Ο ομάδα κερδίζει με 1-0 με γκολάρα και ο κόσμος στις εξέδρες τραγουδά, o διαιτητής σφυρίζει, ο αγώνας τελειώνει. Κάνω μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο μου και σκέφτομαι την ασυνήθιστη χρονιά για την ομάδα μας, την διοίκηση, τους παίχτες που παίζουν πάνω από τις δυνατότητές τους. Η ομάδα αποτελείται από ποδοσφαιριστές από τις ακαδημίες και άλλους πιο ώριμους επαγγελματίες που θέλουν να κάνουν όνομα για να κάνουν το επόμενο βήμα στην καριέρας τους. Ένας φίλαθλος από πίσω μου διαμαρτύρεται για τη σύνθεση της ομάδας. Δεν τους καταλαβαίνω καθόλου, ο προπονητής και οι παίχτες δεν θέλουν να κερδίσουν; να γίνουν τα πρόσωπα της ημέρας, άσε που η ομάδα παίζει καλά. 


Πιστεύω πως το γήπεδο είναι διασκέδαση, πρέπει να ρουφάμε κάθε στιγμή του, το ποδόσφαιρο είναι το άθλημα που όλα συμβαίνουν, ο Δαυίδ κερδίζει το Γολιάθ, μια ενέργεια μπορεί να καθηλώσει, το κλάμα ενός ποδοσφαιριστή, η φωνή ενός φιλάθλου. Δε μετράει μόνο το μπάτζετ αλλά και το σύνολο των παικτών. Αυτή η συγκίνηση μόνο σε αυτό εδώ το άθλημα υπάρχει.


Από τα μεγάφωνα ανακοινώνεται για ακόμη μια φορά ότι οι συρμοί του ΗΣΑΠ δεν θα πραγματοποιούν όλες τις προγραμματισμένες στάσεις τους για λόγους ασφαλείας. Θυμήθηκα, η αντίπαλος παίζει στη Ριζούπολη στις 19:00, τώρα η ώρα είναι 18:00 παρά, μπορεί να φοβούνται για συμπλοκές κοντά στο σταθμό του Περισσού ή στο σταθμό στα Άνω Πατήσια. Οπαδοί βιαστικοί ανεβαίνουν τα σκαλιά και φεύγουν από το γήπεδο. Ίσως φεύγουν τώρα πριν πέσουν πάνω στους αντιπάλους.


Ο διαιτητής σφυρίζει, νέα νίκη, η ομάδα είναι αήττητη και κάνει ένα βήμα πιο κοντά στη σωτηρία της χρονιάς. Αντηχεί παντού “ΟΕ ΟΕ ΟΕ” η ευδαιμονία στην ατμόσφαιρα είναι διάχυτη. Ο στόχος σαφής, να μην πέσουμε, όλοι όμως σκεφτόμαστε ενδόμυχα την έξοδο στην Ευρώπη. Οι παίχτες πηγαίνουν από την κάθε πλευρά του γηπέδου και μας χειροκροτούν, ανταποδίδουμε.


Ανεβαίνω κι εγώ σιγά σιγά τα σκαλιά και γίνομαι ένα με το πράσινο πλήθος στην εξέδρα. Σκέφτομαι το τηλεφώνημα του Μανώλη, φίλου των αντιπάλων. “Ρε μετά τον αγώνα κάνε μια βόλτα από το MALL και φύγε πιο μετά. Μπορεί να γίνει φασαρία, ποτέ δεν ξέρεις.” Ένας κόμπος με έπιασε στο στομάχι, “Καλά θα το δω” του λέω κοφτά. 


Βρίσκομαι έξω από τον περιβάλλοντα χώρο του γηπέδου και προχωράω προς τον σταθμό του ηλεκτρικού της. Περνάω ανάμεσα από πλανόδιους μικροπωλητές που πουλάνε σάντουιτς και αναψυκτικά και ενθύμια της ομάδας. Στρίβω δεξιά να βγω έξω από τον περιβάλλοντα χώρο του γηπέδου, ο σταθμός του Ηλεκτρικού είναι δύο λεπτά από εκεί αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμη τί θα κάνω.  Οι επιλογές δύο, να πάω καμιά βόλτα στο MALL να χαζέψω τις βιτρίνες των μαγαζιών ή να κατέβω προς το σπίτι μου. 


Χτυπάω το εισιτήριό μου στο ακυρωτικό μηχάνημα και ανεβαίνω τις κυλιόμενες σκάλες προς τις αποβάθρες. Δεν ξέρω τι να κάνω· αριστερά πάω προς MALL ενώ δεξιά προς το σπίτι μου. Παρατηρώ, δεν βλέπω απλά, αφουγκράζομαι με όλες μου τις αισθήσεις, τον κόσμο, την διάθεση, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ξαφνικά επικρατεί παγωμάρα στην ατμόσφαιρα, ο κόσμος είναι αμίλητος.


