© 2019 by Achilleas and Camilo

Ο Uwe είχε ξεπηδήσει από τα ερείπια του τείχους.  Θυμόταν αμυδρά, σαν όνειρο, τα πλάνα στην τηλεόραση που έδειχναν τις κίτρινες caterpillar να ρίχνουν τις πλάκες τσιμέντου που από την άλλη πλευρά είχαν φιλοτεχνηθεί με φανταχτερά και ασυνάρτητα γκράφιτι, καθώς το πλήθος ζητωκραύγαζε εκστασιασμένο. Το  σχολείο του, με το πέτρινο τραπέζι του πίνγκ-πόνγκ, είχε πλέον γίνει ελέκτρο-κλάμπ όπως άλλωστε και οι περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες της υποβαθμισμένης γειτονιάς του. Μόνο εκείνο το συνοικιακό καταγώγιο που ο πατέρας του πήγαινε κάθε βράδυ για να μπεκροπιεί πριν εκτονώσει τη βία στο παιδικό του κορμί έμεινε ίδιο και απαράλλαχτο να του ξύνει τις παλιές πληγές κάθε φορά που περνούσε από μπροστά του. Μέχρι που στην εφηβεία το κορμί του θέριεψε, του πατέρα του γέρασε και οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Κι ένα βράδυ επιστρέφοντας μεθυσμένος μάζεψε μια σιδερόβεργα απ’το δρόμο και του τσάκισε τα κόκαλα χωρίς λύπη και ενοχές.

Αποφυλακίστηκε λίγα χρόνια αργότερα, γνώρισε τη Franka και στριμώχτηκαν σε ένα δυάρι, εκεί όπου τέλειωνε το Neukoln και περνούσε η λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας που οδηγούσε στην έξοδο της πόλης. Πίνανε, κάνανε ενέσεις και πλακώνονταν στο ξύλο. Αυτή ήταν η ζωή τους, και όταν η τρέλα στράγγιζε τις ψυχές τους έπεφταν στο κρεβάτι και γαμιόντουσαν ή καλούσαν αντίστοιχα ανδρόγυνα για να γαμηθούν όλοι μαζί πάνω σε σεντόνια μεθυσμένα από αλκοόλ και τρύπια από καύτρες τσιγάρων.

Ένα βράδυ στη Silberstasse, βγαίνοντας από ένα μπαρ, την έπιασε απ’τον λαιμό κι εκείνη πίστεψε ότι θα την έπνιγε στ’ αλήθεια. Έμπηξε τα δόντια της βαθιά στον καρπό του και ελευθερώθηκε. Έτρεξε μακριά και χτύπησε το κουδούνι ενός κλαμπ ανταλλαγής συντρόφων λίγα στενά πιο κάτω, ήξερε την κοπέλα που δούλευε στο μπαρ και εκείνη την έβαλε μέσα αφήνοντας τον Uwe να τουρτουρίζει έξω στους μείον δέκα και να βλάστημα θεούς και δαίμονες χτυπώντας επίμονα το κουδούνι. Μέχρι που κάποια στιγμή βαρέθηκε και έφυγε…

Έβγαλε τα ρούχα της η Franka αφήνοντας πάνω της μόνο το μαύρο ακρυλικό στριγκάκι. Πέρασε στην ημιφωτισμένη σάλα με το φτηνό αποσμητικό και μέτρησε πέντε αρσενικά και δυο μεσόκοπες, ρυτιδιασμένες χοντροκώλες που έπιναν τζιν με τόνικ, κάθισε στην άκρη της μπάρας άναψε ένα από τα μακρουλά της slim davidoff και φύσηξε τον καπνό ψηλά. Διηγήθηκε στη φίλη της τον καβγά της με μια χροιά νικημένου ενθουσιασμού που άφηνε τη νοσηρή ρουτίνα της άσκοπης ζωής της να διαφανεί. «Άσε τις έγνοιες μωρό μου, διάλεξε έναν από όλους αυτούς τους σαλιάρηδες που σε κοιτούν και τρεχάτε να ξεσκιστείτε». Την ορμήνεψε εκείνη που δεν έδειχνε να βαριέται τη ζωή και τη δουλειά της λιγότερο.

Το σώμα της ήταν τσακισμένο από τα βάσανα και τις ουσίες αλλά κατάφερνε να διατηρεί το σφρίγος του, αν εξαιρούσες μόνο το στήθος της που οι ιστοί του είχαν ξεχειλώσει και είχε πέσει πρόωρα θυμίζοντας ζεύγος μαραμένων αχλαδιών. Μα τι σημασία είχε, και τι της απέμενε να χάσει φιλοξενώντας ένα απρόσωπο, πρησμένο καυλί στο ξυρισμένο και φρεσκοπλυμένο «γατάκι» της. Διάλεξε τον πιο απωθητικό απ’ όλους, έναν Τούρκο μετανάστη με τσιγκελωτό μουστάκι και μεγάλη τριχωτή κοιλιά που ανέδινε φτηνή κολόνια. Ήπιαν τα ποτά τους συντροφιά και αντάλλαξαν λίγες κουβέντες τυπικές και προσχηματικές.

Άνοιξε τα πόδια της ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι με τη φτηνή δερμάτινη επένδυση και υποδέχτηκε την ακανόνιστη σάρκινη μάζα του, νιώθοντας την να ξεφορτώνεται πάνω της όπως τα μπάζα οικοδομής σε κάποια κοντινή χωματερή. Τη γύρισε ύστερα στα τέσσερα και άρχισε να μπαινοβγαίνει στη μουσκεμένη σχισμή της με τα τοιχώματα της θεόρατης κοιλιάς του να χτυπάνε πάνω στην ένωση των γλουτών της, τόσο μικροσκοπικός της φάνηκε ο ποπός της μπροστά στον όγκο του που χαμογέλασε με τη σκέψη. Κι ύστερα τέλειωσε σχεδόν μαζί του.

Πήρε τη θέση της ξανά στη μπάρα και βάλθηκε να χαζολογάει με τη φίλη της και να απαντάει με απάθεια στις αδιάκριτες και πολύ προσωπικές ερωτήσεις με τις οποίες τη βομβάρδιζε.

Κατάπιε τα χύσια του;

«Ναι»

Του έδωσε κώλο;

«Όχι»

Τη στόλισε βρομόλογα και προσβολές;

« Μπόλικες»

 

Εγκατέλειψε το μπαρ με το χάραμα, την ώρα που η μπλε ηλεκτρική απόχρωση του ουρανού συνέπιπτε με το πρώτο νυσταγμένο μετρό. Στάθηκε στην κουπαστή της γέφυρας που ένωνε της δύο εισόδους της Hermanstrasse και σκέφτηκε φευγαλέα τον Uwe, τόσο φευγαλέα που η ανάμνηση του διαλύθηκε όπως το ακανόνιστο θάμπωμα της εκπνοής της στην ατμόσφαιρα. Μπήκε στο τρένο και κάθισε δίπλα στο παράθυρο γέρνοντας αποκαμωμένη το κεφάλι της στο τζάμι. Δεν είχε που να πάει. Απλά τράβηξε ανατολικά…

Franka και Uwe

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου