Μέρα. 
Μαγκανοπήγαδο. Από τη δουλειά στο σπίτι και από το σπίτι στη δουλειά. Μαγκανοπήγαδο. Μια αγγαρεία όλη και όλη και μάλιστα από αυτές που δεν σου δίνουν την παραμικρή επιβράβευση. Όχι, ούτε την παραμικρή. Λιώνεις στη δουλειά πάνω στο μαγκανοπήγαδο. Πιέζεις, τσακίζεις τη μέση σου. Μουλιάζεις στον ιδρώτα σου. Βλαστημάς την τύχη σου, το γάλα της μάνας σου, ό,τι τέλος πάντων έχεις ιερό. Και όταν ο κουβάς τελικά ανέβει, ποτέ δεν έχει νερό δροσερό, να πιεις, να ξεδιψάσεις, να ξεπλύνεις την ιδρωτίλα που έχει ξεραθεί πάνω σου. Όχι, μονάχα το κατακάθι, ο πάτος του κουβά έχει μια κάποια υγρασία, που είναι αρκετή μόνο για να αραιώσεις κάπως το σάλιο που έχει μετατραπεί σε ξινισμένη λάσπη που κολλάει στο στόμα σου. Ελάχιστο νεράκι, ίσα για να συντηρηθείς, να μη σκάσεις από την αφυδάτωση και να συνεχίσεις απρόσκοπτα να δουλεύεις πάνω κάτω τον κουβά. Και η ζωή συνεχίζεται. 
Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και αντικρίζω το χάος. Και ακόμη δεν έχω καταφέρει να κόψω τη συνήθεια να βασανίζω τον εαυτό μου με την ερώτηση τι έγινε, πώς ήρθα εγώ εδώ; Τι είναι αυτό που δεν μου δένει, που μου κάθεται στραβά; Τι είναι αυτό που κάνει εδώ τη ζωή να χάνει τη μοναδικότητά της και να γίνεται φτηνή και συνηθισμένη; Τι είναι αυτό που ξεφτιλίζει τον χρόνο που σου απομένει μέχρι να πεθάνεις και σου υποβιβάζει την αίσθηση των ετών σε εκείνη μηνών και κάνει τους μήνες να μοιάζουν με βδομάδες και κάνει τις εβδομάδες να μοιάζουν με μέρες; Μέρες πανομοιότυπες και εσύ πάντα βολοδέρνεις κατηφής και υπνωτισμένος, μέχρι που συνειδητοποιείς ότι δεν ξέρεις και εσύ πόσος καιρός πέρασε από τότε που έχεις να δεις ένα φιλικό πρόσωπο, να βγεις και να κυκλοφορήσεις σαν άνθρωπος, απλά για να το κάνεις, απλά για το κέφι σου, απαλλαγμένος από τις ανάγκες της δουλειάς και του σπιτιού, να νιώσεις ευτυχία, ή έστω μια προσωρινή ξενοιασιά. Και ότι κάπου στην πορεία τα τηλέφωνα αραίωσαν, οι γνωστοί λιγόστεψαν και ότι τελικά, στο διά ταύτα, κανείς δεν νοιάζεται πλέον για σένα. Και οι λίγοι που επιμένουν φαντάζουν και αυτοί το ίδιο και περισσότερο παγιδευμένοι, η επικοινωνία μαζί τους προκαλεί θλίψη και ακόμα χειρότερα, λύπηση. Γονείς και παλιοί φίλοι που δεν έχουν πλέον τίποτα καινούργιο να πουν και μόνιμη επωδός αυτών των καταθλιπτικών συνομιλιών είναι ένα σιχαμένο «όπως τα ξέρεις». Βρωμάνε πισωγύρισμα και στασιμότητα. Βρωμάνε θάνατο. Εγώ άραγε πώς να μυρίζω; 
Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Λες και δεν μου έφταναν τα προβλήματά μου, ήθελα και να μεγαλοπιαστώ. Και να σου τότε ο κάθε τυχάρπαστος, να φοράει τα μεγάλα τα χαμόγελα και να σου σκάει μύτη φάντης μπαστούνι με τις καθιερωμένες βλαμμένες γενικότητες. «Όλα θα πάνε καλά» και «δεν έχεις ανάγκη εσύ, είσαι καλός» και «αφού έχεις δυνατότητες, αξιοποίησέ τες, πήγαινε να κάνεις πράγματα για τη ζωή σου». Και να σου πιπιλάνε το μυαλό και να σε περικυκλώνουν με τις άχρηστες απόψεις τους όπου πας και ο χαλασμός να είναι τέτοιος που να μην μπορείς να ακούσεις τις σκέψεις σου. Και τελικά το κάνεις το μεγάλο βήμα. Και πατάς την μπανανόφλουδα και τρως τα μούτρα σου. Και όταν κοιτάζεις πίσω, όλοι έχουν εξαφανιστεί. Αυτοί και οι συμβουλές τους, αμφότερα σαν σμήνος από ενοχλητικά έντομα. Και δεν τους πετυχαίνεις ποτέ ξανά, γιατί πλέον ξέρουν ότι έχουν τη φωλιά τους λερωμένη και με το που σε βλέπουν από μακριά αλλάζουν πεζοδρόμιο. Καλοθελητές μιας χρήσεως. Περάστε, σκουπίστε τελειώσατε. 

