© 2019 by Achilleas and Camilo

Δέκα χιλιάρικα. Στην αρχή τόσα χρωστούσαν, έπειτα τόσα να μαζέψουν

και τώρα τόσα έλειπαν μέχρι τα εκατό. Εκατό και τέλος ,το ’χε πει η Κατρίνα.

Τα χρήματα χωρούσαν στην τσέπη του μπουφάν του Γιούρι.

«Δε θα μας ενοχλήσεις ως αύριο», είπε το κωλόπαιδο.

Οι φίλοι του χαζογελούσαν.

Παρτούζα θέλανε οι σκατόφλωροι, μια μπάτσα νιάναρα. Θα της κλάνανε.

Η Κατρίνα τον άγγιξε στον ώμο. Γόβες, δαντέλα, μουνάρα.

Ο Γιούρι έφυγε από το ξενοδοχείο.

Τον ξύπνησε το τηλέφωνο.

Ο ξενοδόχος φώναζε, ελληνικά και μπερδεμένα, ο Γιούρι έτρεξε.

Σε λεπτά ήταν στο δωμάτιο. Τα κωλόπαιδα καπνός.

Γόβες πεταμένες, δαντέλα σκισμένη. Εκείνη στο κρεβάτι, ανάσκελα.

Κάτω από τη λεκάνη της αίματα.

«Ανακοπή», είπε ένας τύπος.

Ο Γιούρι είχε ακόμα τα δέκα χιλιάρικα στο μπουφάν του.

Γιούρι και Κατρίνα

διήγημα του Αντώνη Πάσχου