Ένας αστυνομικός με διακριτικά και ασύρματο ανεβοκατεβαίνει την αποβάθρα. Δύο υπάλληλοι του ΗΣΑΠ κοιτάζουν και αυτοί την κατάσταση. Μόνο μερικές δεκάδες, παιδιά στην πλειοψηφία τους, φωνάζουν δυνατά χειρονομώντας έντονα και λένε μεταξύ τους ότι θα μπούνε στο συρμό και ότι δε φοβούνται  κανέναν. Κοιτάζω κι εγώ λίγο χαμένος με τον αέρα της ανοιχτής αποβάθρας να μου

χαϊδεύει το πρόσωπο. Μέσα στα βαγόνια κλείνουν τα παράθυρα οι οπαδοί  λέγοντας δυνατά μεταξύ τους “μην μας ρίξουν καμιά πέτρα!”. Οι συρμοί είναι σχεδόν άδειοι τώρα, μόνο όσοι δεν φοβούνται ή είναι εμφανώς άσχετοι κάθονται μέσα, πάω να μπω κι εγώ. Μια παρέα πέντε παιδιών κατεβαίνει γρήγορα συζητώντας μεταξύ τους ότι θα πάρουν κάποιον συρμό πιο μετά, κάθομαι κοντά τους και περιμένω. Ο αστυνομικός πατώντας το κουμπί του ασυρμάτου λέει, “Ο συρμός να αναχωρήσει”. Οι πόρτες κλείνουν, τα βαγόνια απομακρύνονται σιγά-σιγά και ακούγονται συνθήματα και καντήλια ανάμεικτα από το τραίνο που αναχωρεί. 


Βγάζω το κινητό μου και βλέπω 18:15, αποφασίζω να πάω στο MALL. Κοιτάζω σε πόση ώρα θα έρθει ο συρμός στο ρολόι του σταθμού και δεν βλέπω ένδειξη. “Δε γαμιέται!” λέω και αλλάζω απόφαση, “θα πάω σπίτι μου!” και αλλάζω πάλι γνώμη. Απέναντί μου καμιά τριανταριά οπαδοί φωνάζουν “ΟΕ ΟΕ ΤΡΕΛΑΙΝΟΜΑΙ”.


Μια φωνή μέσα μου λέει να αλλάξω βαγόνι μη μαζέψω καμιά αδέσποτη πέτρα τσάμπα. Βλέπω  πιο μακριά ένα πατέρα με το παιδί του αγκαλιά μες τα πράσινα. Έτσι θέλω να πηγαίνω κι εγώ με το παιδί μου στο γήπεδο λέω και το κάνω εικόνα. Δεν έχω όμως ούτε παιδί, ούτε γυναίκα, οξύμωρο. Ακούγεται ένα οξύ σφύριγμα και εμφανίζεται και άλλος συρμός προς τον Πειραιά, για το MALL τίποτε. Δεν έχω και κανένα μαζί μου να πιάσω κουβέντα και να αποφορτιστώ. Ανοίγουν οι πόρτες και είναι και αυτός σχεδόν άδειος, μπαίνω μέσα. Κάτι δε μου αρέσει και βγαίνω έξω, αλλάζω βαγόνι και βλέποντας το ρολόι του σταθμού στην άλλη πλευρά να λέει προς Κηφισιά σε 35 λεπτά, αποφασίζω αμέσως με σιγουριά θηρίου να πάω σπίτι μου. Μπαίνω σε ένα άλλο βαγόνι προς το τέλος του συρμού και κάθομαι σε μια γωνία. Είναι και αυτό σχεδόν άδειο και οι άνθρωποι καθισμένοι δυο-δυο μιλούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους. Ο ήλιος δεν έχει δύσει ακόμη. 