Νύχτα 
Βρέχει πάλι. Οι στάλες είναι βρώμικες, απωθητικές. Λεκιάζουν τα ρούχα και λιγδώνουν τα μαλλιά. Η παγωνιά τους διαπερνά το σώμα, υποθάλπει και θεριεύει τον χειμώνα στην ψυχή. Και τρέχεις να κλειστείς στο σπίτι. Ό,τι θα έκανες δηλαδή έτσι κι αλλιώς, αλλά τώρα με μια επιπλέον αίσθηση επείγοντος και επιφανειακής ευγνωμοσύνης. Κουρνιάζεις στο σκοτεινό διαμέρισμα και ευχαριστείς την απομόνωση, το χτισμένο κλουβί σου, γιατί είναι τόσο προτιμότερο από το να είσαι έξω. Ώρες σαν και αυτές, οτιδήποτε είναι προτιμότερο από το να είσαι έξω στη βροχή. Την κοιτάς να παραμορφώνει τις λάμψεις από τα παράθυρα και παράξενες σκέψεις τρέχουν και παρέρχονται, σαν τα λιγοστά καπνισμένα και μουτζουρωμένα πουλιά που έδιωξε η θεομηνία. Η πόλη το βράδυ είναι διαφορετική. Κτίρια ψηλά, αμφιθεατρικά τοποθετημένα. Όσο προχωράνε προς τα μέσα, οι οροφές χαμηλώνουν. Και περικυκλώνουν μια θεόρατη κατασκευή, την ψηλότερη από όλες. Ατέλειωτοι γκρίζοι όροφοι σκαρφαλώνουν και μετουσιώνονται σε έναν απρόσωπο σύγχρονο πύργο της Βαβέλ. Το μέγεθος, η εγγύτητα αλλά και η απομόνωσή του, ένα ξένο σώμα φυτεμένο στα σπάργανα της πόλης, προκαλούν ίλιγγο. Κινούν άγνωστα νήματα μέσα σου και ενεργοποιούν ανεξήγητους μηχανισμούς. Οι σκέψεις σου, ένα κτήνος που κολυμπάει στη θάλασσα του ασυνείδητου, που ριγεί και συστρέφεται σε άγνωστα βάθη. Οι κινήσεις των υπόγειων ρευμάτων προκαλούν στην επιφάνεια αναταράξεις που μπορείς να αντιληφθείς. Παίρνουν μορφή ανησυχίας που δεν μπορείς να ερμηνεύσεις. Αλλά νιώθεις άβολα. Αστράφτει. Ο κεραυνός πέφτει στον πύργο, στην ψηλότερή του κορυφή. Η φιγούρα του, ένας μαύρος όγκος τιτάνιος στο στιγμιαία φωτισμένο τοπίο. Και μετά κρύβεται ξανά στο σκοτάδι και στα ατέλειωτα μικροσκοπικά κίτρινα φώτα. 

Η ανάσα θολώνει το τζάμι. Και μέσα στη θολούρα βλέπω μια άλλη πόλη, τρομερή και άχρονη. Τείχη κυκλώπεια περιστοιχίζουν κυκλοτερώς την καρδιά της. Και από εκεί, από τα μεγαλύτερα ύψη, διαχέεται μια αφόρητη εντύπωση συνεχόμενης επίβλεψης αλλά και επιβολής. Τα κτίρια είναι άδεια, οι τρύπες που οδηγούν στο εσωτερικό τους δεν φιλοξενούν ζωή. Είμαστε πολλοί εκεί, αλλά και δεν είμαστε. Είμαστε ο απόηχος από σκιές που άφησαν πίσω τους οι κάτοικοι που υπήρξαν κάποτε. Ξεμείναμε, και σε κάθε παγωμένη στιγμή ξεθωριάζουμε και περιμένουμε, θεατές σε μια ουτοπία που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, αλλά τη φοβόμαστε. Γιατί η πόλη αυτή, η τόσο ίδια και τόσο διαφορετική από τον μοντέρνο επίγονό της, δεν είναι τελείως άδεια. Μια μοναχική παρουσία βασιλεύει κρυμμένη στο νεκρό τοπίο, ανθίζει, ξεδιπλώνεται και προβάλλει από αθέατα βάθη, σκαρφαλώνει στην ψηλότερη κορυφή και από εκεί πηδάει στο κενό, αιωρείται και πλανιέται στην επικράτειά της. Την εξερευνεί, την εποπτεύει, την εξουσιάζει. 
Κάτι παράξενο βρίσκεται εκεί έξω. 

Μέρα 
Ξέρεις τι είναι η μοναξιά; Μου είναι πιο εύκολο να σου πω τι δεν είναι. Σίγουρα δεν είναι αυτό που ο περισσότερος κόσμος σκέφτεται όταν ακούει αυτή τη λέξη. Μοναξιά δεν είναι η μελαγχολία στα αμυγδαλωτά μάτια του κοριτσιού που κλαίει. Δεν υπάρχει αληθινή μοναξιά στην πονεμένη ελεγεία και στον δακρύβρεχτο έρωτα του καλλιτέχνη. Η αληθινή μοναξιά δεν έχει αντικείμενο, γιατί ακόμη και μια φαντασιακή επαφή δεν παύει να είναι κάποιου είδους συντροφιά. Η μοναξιά έχει μονάχα υποκείμενο και αυτό είσαι πάντα εσύ. Είναι ένα δάχτυλο που επίμονα, νυχθημερόν, σε δείχνει και σε στιγματίζει. Είναι όλα αυτά τα μέσα σου που συσσωρεύτηκαν αλλά ποτέ δεν βρήκαν δέκτη και σε πνίγουν. Η μοναξιά δεν τραγουδιέται, δεν εκφράζεται, δεν περιγράφεται. Είναι μια από χρόνια γνωστή σου, τρελή και αποκρουστική, που σε χαιρετά στον δρόμο και κάνεις ότι δεν την είδες, προσπερνάς γρήγορα παριστάνοντας τον ανήξερο, λούζεσαι στην ενοχή, αλλά ντρέπεσαι να σε δουν να νταραβερίζεσαι μαζί της. Είναι μια αρρώστια που κουβαλάς μέχρι τα βάθη της ψυχής σου. Κυλάει στο αίμα, αναδίδεται από τους πόρους του δέρματός, ξεφεύγει στη ματιά και σε προδίδει στους άλλους. Η αίσθησή της είναι κάτι αρχέγονο, θεμελιώδες, το πιο καλά κρυμμένο μυστήριο της χαλεπής ύπαρξής μας και συνάμα το πιο δυστονικό σε αυτήν. Ό,τι πιο κοντινό μπορώ να δώσω σε ορισμό είναι αυτό: Μοναξιά είναι αυτό που νιώθεις κοιτάζοντας τον φωταγωγό. 

Νύχτα 
Κάτι παράξενο βρίσκεται εκεί έξω. 
Βρέχει ξανά. Πίσω από την κλειστή μπαλκονόπορτα, μερικές φορές η ματιά δεν βρίσκει κάποιο συγκεκριμένο σημείο να εστιάσει, απλώνεται στη γενικότερη εικόνα και αποκαλύπτει ένα καλειδοσκόπιο: μέσα στο σκοτάδι, οι λάμψεις απέναντι, μικρές σαν το κεφάλι της καρφίτσας, αναλύονται στις στάλες και γίνονται φωτεινά πολύγωνα που λεκιάζουν το οπτικό πεδίο. Η αστραπή θα χτυπήσει ξανά την απόμακρη αετοφωλιά που αιωρείται στα σύννεφα. Ο σκοτεινός όγκος ξεπροβάλει, υπενθυμίζοντας την ύπαρξή του. Κάτι στην κορυφή του κινείται, παίρνει φόρα και πέφτει στο κενό. Πιάνεται από τις υγρές προεξοχές, σκαρφαλώνει σε υδρορροές και κάγκελα που στάζουν. Τρέχει κάθετα στους τοίχους, περνάει πάνω από τζαμαρίες και κλειστά πατζούρια που τρίζουν και χτυπούν στον αέρα, σαρώνει αποστάσεις. 

Κάτι παράξενο βρίσκεται εκεί έξω. Και έρχεται εδώ. Δεν ξέρω αν θέλω να το δω. Θα πέσω για ύπνο. 
Το υπνοδωμάτιο θυμίζει το εσωτερικό ενός οφθαλμού που κουρνιάζει γύρω από έναν φακό που κοιτάει στο πουθενά, το παράθυρο. Κρύβομαι σκεπασμένος στα σεντόνια μου, αλλά δεν μπορώ να μην κοιτάξω. Άστραψε ξανά. Φευγαλέα, σχεδόν σαν από ατύχημα, είδα το πρόσωπό της. 

