εμείς». Στριμώχνονται ποιος θα βάλει τα χέρια του πρώτος στο δοχείο και πασαλείβονται με κόκκινο χρώμα).

 

 

(Ένας έφηβος, φορώντας κουρέλια, κοιμάται σ’ ένα βρώμικο κιλίμι. Είναι ανήσυχος, αναστενάζει βαριά και βογκάει. Δίπλα του μια γυναίκα με μαντίλα στέκεται γονατιστή και τον σκουντά με το χέρι).

-Ξύπνα Αλί, ξύπνα αγόρι μου, όνειρο ήταν, ηρέμησε καμάρι μου, ηρέμησε

(Ο έφηβος πετάγεται πάνω ιδρωμένος. Κοιτάζει πρώτα αριστερά δεξιά και συνεχίζει ν’ αναστενάζει βαριά. Σταδιακά, αρχίζει να ηρεμεί)

-Θες να πάω να σου φέρω λίγο νερό;

(Χωρίς να πάρει απάντηση, η γυναίκα σηκώνεται και φεύγει βιαστικά από τη σκηνή κρατώντας ένα άδειο ποτήρι. Ο νεαρός μένει μόνος του και μονολογεί σιγανά).

-Όχι μάνα, ο εφιάλτης δεν πέρασε. Το χρώμα μου είναι μελαμψό, η γλώσσα μου τους είναι άγνωστη και το βιβλίο μου είναι το Κοράνι. Έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας

(Ο νεαρός χαμηλώνει το κεφάλι του. Απ’ έξω ακούγεται σε ψαλμωδία το «Ω γλυκύ μου έαρ»).

Γολγοθάς

του Αργύρη Κόσκορου

© 2019 by Achilleas and Camilo