© 2019 by Achilleas and Camilo

Έκατσε πίσω από τον υπολογιστή του. Ήθελε να γράψει ένα διήγημα για τον διαγωνισμό που διοργάνωνε ένας από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της χώρας. Χρόνια τώρα πάλευε να γράψει κάτι ολοκληρωμένο, αλλά όλες του οι προσπάθειες μένανε μισές.

Είχε πάει σε αμέτρητα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, αλλά εκεί του μάθαιναν την γραφή, όχι την δημιουργία. Και αυτή η ριμάδα δεν διδασκόταν ούτε στο καλύτερο πανεπιστήμιο. « Βγαίνει από μέσα σου » συνήθιζε να λέει ο μακρυμάλλης καθηγητής που ήταν ο μόνος που συμπαθούσε. « Βγαίνει από μέσα σου. Σαν ένα χαλασμένο φαγητό » σκέφτηκε.

Αυτή ήταν άλλη μια νύχτα που ήθελε να το βγάλει από μέσα του, αλλά κάπου είχε γαντζωθεί καλά και δεν έβγαινε. Χαμογέλασε με αυτή τη σκέψη. Άναψε ένα τσιγάρο και χάζεψε την λευκή οθόνη του υπολογιστή. Η κάθετη παυλίτσα αναβόσβηνε περιμένοντας. Θα άναβε και αυτή τσιγάρο αν μπορούσε.

Πήγε στο ψυγείο να βάλει κάτι να πιεί, μπας και του έρθει η έμπνευση. Είχε μείνει λίγη ρακί σε ένα πλαστικό μπουκάλι. Την κατέβασε μονορούφι μα δεν του έφτανε. Δυο τρία μπουκάλια ουίσκι που είχε ήταν άδεια. Γιατί τα κράταγε άραγε; Ένα κονιάκ που είχε σουφρώσει από κάποια κηδεία είχε τελειώσει και αυτό. Μόνο κάποια λικέρ είχαν ξεμείνει, από κάποια ξενέρωτα πάρτι των γονιών του.

Γύρισε στον υπολογιστή. Η μικρή παυλίτσα τον περίμενε ακόμα. Άναψε άλλο ένα τσιγάρο και έβαλε να ακούσει μερικά τραγούδια.

Τζίφος. Έμεινε για λίγο αποχαυνωμένος στην οθόνη. Έπρεπε να γράψει κάτι, έστω μια παράγραφο, κάτι. Ξανασηκώθηκε και πήγε στη κουζίνα. Άνοιξε ένα λικέρ με γεύση πεπόνι και το δοκίμασε. Δεν ήταν άσχημο. Πήρε ένα ποτήρι από την κουζίνα. Δεν ήθελε να πίνει όρθιος σαν αλκοολικός. Το γέμισε μέχρι τη μέση και ξανακάθισε στον υπολογιστή του.

« Βγαίνει από μέσα σου » του ήρθαν πάλι τα λόγια του καθηγητή του.

Έψαξε στο ίντερνετ τ’ όνομα του. Γιώργος Πάρικος. Κρατικό βραβείο διηγήματος, καθηγητής σεμιναρίων δημιουργικής γραφής, τιμητικές πλακέτες από λογοτεχνικούς ομίλους και τα ρέστα. Έψαξε να βρει που μένει. Κατέβασε άλλο ένα ποτήρι λικέρ, άφησε τον υπολογιστή και την παυλίτσα του να περιμένουν και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Πήρε ένα σκούφο που είχε για τα χιόνια και ένα πιστόλι για φωτοβολίδες που κράταγε από μικρός. Έβαλε τα κλειδιά  και το πορτοφόλι στις τσέπες και βγήκε έξω απ’ το διαμέρισμα του στην Κυψέλη.

 

Ήταν μεσάνυχτα και δεν κυκλοφορούσε κανείς. Κατέβηκε στην Αχαρνών και σταμάτησε ένα ταξί.

« Ιπποκράτους 45 στο Νέο Ψυχικό » του είπε. Ο ταξιτζής προσπάθησε να του πιάσει κουβέντα αλλά εκείνος του το ξέκοψε. Πλήρωσε και κατέβηκε απ’ το ταξί.

Μπροστά του υψωνόταν μια τριώροφη πολυκατοικία με πυλωτή. Άνοιξε το πορτάκι της εισόδου και πήγε στην εξώπορτα. Χάιδεψε όλα τα κουδούνια με τον δείχτη ψάχνοντας . Γιώργος Πάρικος, όροφος τρίτος.

Εκείνη την ώρα έβγαινε ένας ένοικος. Του χαμογέλασε ψεύτικα και κράτησε την πόρτα ανοιχτή. Ανέβηκε στον τρίτο όροφο με τα πόδια. Δεν άναψε το φως. Τα μάτια του συνήθισαν το σκοτάδι και το μυαλό του το μέγεθος των σκαλοπατιών. Φόρεσε την μάσκα  και χτύπησε το κουδούνι.