Μέρα 
Τι μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος ανά πάσα στιγμή; Μάλλον τα πάντα και τίποτα. Πολλές, αμέτρητες σκέψεις, μισοψημένες, ξεκάρφωτες και ορφανές. Και άπαξ και δεν έχεις κάποιον για να τις μοιραστείς, γιατί να μπεις στον κόπο να τις ολοκληρώσεις; Βέβαια, συνειδητά κανείς δεν σκέφτεται έτσι. Αλλά ο οργανισμός ξέρει. Και φροντίζει για αυτά τα πράγματα. Από την άλλη όμως, το μυαλό είναι από τη φύση του προγραμματισμένο να ξεφουρνίζει συνέχεια υλικό, να δουλεύει εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο σαν γκαστρωμένη κατσαρίδα που με φρενίτιδα ξαμολάει αυγά όπου βρει. Και έτσι αυτό το δίπολο, αφενός η έλλειψη ζήτησης και αφετέρου η εξ ορισμού συνεχής και κατακλυσμιαία προσφορά υλικού, λύνεται τελικά ως εξής: η σκέψη μουδιάζει και αναλώνεται σε μια ατέρμονη γκρίνια χωρίς αρχή μέση και τέλος και σε μισοτελειωμένες προτάσεις, ασαφείς έννοιες και ανάξια λόγου θραύσματα, που τελικά αναπόφευκτα ξεχνιούνται. Και όλο αυτό επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται. Η ερώτηση «τι σκέφτεσαι;» είναι η πιο ανόητη που μπορεί να κάνει κανείς. Επειδή η απάντηση, η αληθινή απάντηση, είναι πάντα η ίδια. Τα πάντα και τίποτα. Έτσι και σήμερα. Μια από τα ίδια. Όπως τα ξέρεις. Δεν έχω τίποτα άλλο να πω. 
Αναρωτιέμαι αν θα την ξαναδώ σήμερα. Δεν μπορώ να τη βγάλω από το μυαλό μου. 

Νύχτα 
Αν προσέξεις καλά, αν ξέρεις ακριβώς το πού και πότε και δεν τολμήσεις εκείνες τις στιγμές ούτε να βλεφαρίσεις, τη βλέπεις. Χτες την είδα από τύχη. Ή μήπως όχι; Όπως και να έχει είναι εκεί, πιστή στη μεταμεσονύχτια ρουτίνα της. Η οροφή του κτιρίου είναι ψηλότερη, πολύ ψηλότερη από το σημείο παρατήρησής μου. Συνεπώς, δεν μπορώ να ξέρω πού μπορεί να βρισκόταν πιο πριν και τι έκανε, ή το πώς βρέθηκε στην κορυφή. Αν και η αντίστοιχή της παρουσία σε εκείνη την άλλη πόλη, έξω από τον χρόνο, αυτήν που αποκαλύπτεται κάποιες φορές όταν η πνοή μου θολώνει το τζάμι… τέλος πάντων. Δεν είναι ώρα για υποθέσεις. 
Ο κεραυνός πέφτει και εκείνη ξεπροβάλει στο κράσπεδο. Ένα μικροσκοπικό σημάδι στην απεραντοσύνη του νυχτερινού τοπίου. Νομίζω είναι γυμνή. Για λίγες στιγμές ατενίζει τα πάντα και τίποτα, επιθεωρεί το βασίλειό της. Και μετά πηδάει στο κενό. Και διασχίζει το σκοτάδι με ασύλληπτες ταχύτητες, τρέχει, σκαρφαλώνει. Από μέσα προς τα έξω και στη συνέχεια στις προσόψεις των κτιρίων που απαρτίζουν την υπερυψωμένη περιφέρεια της πόλης. Και μετά, τίποτα. Χάνεται από το περιορισμένο οπτικό πεδίο που μου προσφέρει η τζαμαρία της μπαλκονόπορτας. Βγαίνω έξω, το κρύο με περονιάζει, η βροχή με μουσκεύει ολοσχερώς σαν να προσπαθεί συνειδητά να την κρύψει, να τη στερήσει από εμένα. Οι στιγμές της αναμονής είναι λαχτάρα και αδημονία, είναι περιέργεια, αμηχανία και αγωνία ηλεκτρισμένη. Λίγη ώρα μετά και ακόμα κανένα αποτέλεσμα. Μπαίνω στο σπίτι και κλείνω την πόρτα πίσω μου απογοητευμένος. Λίμνες λασπωμένου νερού σχηματίζονται στα πλακάκια του σαλονιού. Σκέφτομαι αφηρημένα πως αύριο θα πρέπει να σφουγγαρίσω μόλις γυρίσω από τη δουλειά. 
Αλλά δεν έχω ησυχία. Ο ύπνος δεν με δέχεται. Η σκέψη της έχει μετουσιωθεί σε έξαψη και υπερένταση. Βασανιστική υπερένταση. Και ανεξέλεγκτο ερεθισμό. Νιώθω το δέρμα μου υπερευαίσθητο και το πέος μου πρησμένο όσο ποτέ άλλοτε. Ο περιορισμός του εσώρουχου μού προκαλεί δυσφορία. Το βγάζω και σηκώνομαι από το κρεβάτι. Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη. Το σώμα μου δείχνει παράξενο, σαν να ανήκει σε μια διαφορετική, εγγύτερη πραγματικότητα σε σχέση με την αντανάκλαση του σκοτεινού δωματίου που περισσότερο μοιάζει με κομμάτι από όνειρο που ξεθωριάζει και χάνει τις λεπτομέρειές του. Η ομοβροντία των αισθήσεων είναι ανυπόφορη. Το χέρι μου χαμηλώνει, ζητώντας να ανακουφίσει την ένταση της στιγμής. Και συναντά ένα άλλο χέρι που ξεπροβάλει από πίσω μου και τυλίγει μακριά και λεπτά γυναικεία δάχτυλα γύρω από το ορθωμένο όργανο. 

