© 2019 by Achilleas and Camilo

Φυσάει σήμερα, Χριστόφορε, ξερή κατεβασιά ανέμων. Μια οικεία συννεφιά, το χωριό ράθυμο, παραδομένο στις διαθέσεις τους, ταγκή μυρωδιά από φύκια.

Η πόρτα του κήπου σας χάσκει ανοιχτή. Εσύ ακόμα ευθυτενής, η Βασιλική – θαρρείς – φιλά το πολυδουλεμένο χώμα. Ψάχνεις τους κύκλους των λουλουδιών. Πού πήγαν; Ένας για τον καθένα με τα αγαπημένα λουλούδια σας. Πανσέδες εκείνη, κυκλάμινα και ορτανσίες τα παιδιά, γαρύφαλλα για σένα. Αριστερά τα λαχανικά και τα βότανα. Πόσες γαλήνιες ώρες! Καθώς τα στοιχεία συνεργάζονταν, φύτευες υπομονή, σκάλιζες αβροφροσύνη. Εκείνη έβγαινε και τον φρόντιζε πάντα πρωί, απόγευμα μόνο όταν θύμωνε μαζί σου. Τράβαγε τα ξεράδια απότομα, φύλλο το φύλλο την έβλεπες να ημερεύει. Έβγαινες τότε, πλησίαζες να επανορθώσεις.

Άνοιξε τώρα την πόρτα. Μπείτε στο σπίτι σας. Λείπετε χρόνια. Τα εγγόνια χρειάζονταν παππού, γιαγιά κι εσείς συνέχεια, ελπίδα. Όλο κι όλο τρεις κάμαρες, τη μια γέμιζε το κρεβάτι. Στον ήχο των κυμάτων σμίγατε, το κρεβάτι άλλαζε σε καράβι. Άντεξε τόσες φουσκοθαλασσιές, πάνω του ήρθαν τα παιδιά σου. Τα είδες να βάφουν τους τοίχους με τα γέλια τους, να θρέφουν το πάθος που έλαμπε στα μπλε της μάτια.

Για δες την τώρα. Μόλις που στέκεται. Όλα είναι θέμα χρόνου. Καρδιακή ανεπάρκεια το είπανε, μα κι η δικιά σου φραγμένη. Ίσως επειδή, όταν αγαπάς, ακολουθείς στα πάντα.

Χρειάζεστε βοήθεια, σας τόνισαν, ανθρώπους ειδικούς, άμεση νοσηλεία. Ο πρώτος θα φύγει σύντομα, πρέπει να το σκεφτείτε. Με τη Βασιλική δεν το σκεφτήκατε πολύ. «Όταν πλησιάζει ο θάνατος, η ζωή μετατρέπεται σε πεπρωμένο»[1]. Αν είχατε καταφέρει να διαχειριστείτε ως τώρα τη ζωή, μπορούσατε να διαχειριστείτε και τούτο. Ο χρόνος ξαφνικά πολύτιμος, δεν θα τον μοιραστείτε με άλλους. Να παλέψετε μαζί του; Ούτε κατά διάνοια. Δε θα φοβηθείτε το αιώνιο τώρα.

Καλύτερα, λοιπόν, σπεύσε στο φούρνο. Άναψέ τον, να κάψουν τα πυρότουβλα, πρέπει να φάτε. Κι έπειτα δες την αγάπη σου μπουκιά μπουκιά να τη χορταίνει. Σειρά έχει το ντύσιμο, βοήθησέ την με το φερμουάρ, τα χέρια της τρέμουν. «Τα γεράματα παρωδία της ζωής»[2],  ξέρεις πώς φτάσατε ως εδώ, βήμα το βήμα.

‘Πάμε’ ψιθυρίζει όταν δεν αντέχεις πια. Θέλει να πάτε. Ωστόσο, όσο κι αν βιάζεται ξαφνικά, σου φτιάχνει τη γραβάτα.

Κι έπειτα ο βράχος είναι εκεί. Αφήστε τις μαγκούρες. Χέρι με χέρι, μέχρι να σας καλύψει το νερό, στην τελευταία βόλτα.

 

[1] Σιμόν ντε Μπωβουάρ.

[2] Σιμόν ντε Μπωβουάρ.

Επιστροφή

της Πηνελόπης Τριάντου