« Ποιος είναι ;»  Ακούστηκε μια αγουροξυπνημένη φωνή μετά από πολλά χτυπήματα .

« Αστυνομία, δεχτήκαμε μια κλήση για περίεργους θορύβους και ήρθαμε να ελέγξουμε»  απάντησε εκείνος. Η ιδέα του είχε έρθει στο ταξί. Η πόρτα άνοιξε δειλά και εκείνος την κλώτσησε με τη μπότα του. Πριν προλάβει να  καταλάβει ο Γιώργος Πάρικος τι συμβαίνει, τον χτύπησε με τη λαβή του πιστολιού, αφήνοντας τον αναίσθητο.

 

 

                           *

« Γράφε, που να πάρει ο διάολος, γράφε »

.Ο Γιώργος Πάρικος μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται και ένιωθε κάτι να τον πιέζει στο πίσω μέρος του κεφαλιού του.

« Ποιος είσαι, τι θέλεις ;» είπε πιο πολύ παραξενευμένος παρά τρομαγμένος.

« Είμαι όποιος γουστάρω, και θέλω να γράψεις μια ιστορία ». άκουσε μια επιτηδευμένα βαριά φωνή να του απαντάει.

« Τι σκατά… » πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρόταση του, ο επισκέπτης τον χτύπησε δυνατά στην πλάτη.

« Εντάξει, εντάξει, ηρέμησε. Τι ιστορία ;» είπε κοφτά και ανήσυχα.

« Μια αστυνομική, ξέρω ‘γω; Γράψε μια απ’ αυτές που γράφεις και κερδίζεις τα γαμημένα τα βραβεία ». Η φωνή του τώρα δεν ήταν και τόσο βαριά. Αυτή η ειρωνεία τον πείραξε πιο πολύ και από την απειλή του όπλου.

« Αν γράψω την ιστορία θα με αφήσεις ήσυχο;» Ρώτησε ο Γιώργος Πάρικος, προσπαθώντας να βρει μια λογική σε αυτό το τσίρκο του παραλόγου.

 « Ναι, γράφε, έχεις τον λόγο μου ».

Ο Γιώργος Πάρικος έκατσε στην καρέκλα μπροστά από τον υπολογιστή .Τα φώτα ήταν σβηστά. Μόνο η οθόνη έριχνε λευκό φως σε όλο το δωμάτιο. Μέσα στο σκοτάδι δεν είχε καταφέρει να δει το πρόσωπό του απρόσκλητου επισκέπτη. Τρέμοντας άρχισε να χτυπάει τυχαία γράμματα στο  πληκτρολόγιο του.

« Γιατί το κάνεις αυτό ;» τον ρώτησε.

O μυστηριώδης άντρας δεν απάντησε.

« Δεν ξέρω τι θέλεις να γράψω ». είπε αυτή την φορά αγανακτισμένος.

« Μια αστυνομική ιστορία σου είπα. Για συγγραφέας δεν είσαι και πολύ έξυπνος ». Η φωνή του ακούστηκε απογοητευμένη . « Να βγει από μέσα σου» .

Αυτό το τελευταίο έβαλε τον Γιώργο Πάρικο σε σκέψεις. Ήταν μια φράση που χρησιμοποιούσε συχνά στα μαθήματα του.

 «Αν γυρίσεις την πλάτη σου, πέθανες. Που έχεις το ουίσκι;» Ρώτησε.

«Πίσω απ’ το μπαρ».  Είπε ο Γιώργος Πάρικος και του έδειξε με το χέρι ένα σημείο πίσω του.

Η πίεση στο κεφάλι του χάθηκε. Σκέφτηκε να ειδοποιήσει κάποιον .Το κινητό του ήταν στο κομοδίνο δίπλα απ’ το κρεβάτι και το ασύρματο του σπιτιού αρκετά μέτρα μακριά από το γραφείο. Αν έβρισκε έναν τρόπο να επικοινωνήσει από τον υπολογιστή του. Ίσως αν έστε…

« Γράφε, μην σταματάς. Δεν θα φάω όλη τη νύχτα εδώ » άκουσε τον άντρα από το βάθος, ενώ έψαχνε ανάμεσα στα μπουκάλια.

Ο Γιώργος Πάρικος σκέφτηκε ότι αν έγραφε μια ιστορία ίσως να τον ξεφορτωνόταν. Προσπάθησε να βάλει τον εαυτό του να σκεφτεί.

« Κρατικό βραβείο και αρχίδια » άκουσε μια φωνή να μουρμουρίζει.

Σαν να πείσμωσε , ξεκίνησε να γράφει. Ξέχασε για λίγο την αναπάντεχη επίσκεψη και άρχισε να ξετυλίγει μια ιστορία στον υπολογιστή . Ο επισκέπτης γύρισε στο γραφείο με δυο ποτήρια ουίσκι και άφησε το ένα στο γραφείο. Πήρε μια καρέκλα και έκατσε ακριβώς πίσω του.