***

Είναι απερίγραπτη. Μπορείς να φανταστείς ένα πρόσωπο ιδεατό, με τα αρτιότερα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να υπάρξουν; Ένα τέτοιο πρόσωπο, χωρίς την παραμικρή ατέλεια, θα έχανε την ανθρώπινη φύση του. Δεν θα γινόταν να ανήκει σε κανονικό άνθρωπο. Η τελειότητά του θα ήταν από ένα σημείο και μετά αφύσικη, δυσθεώρητη. Μπορείς να φανταστείς το σώμα μιας θεάς; Δεν μπορώ να την περιγράψω αλλιώς. Έχει το χρώμα του φορτισμένου σύννεφου που εγκυμονεί την αστραπή, αμέτρητες αποχρώσεις από σκοτεινές σκιές που φωσφορίζουν. Είναι ψηλότερή μου, αν και νομίζω ότι το ύψος δεν αποτελεί σταθερή παράμετρο για εκείνη, αλλά περισσότερο κάτι σχετικό και μεταβαλλόμενο. Τα μαλλιά της, ένα κομμάτι της νύχτας, πέφτουν στους ώμους μου σαν μεταξωτό μαντήλι. Με το άλλο της χέρι κλειδώνει το κεφάλι μου ευθεία μπροστά. Θέλει να δω όλη τη σκηνή μέσα από τον καθρέφτη, να μη χάσω ούτε στιγμή της. Σαρκώδη χείλη, μαύρα και γυαλιστερά φιλούν το λαιμό μου, σκαρφαλώνουν στο αυτί, δαγκώνουν το λοβό του. Ξεσηκώνουν ένα ξέφρενο ανατρίχιασμα που μοιάζει με ηλεκτροπληξία και με μουδιάζει, σχεδόν με παραλύει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Το ελεύθερο χέρι της παλινδρομεί, σφίγγει και στρίβει ελαφρά. Με φιλά στο στόμα και τότε χάνω και το παραμικρό ίχνος αυτοσυγκράτησης. 
Λένε ότι στους πυγμάχους το πρώτο πράγμα που τους κόβεται είναι τα γόνατα. Σωριάζομαι στο πάτωμα, δίδυμες στρογγυλές εστίες παγωνιάς εκεί που χτυπάνε με γδούπο. Πόνος και χάσιμο της ισορροπίας. Οι δυο παγωμένες εστίες γίνονται τέσσερις, μαζί με εκείνες κάτω από τα χέρια μου. Πεσμένος στα τέσσερα μπροστά της, σαν προσκυνητής. Σκέφτομαι ότι ίσως να είναι και αυτό μια εκδήλωση της φυσικής τάξης των πραγμάτων. Το προσκύνημα, ο φόρος τιμής από μια κατώτερη προς μια ανώτερη ύπαρξη. Αλλά εκείνη δεν είναι πια εκεί. Ξαπλώνω εξουθενωμένος και μουδιασμένος στο πάτωμα, λαχανιάζω μέχρι να ξαναβρεί η αναπνοή μου κανονικό ρυθμό και να καταλαγιάσουν οι σπασμοί μου. 

Μέρα 
Κρυώνω. Και περιμένω να νυχτώσει. Περιμένω να έρθει εκείνη. Σκέφτομαι ότι ίσως τελικά η καταγραφή της μέρας να μην έχει πλέον τη σημασία που είχε. Σαν να στερείται νοήματος, ή λόγου ύπαρξης. Στο κάτω-κάτω ανέκαθεν αναμονή ήταν. Για την επόμενη ίδια μέρα, για μια βελτίωση των πραγμάτων και τώρα… για τη νυχτερινή της επίσκεψη; Όλα ήταν προσμονή και ανομολόγητες ευχές για την έλευση ενός άγνωστου και θαυμαστού που θα αλλάξει τα πάντα. Ίσως να περίμενα εκείνη όλη μου τη ζωή και απλά να μην το γνώριζα μέχρι τώρα. Σήμερα δεν πήγα στη δουλειά. Στα κομμάτια να πάει το μαγκανοπήγαδο. 