Άλλοι μπαίνουν και ξαναβγαίνουν αμέσως, τους κοιτάζω με μια αίσθηση ανωτερότητας. Το μυαλό μου στριγγλίζει, “εγώ μάγκες αποφάσισα, δεν φοβάμαι, ότι και να γίνει θα το αντιμετωπίσω σαν άντρας”. Δεν πρέπει να σε φοβίζουν οι σκιές καταλήγω. Η ατμόσφαιρα δεν είναι ήρεμη, ούτε όμως ηλεκτρισμένη. Οι πόρτες κλείνουν ξαφνικά και ο συρμός ξεκινά. Τα παράθυρα είναι ανοιχτά και ο αέρας απ' έξω μας δροσίζει. Με την πλάτη στην πόρτα που έκλεισε κοιτάζω ποιοι είμαστε ή καλύτερα τι είμαστε. Όλοι νέοι, ένας μόνο μεσήλικας. Όλοι σχεδόν καθισμένοι αλλά ήσυχοι. Απέναντι μου και διαγώνια δύο έφηβοι ψιθυρίζουν, “Θα κατεβούμε Ηράκλειο μη γίνει καμιά Μαλακία”. Μετά το Ηράκλειο η επόμενη στάση που ανοίγουν οι πόρτες θα είναι ο Άγιος Ελευθέριος, μετά από πέντε στάσεις δηλαδή. Περνάς μέσα από το στόμα του λύκου, δεν υπάρχει άλλη ευκαιρία για έξοδο. Μου περνάει η σκέψη αστραπιαία να τους ακολουθήσω αλλά τη διώχνω αμέσως. Έχω πάρει μια απόφαση και θα τη σεβαστώ, τέλος.


Φτάνουμε στο Νέο Ηράκλειο και μόνο βγαίνουν, άλλοι γρήγορα και άλλοι πιο αργά, ένας-δύο μπαίνουν μέσα. Όλοι οι υπόλοιποι περιμένουν. Κλείνουν οι πόρτες πάλι, επόμενη στάση Άγιος Ελευθέριος λέει η φωνή μέσα μου. Βλέπω από την άλλη πλευρά δεν υπάρχει συρμός στην άνοδο. Τα συνθήματα κατά της αντιπάλου από το δίπλα βαγόνια γίνονται πάλι δυνατότερα. Όπως ο συρμός κατεβαίνει βλέπω έξω από το παράθυρο ένα καπνογόνο που έχει ανοιχτεί να αναδύει το λευκό του καπνό και να ανεβαίνει προς τον ουρανό και μετά κάποια ΜΑΤ εν πλήρη εξαρτήσει να περπατούν προς το σταθμό της Νέας Ιωνίας. Ιδρώνει ελαφρά η πλάτη μου και μια ανησυχία με κυκλώνει από παντού. Μέχρι να πάρω δεύτερη ανάσα ο συρμός μας φτάνει στη Νέα Ιωνία. Κόσμος υπάρχει και από τις δύο αποβάθρες, άσχετοι μαζί με ΜΑΤ, να περιμένουν και  να βλέπουν το σταθμό να σταματά ελαφρά και να ξαναξεκινά. Πάει ο πρώτος λέω και διώχνω την προηγούμενή μου ανησυχία. 
Ο επόμενος σταθμός είναι τα Πευκάκια. Οι ράγες περνούν από κάποιο σημείο που ο δρόμος είναι αρκετά πιο ψηλά από το επίπεδο του συρμού. Σκέφτομαι ότι αν είναι να φάμε καμιά πέτρα θα είναι


είτε εδώ είτε στον σταθμό του Περισσού που έχει και από τις δύο πλευρές ανοίγματα. Εδώ τα πράγματα πιο χαλαρά και ήρεμα με πολύ λιγότερο κόσμο να περιμένει να πάει στον προορισμό του. Στο πάνω αριστερό μέρος του σταθμού βλέπω ένα νεαρό να γράφει στο κινητό με το που φτάνει ο συρμό, μια σκέψη ότι μπορεί να είναι τσιλιαδόρος γεννιέται. Υπάρχουν όμως κι εδώ ΜΑΤ, με διακριτική παρουσία, να υπενθυμίσουν στον κόσμο ότι δεν είναι μια συνηθισμένη ημέρα. Κι εδώ ο οδηγός σταματά τα βαγόνια ελαφρά και ξαναξεκινά αμέσως. 
Στους συρμούς μας πάλι ησυχία εκτός από έναν, που είναι οι πιο φανατικοί από εμάς και φωνάζουν συνθήματα. Ο σταθμός του Περισσού γειτνιάζει με την περιοχή που αντλεί τις ρίζες της η αντίπαλος, την Νέα Φιλαδέλφεια. Για την ακρίβεια από τον σταθμό αυτό το κέντρο της Νέας Φιλαδέλφειας απέχει δέκα λεπτά περπάτημα. Βλέπω μια παρέα τριών φίλων που ήταν στο γήπεδο και είναι χωρίς διακριτικά να συζητούν χαμηλόφωνα και ακούω “λες να μας την πέσουν;”, δεν άντεξα και μίλησα, ίσως για να πάρω κι εγώ θάρρος. 