Καιρό είχα να γράψω σκέφτηκε ο Γιώργος Πάρικος και κατέβασε με μια κίνηση το ουίσκι του. Σαν να το διασκέδαζε. Και μόνο στην σκέψη αυτή σταμάτησε νιώθοντας ένοχος. Τώρα τελευταία δεν είχε όρεξη και αυτά που έγραφε του φαίνονταν επιτηδευμένα και ματαιόδοξα. Ίσως να χρειαζόταν μια απειλή όπλου για να γράψει καλά, σκέφτηκε. Να τον προσλάμβανε να ερχόταν κάθε βράδυ και να τον απειλούσε μπας και έγραφε τίποτα τις προκοπής.

Ένιωσε αηδιασμένος με τον εαυτό του και αποφάσισε να σταματήσει τις ηλίθιες αυτές σκέψεις. Ας έγραφε κάτι να τελειώνει με αυτήν την υπόθεση. Την επόμενη μέρα θα πήγαινε στην αστυνομία να εξηγήσει αυτό το περίεργο περιστατικό. Θα άλλαζε κλειδαριά στην πόρτα και όλα θα ήταν όπως πρώτα.

 « Συνέχισε » φώναξε ο επισκέπτης. Σηκώθηκε και έφερε όλο το μπουκάλι ουίσκι. Του γέμισε κ εκείνου το ποτήρι.

«Δεν θέλουμε να ξεμείνεις από έμπνευση, έτσι δεν είναι;» είπε ειρωνικά.

Ο χρόνος περνούσε, ενώ μηχανικές λέξεις πλημμύριζαν τη λευκή οθόνη. Η νύχτα πήρε να χαράζει. Ο Γιώργος Πάρικος έβαλε και την τελευταία τελεία στο διήγημα. Τις εκτύπωσε και τις κοίταξε πάνω στο χαρτί. Ήταν ένα καλό διήγημα. Βασικά ήταν εξαιρετικό, σκέφτηκε αφού του έριξε μια γρήγορη ματιά.

« Τέλειωσα. Τι άλλο θες; Λεφτά; Έχω μέσα στο δωμάτιο » είπε αφηρημένος και γύρισε να κοιτάξει τον μυστηριώδη άντρα.

« Εσύ!» είπε έκπληκτος. Τον θυμήθηκε. Ήταν μαθητής του σε κάποιο από τα μαθήματα δημιουργικής γραφής που έκανε πριν πολλά χρόνια.

«Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό» , είπε ο επισκέπτης και τον σημάδευσε με το όπλο του.

Ο Γιώργος Πάρικος σήκωσε τα χέρια αυθόρμητα και προστάτευσε το πρόσωπο του.

«Μην το κάνεις αυτό, δεν θα πω τίποτα. Πάρε τις σελ…».

Ένας κρότος ακούστηκε και μια λάμψη έσπασε το σκοτάδι. Η φωτοβολίδα καρφώθηκε στο δεξί μάτι του Γιώργου Πάρικου ντύνοντας όλο το δωμάτιο με ένα εκτυφλωτικό κόκκινο. Οι κουρτίνες, ο καναπές, ο υπολογιστής όλα βάφτηκαν κόκκινα, μαζί και ο Γιώργος Πάρικος. Το μόνο που ακουγόταν πλέον ήταν ο θόρυβος της φωτοβολίδας που έμοιαζε με χορωδία φιδιών.

Ο επισκέπτης πήρε τις σελίδες του διηγήματος στα χέρια του. Το αίμα είχε πιτσιλίσει πολλά σημεία του χαρτιού αλλά μπορούσε να βγάλει νόημα. Το διάβασε βιαστικά, με το ποτήρι στο ένα χέρι. Ήπιε μια τελευταία γουλιά από το ποτό του και πήγε τα ποτήρια στο νεροχύτη.

Γύρισε στο σαλόνι και έριξε μια τελευταία ματιά στο πτώμα. Η φωτοβολίδα έσβηνε, και τα φίδια σώπαιναν.

« Τώρα θα γίνεις ακόμα πιο διάσημος » είπε.

Έξω ο ήλιος σκαρφάλωνε δειλά από την ανατολή.

Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.

 

                    *

 

Την επόμενη μέρα έκατσε στον υπολογιστή του και ξαναέγραψε το κείμενο. Δεν έκανε καμία διόρθωση. Στο τέλος μονάχα, κάτω δεξιά έγραψε τ’ όνομα του.

Αλέξανδρος Πετρόχειλος. Πόσο πολύ του πήγαινε;

 

Ένιωσε ικανοποίηση και μια γλυκιά ευχαρίστηση. Θα ένιωθε ακόμα μεγαλύτερη ευχαρίστηση αν κέρδιζε τον διαγωνισμό. Κάποτε έπρεπε να αναγνωριστεί το ταλέντο του, σκέφτηκε. Καιρός ήταν.

Φιλική επίσκεψη

του  Αλέξανδρου Πετρόχειλου