Νύχτα 
Με έχει κλειδωμένο σε μια μέγγενη από χέρια από την οποία δε μπορώ να αποδράσω. Και είναι όλη μαλλιά που ξεγελούν και περιδιαβαίνουν, πρόστυχη, ξεδιάντροπη γλώσσα, χείλη σκοτεινά, αχόρταγα φιλιά, νύχια που γρατζουνάνε και δάχτυλα που γλιστράνε παντού, εξερευνούν, αποκαλύπτουν και ξεσηκώνουν. Καθηλωμένος μπροστά στον καθρέφτη, σταυρωμένος πάνω στο κορμί της. Και δεν μου μίλησε ποτέ, δεν με κοίταξε καν καταπρόσωπο καθ’ όλη τη διάρκεια της νυχτερινής της παράστασης. Θέλει να είμαι παθητικός και μόνο θεατής, να κοιτάζω μέσα από την αντανάκλαση σαν να μην είμαι κομμάτι της πραγματικότητας που ξεδιπλώνεται, σαν να είμαι κάτι ουδέτερο, αποστασιοποιημένο και άνευ σημασίας. Τα χάδια της δεν έχουν στοργή, ούτε νοιάξιμο. Μοιάζουν περισσότερο με κινήσεις αρπαχτικού που παίζει με το θήραμά του, ένα παιχνίδι που το γνωρίζει εκ φύσεως και της προσφέρει μια ανερμήνευτη σε μένα ευχαρίστηση. Την αίσθηση της κυριαρχίας ενός ανώτερου; Ίσως. 
Η λαβή της χαλαρώνει στιγμιαία. Τα δάχτυλά μου απελευθερώνονται σε ένα ελάχιστο εύρος κίνησης που όμως αρκεί για να ψηλαφίσουν το σκιερό αλάβαστρο του κορμιού της, να ακολουθήσουν τις λείες καμπύλες, να βρουν τον δρόμο που οδηγεί ανάμεσα στα πόδια της και να βυθιστούν στην υγρασία της. Εκείνη κοιτά μέσα από το γυαλί. Και πίσω από τα μάτια της αντικρίζω με τρόμο να κατοικεί κάτι εκ βάθρων διαφορετικό, κάτι που δεν μπορώ με τίποτα να κατανοήσω, ή έστω να συσχετιστώ στοιχειωδώς μαζί του. 
Τελειώνω με τα δάχτυλά μου μέσα της και με τα δικά της τυλιγμένα γύρω μου. Και πριν το καταλάβω, εκείνη έχει εξαφανιστεί ξανά. Όμως αυτή τη φορά η ερωτική μας πράξη δεν ήταν αυστηρά μονόδρομη. Πήρα κάτι από εκείνη. Διέπραξα την ιεροσυλία να αγγίξω μέσα της, στο κομμάτι εκείνο που δεν φαίνεται, στο μυστικό πίσω από τα μυστικά της. Ή (αν τολμήσω να αισιοδοξήσω) μπορεί και εκείνη μέχρι ενός σημείου να μου το επέτρεψε. Μπορεί τελικά η ιεροσυλία μου να μην ήταν και τόσο αυθόρμητη. 

Μέρα 
Μπορεί να αγαπήσει μια θεά; Ή έστω, για να θέσω το ερώτημα σε μια λιγάκι πιο ρεαλιστική βάση: μπορεί μια ανώτερη ύπαρξη να αναπτύξει συναισθήματα για μια σαφέστατα κατώτερη της; Η απάντηση είναι προφανής και η ερώτηση a priori γελοία: φυσικά όχι. Μπορείς, λόγου χάρη, να αγαπήσεις μια κατσαρίδα; Μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις για το κέφι σου, ίσως για να περάσεις την ώρα σου, καθοδηγούμενος από βαρεμάρα ή από νοσηρή περιέργεια. Να τσακίσεις το κορμί της για να παρατηρήσεις τις προθανάτιες συσπάσεις. Να ξεριζώσεις τις κεραίες και τα πόδια ένα-ένα για να δεις την αντίδρασή της. Να μετρήσεις πόσες διαδοχικές συνθλίψεις θα χρειαστούν για να σακατέψεις το σώμα της τόσο ώστε να εγκαταλείψει ακόμα και το τελευταίο ενστικτώδες τίναγμα. 
Μου λείπουν δυο δάχτυλα. Εκείνα που μπήκαν και εξερεύνησαν μέσα της. Παρατηρώ το κολόβωμα του μέσου και του παράμεσου στο χέρι μου. Αν υπήρξε ποτέ τραύμα, έχει θεραπευτεί εξαιρετικά. Ελάχιστα σημάδια, μόλις ένας ήπιος αποχρωματισμός, μαρτυρούν την πληγή μου. Είναι σαν να γεννήθηκα με αυτή την απώλεια, ή σαν να έχασα τα δάχτυλά μου σε μια πολύ μακρινή στιγμή στο παρελθόν. Για να είμαι ειλικρινής, δεν με πολυπειράζει. Κάτι που ανήκει στη φυσική τάξη των πραγμάτων, όσο αποτρόπαιο και αν είναι, φαντάζει τελικά σε ένα βαθιά υποσυνείδητο επίπεδο σαν μία φυσιολογική και αποδεκτή κατάσταση. Η Φύση είναι αμείλικτη. Σκληρή. Απάνθρωπη. Επικρατεί ο νόμος του ισχυρότερου, το μεγάλο ψάρι πάντα τρώει το μικρό. Και αυτό είναι κάτι που δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα, ίσως επειδή κατά βάθος δεν θέλουμε να κάνουμε κάτι για αυτό. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και εδώ. Τα δάχτυλά μου διέπραξαν μια ιεροσυλία, ένα είδος ύβρης, προσπάθησαν να διεκδικήσουν κάτι που δεν τους ανήκει. Και τώρα είναι δικά της. 