- Φοβάστε; 


Κοιτάχτηκαν και οι τρεις τους και δεν είπαν τίποτε. Σκάω ένα χαμόγελο καθώς τους κοιτάζω.
Φτάνει ο σταθμός στον Περισσό και εδώ τα ΜΑΤ είναι πιο πολλά μέσα και έξω από την αποβάθρα. Τα συνθήματα είναι πάλι πολλά μαζί με τα καντήλια, θεριεύουν, λες και θέλουν να πουν αυτοί που τα τραγουδούν “δεν σας φοβόμαστε, είμαστε εδώ!”. Δύο άλλοι επιβάτες λένε μεταξύ τους ανακουφισμένα, “ευτυχώς που έχει μπάτσους”.


Ο συρμός ξεκινά πάλι. Το γήπεδο της Ριζούπολης είναι δίπλα στις γραμμές και το τραίνο μας σχεδόν γλείφει το πίσω μέρος του πετάλου του. Εκεί υπάρχει ένας δρόμος με ψηλά σιδερένια κάγκελα. Από τα παράθυρα φαίνεται ο δρόμος και το πίσω μέρος της κερκίδας του γηπέδου του Απόλλωνα. Είναι ένα ακόμη σημείο που μπορεί να φάμε πέτρες ή το σημείο που μπορεί να ξεκινήσει μια μεγαλύτερου μεγέθους επίθεση. Στο συρμό, ενώ μέχρι τότε είχαμε μια σχετική χαλαρότητα, παρ όλες τις σκέψεις που είχαμε ξαφνικά αυτή χάθηκε. Επικρατεί νεκρική ησυχία λες και προετοιμαστήκαμε για το χειρότερο ενδεχόμενο και γαληνέψαμε. Μπορεί τις ίδιες σκέψεις να έκαναν και οι οπαδοί της αντιπάλου που ήταν στο γήπεδο και ετοιμάζονταν να δουν την ομάδα τους.  

 
Από το παράθυρο βλέπουμε ότι πλησιάζουμε στο γήπεδο και καπνοί αναδύονται στην ατμόσφαιρα που αρχίζουν και καλύπτουν την ορατότητά μας σαν τοίχος από το πέταλο του γηπέδου της Ριζούπολης. Μέσα από αυτούς τους καπνούς σκιές ανθρώπων αρχίζουν και πλησιάζουν τα κάγκελα του δρόμου με σταθερό ρυθμό. Μαύρα μπλουζάκια με τα χρώματα της ομάδας και ονόματα συνδέσμων γραμμένα επάνω τους. Προσπαθώ να δω αν κρατούν πέτρες ή ξύλα. Καπνοί αρχίζουν και μπαίνουν μέσα από το παράθυρό μας και η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική. Άνθρωποι μέσα στο βαγόνι μας αρχίζουν και σηκώνονται και φωνάζουν “ΕΙΣΤΕ ΜΑΛΑΚΕΣ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ”. Κωλοδάχτυλα σηκώνονται μαζί με κάποιες απειλητικές γροθιές. Κάποιοι κλείνουν τα παράθυρα, άλλοι πηγαίνουν στην απέναντι πλευρά του βαγονιού. Από το βαγόνι των φανατικών οι φωνές δυναμώνουν υπερβολικά, δεν υπάρχουν συνθήματα, μόνο βρισιές. Δημιουργείται μεγάλη ένταση σε λίγα δεύτερα της ώρας και η αδρεναλίνη χτυπά κόκκινο. Ο συρμός συνεχίζει και αφήνουμε πίσω μας το σκηνικό. Οι καπνοί υποχωρούν και εξαφανίζονται. Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν το τραίνο σταμάταγε, ευτυχώς δεν θα το μάθουμε ποτέ.


Φτάνουμε στο σταθμό στα Άνω Πατήσια με την αδρεναλίνη ακόμη στα ύψη. Εδώ το σκηνικό είναι πολύ διαφορετικό, άνθρωποι ανάμεικτοι περιμένουν στο σταθμό μέσα στο χαμόγελο. Αρχίζουμε και αναπνέουμε πάλι κανονικά. Το πάθος αρχίζει και πέφτει. Γυρνούν πάλι τα συνθήματα και όλοι

είμαστε ανακουφισμένοι. Ο συρμός σταματά πάλι και ξεκινά αμέσως. Στον Άγιο Ελευθέριο οι πόρτες ανοίγουν, πολλοί άνθρωποι αρχίζουν και κατεβαίνουν, κάποιοι φορούν τα κασκόλ τους. Στους συρμούς μας υπήρχαν και οπαδοί της αντιπάλου ομάδας! Σε λίγο φτάνω κι εγώ στον προορισμό μου, κατεβαίνω και χαμογελώ, αρχίζω να σφυρίζω καθώς ανάβω ένα τσιγάρο.

Επιστροφή από το γήπεδο

του Βασίλη Φατούρου

© 2019 by Achilleas and Camilo