Η μεγάλη πόλη ήταν αποκλεισμένη από τον έξω κόσμο. Η επιδημία της πανούκλας την είχε κυριολεκτικά γονατίσει. Εκατοντάδες άνθρωποι είχαν πεθάνει και πολλοί άλλοι είχαν αρρωστήσει και νοσηλεύονταν στα ιδρύματα και στα πτωχοκομεία, περιμένοντας να ξεψυχήσουν. Το Συμβούλιο που διοικούσε την πόλη, ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο φανατικών ιεροκηρύκων.

Για τους «άγιους» αυτούς ανθρώπους, η επιδημία ήταν θεόσταλτη. Είχαν ως κύριο στόχο, να εκμεταλλευτούν την πανούκλα και να συντρίψουν κάθε άνθρωπο, ο οποίος αντιστεκόταν στη στυγνή δικτατορία που είχαν επιβάλλει (τρία χρόνια τώρα) και μάλιστα στο όνομα του Χριστού. Ήθελαν να ξεμπερδέψουν με τις φωνές που διεκδικούσαν ελευθερία συνείδησης και ελευθερία σκέψης. 

 Οι σκοταδιστές ιεροκήρυκες έβαλαν μπροστά το σχέδιό τους. Ευθέως και εντελώς αναίσχυντα, κατηγόρησαν κάποιους ευυπόληπτους πολίτες ότι αυτοί έφεραν την πανούκλα, ρίχνοντας μολυσμένα  ποντίκια στα πηγάδια και σε κάποιες συνοικίες της πόλης. Αυτοί οι πολίτες λειτουργούσαν ως όργανα του κακού. Ήταν όργανα δαιμόνων. Ήθελαν να πάρουν την εξουσία στο όνομα τής ελευθερίας και της ισότητας, εξοντώνοντας ένα μεγάλο μέρος του λαού. Τους άξιζε να συλληφθούν και να καούν στην πυρά, χωρίς να περάσουν καν από δίκη.

 Ο επικεφαλής ιεροκήρυκας, Ιωάννης Κολμάρ, έγινε ο δημόσιος κατήγορος. Έσπερνε τον τρόμο, λέγοντας ότι ο ιερός νόμος (ο δικός του ιερός νόμος), είναι πάνω από την ανθρώπινη ζωή, η ασφάλεια και η τάξη πάνω από την ελευθερία και τη διαφωνία, το ψωμί πάνω από το πνεύμα, τα φαινόμενα πάνω από τα νοούμενα. Ανάμεσα στους προγραμμένους ήταν κι ο αρχίατρος της πόλης Αντρέας Γκιγιωμά.  

Ο Γκιγιωμά δεν συμμεριζόταν τις καταγγελίες των ιεροκηρύκων για  σκοτεινές- δαιμονικές δυνάμεις,  που ήθελαν να καταλάβουν την εξουσία και να εκδιώξουν τους «θεϊκούς εκπροσώπους». Μάλιστα κατήγγειλε την προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί ο κόσμος και να χυθεί αίμα αθώων, χωρίς λόγο, παρά μόνο από μίσος.

Καθημερινά, ο αρχίατρος έδινε τη μάχη κατά της πανούκλας. Επισκεπτόταν όλα τα νοσοκομεία, πλουσίων και φτωχών. Βοηθούσε κάθε πάσχοντα άνθρωπο, χωρίς σταματημό και ξεκούραση. Αδιαφορούσε για το τι θα συνέβαινε στον ίδιο. Ήξερε ότι κάποια στιγμή θα αρρώσταινε, όμως έπρεπε να αποδείξει - στον εαυτό του πρώτα- πως ο άνθρωπος μπορεί να νικήσει τον φόβο, από όπου κι αν προερχόταν. Μετά, χρειαζόταν να «αποκαλύψει» στον κόσμο ότι υπάρχει κάτι πιο δυνατό από τον θάνατο, το μεγαλείο της ζωής.

 Αλλά το μίσος για τον ελεύθερο άνθρωπο, είναι πιο δυνατό από την αγάπη για τη ζωή. Μια μέρα το Συμβούλιο της πόλης, με τις ευλογίες του Κολμάρ, κατήγγειλε τον γιατρό ως έναν από τους αίτιους της πανούκλας. Η καταδίκη ήταν βέβαιη, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό.

Οι φρουροί του Συμβουλίου ήξεραν ότι θα βρουν τον Γκιγιωμά στο μεγάλο πτωχοκομείο της πόλης. Η κουστωδία τον βρήκε αποκαμωμένο, γερμένο στον τοίχο του νοσοκομείου. Αμέσως τον συνέλαβαν. Δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε αντιστάθηκε. Κοντά του, έτρεξε ο φίλος και βοηθός του, ο ιερέας Δαυίδ Λακρουά.  Οι φρουροί επέτρεψαν στον γιατρό να μιλήσει στον Λακρουά

 

«Νομίζω πως ασθενώ Δαυίδ. Πολεμήσαμε μαζί θάνατο και φόβο, όμως νικηθήκαμε διπλά».

 

Ο ιερέας κοίταξε τον εξασθενημένο λειτουργό και με δάκρυα στα μάτια, του είπε:

 

«Μην ξεχνάς Αντρέα ότι αυτή η ήττα είναι νίκη. Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι το μέτρο όλων, και δεν νικιέται, ποτέ. Η ιστορία, η ίδια η ζωή θα δώσουν την απάντηση στη βαρβαρότητα».

 

Η Επιδημία

Του Χριστόφορου Τριάντη

© 2019 by Achilleas and Camilo