Νύχτα 
Με έριξε στο πάτωμα, κάθισε πάνω μου, με κλείδωσε ανάμεσα στα πόδια της. Με έβαλε μέσα της. Δεν μου επέτρεψε την παραμικρή κίνηση, ούτε μια πρωτοβουλία. Και ήταν σαν να με έκοψε, να ξεχώρισε τα κομμάτια μου και να με συναρμολόγησε ξανά. Βυθισμένος και κλεισμένος στο σώμα της, αμάρτησα και πάλι. Με το αρτιμελές μου χέρι της χάιδεψα το πρόσωπο, το πέρασα στα μαλλιά της, μια αιθέρια μαύρη κουρτίνα ξεχύθηκε μέχρι τον ώμο μου. Προσπάθησα μάταια να τη φέρω λίγο πιο κοντά μου. Ήταν η μοναδική νότα διαφοροποίησης στο κατά βάση μοναχικό, εγωπαθές της ερωτοτρόπημα, η μοναδική κίνηση που θα μπορούσε ίσως να μετουσιώσει την αφύσικη σαρκική μας επαφή σε ερωτική πράξη. Αναλύθηκα μέσα της. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, εκείνη είχε φύγει. 

Μέρα 
Αναρωτιέμαι γιατί δεν μου πήρε ακόμη το πέος, το κομμάτι μου που μπήκε μέσα της και εξερεύνησε την απάνθρωπη θηλυκότητα της. Ίσως κάτι τέτοιο να την ευχαριστεί, να παρατείνει προσωρινά το ερωτικό μας παιχνίδι από το οποίο δείχνει να αντλεί μια… διασκέδαση; Σίγουρα όχι οργασμό. Ο μόνος που τελειώνει είμαι εγώ. Πάντα εγώ. Και τότε είναι σαν εκείνη να παίρνει αυτό που ζητά και μετά χάνεται στη νύχτα. Το ψηλαφώ με το σακατεμένο μου χέρι, ψάχνω πάνω μου κάποιο παραμικρό ίχνος δικό της, αλλά δεν βρίσκω. 
Πήρε το χέρι μου. Εκείνο που προσπάθησε να τη φέρει πιο κοντά. Από τον ώμο και κάτω δεν έχει μείνει τίποτα. Μια πλήρως επουλωθείσα πληγή και φριχτοί πόνοι που με ξαπλώνουν στο κρεβάτι. Ήπια ό,τι βρήκα σε παυσίπονα και κατάφερα να ξεγελάσω ελάχιστα το μέλος φάντασμα που διαμαρτύρεται και θρηνεί. Όμως ο πόνος είναι εκεί. Είναι η αναμονή, το βασανιστικό περίμενε μέχρι να την ξαναδώ. Ο πόνος της καρδιάς δεν περνάει με παυσίπονα, ούτε με ναρκωτικά. 

Νύχτα 
Ξάπλωσε ανάσκελα και με έφερε πάνω της. Τύλιξε τα πόδια της γύρω από τα δικά μου. Με βάζει μέσα της, με χρησιμοποιεί και δεν με αφήνει να την πλησιάσω. Κοιτάζω από μακριά το πρόσωπο, τα ψυχρά ανέκφραστα μάτια, τα χέρια που με σφίγγουν αλλά και με κρατάνε σε απόσταση. Η Θεά απλώνεται από κάτω μου και μου αποκαλύπτεται πανοραμικά. Με περιέργεια διαπιστώνω ότι μου επιτρέπει να καταρρεύσω πάνω της. Νομίζω ότι έκλαψα στην αγκαλιά της. Όταν συνήλθα, τα δάκρυα μου στέγνωναν στο παγωμένο πάτωμα. 

Μέρα 
Χωρίς πόδια. Περιφέρομαι στο σπίτι σαν διαμελισμένος αστακός, με ένα λειψό χέρι πασχίζω να καλύψω τις ανάγκες μου. Ακόμα και η πλέον ασήμαντη λειτουργία είναι ολάκερο βουνό που πρέπει να σκαρφαλώσω. Φαντάζομαι ότι μοιάζω με παραπεταμένο σεξουαλικό όργανο, απεχθές και γεμάτο κολοβώματα αλλά που μια διαστροφική περιέργεια ή βαρεμάρα το κρατάει ακόμα κρυμμένο και σε επιφυλακή, για να καλύψει ίσως κάποια απρόβλεπτη ανάγκη. Δεν φτάνω να κοιταχτώ στον καθρέφτη. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Όμως, κοιτάζοντας από χαμηλά την μπαλκονόπορτα, η θέα απογοητεύει. Η ψηλότερη κορυφή φαντάζει ακόμη πιο απόμακρη. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα εκείνη θα σταθεί γυμνή και μεγαλόπρεπη στο κράσπεδο για να καμαρώσει την επικράτειά της. Και εγώ δεν θα μπορώ να τη δω. Μπορώ μονάχα να προσευχηθώ για τον ερχομό της. 

Από εδώ και στο εξής 
Στο μέσο της νύχτας ένα θαύμα συντελείται, ξεδιπλώνεται, ανθίζει στη μυστική καρδιά της πόλης. Στα πιο βαθιά υπόγεια, ριζωμένη στα θεμέλια του ψηλότερου πύργου, αναρριγεί μια θάλασσα κατακερματισμένης ανατομίας. Χέρια και πόδια, αποσυναρμολογημένοι κορμοί, γεννητικά όργανα, τρεμουλιάζουν με μια δική τους σπασμωδική, ενστικτώδη ζωή. Και από μέσα τους ξεπροβάλλει εκείνη, εξυψώνεται σαν αναδυόμενη Αφροδίτη. Μέλη χλωμά και κάθε λογής κομμάτια πασχίζουν να τη θωπεύσουν, ανατριχιάζουν στην παρουσία της, γίνονται όλα μαζί μια μάζα που κοχλάζει στο άγγιγμά της. 
Η Θεά αναρριχάται στις σκιές, σαρώνει το σκοτάδι, σκαρφαλώνει σε πυρετικά ύψη. Βγαίνει στην πιο ψηλή κορυφή και αγναντεύει τον ορίζοντα της πόλης. Η ματιά της σχίζει τη νύχτα μέχρι πέρα μακριά. Πλανιέται στους μαγεμένους αυτοκινητόδρομους, αντικρίζει τα μυστήρια των πολυώροφων παρκινγκ, των εγκαταλειμμένων ξενοδοχείων, των κλειστών σουπερ μάρκετ. Αναγνωρίζει και προσπερνάει σαν αυτονόητους τους δεσμούς των χτισμένων δομών με την κοινή λογική των πετρωμάτων. Και κάθεται στον θρόνο της. Εκεί που περιμένουμε όλοι, προσκυνητές ταπεινοί και εκτεθειμένοι, τη νυχτερινή της επίσκεψη. Ασώματες κεφαλές τοποθετημένες σε σωρό που διαμορφώθηκε σε κάθισμα. Αναπαύεται με ηδυπάθεια. Οι γλώσσες αφήνουν ασημένια ίχνη στο κορμί της, χείλη πασχίζουν να φιλήσουν, μάτια συστρέφονται για να την αντικρίσουν. Είναι ερεθισμένη. Βρέχει ξανά. Χαϊδεύεται και αντικρίζει τα φωτισμένα παράθυρα απέναντι. Οι παρουσίες πίσω τους είναι πολλές, αλλά υπάρχουν και ταυτόχρονα δεν υπάρχουν. Είναι ο απόηχος από σκιές που άφησαν πίσω τους οι άνθρωποι που ήταν κάποτε. Ξέμειναν και μέρα με τη μέρα ξεθωριάζουν και περιμένουν, θεατές σε μια ουτοπία που δεν μπορούν να κατανοήσουν αλλά τη φοβούνται. Η έξαψή της φουντώνει. Ο οργασμός της είναι ο κεραυνός που τραντάζει τη νύχτα. Και έπειτα σηκώνεται. Κάποιες φορές οι φτέρνες της τσακίζουν ένα πρόσωπο, μια γλώσσα που την αποζητά, αλλά εκείνη δεν δίνει σημασία. Σκέφτομαι ότι θα πρόσθετε μια πιο ρομαντική νότα, αν μαζί με τα κεφάλια στοίβαζε στον θρόνο της και τις καρδιές μας, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι του τύπου της. Η Θεά αποδέχεται τις εκδηλώσεις λατρείας, τα χάδια και τα φιλιά μας με αδιαφορία. Εποπτεύει από το κράσπεδο την επικράτειά της. Και μετά πηδάει στο κενό και χάνεται στη νύχτα.

Femme fatale

του Γιώργου Λαγκώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo