Οι γονείς μου ανέκαθεν υποστήριζαν ότι γεννήθηκα γέρος. Θέλω να πιστεύω ότι ακόμα διαθέτω το χά­ρισμα του γνώθι σ’ αυτόν, τουλάχιστον εν μέρει. Για αυτό και θα συμφωνήσω, έστω απρόθυμα. Προσθέτο­ντας ωστόσο μια απαραίτητη διευκρίνιση: η στιγμή κατά την οποία η πληγή και η δυστυχία που λέγεται γήρας συνα­παντήθηκε με τη δική μου μοναχική ύπαρξη και συνυφάν­θηκε μαζί της, δεν συμπίπτει με εκείνη κατά την οποία εξήλ­θα από τα σπλάχνα της γλυκύτατης μητέρας μου (ας είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει) αλλά με την αποχώρησή μου από το άσυλο, που ελπίζω να μην αντικρίσω ξανά μέχρι το τέλος των ημερών μου.

Είχα πρόσφατα πάρει το πτυχίο της ιατρικής και μέσα στη νεανική υπεροψία μου αποφάσισα να ακολουθήσω το άγνωστο και συναρπαστικό μονοπάτι της Ψυχιατρικής. Μπήκα στο καράβι με όνειρα να γίνω ένας ειδικός της ψυ­χής που θα απαλύνει αυτόν το μυστηριώδη πόνο που καμία άλλη ειδικότητα της Ιατρικής δεν μπορεί να αγγίξει και εί­ναι ακόμα τυλιγμένος στα αιθέρια πέπλα του Μύθου. Προ­ορισμός μου ήταν ένα νησί μικρό και πολυδαίδαλο, όπως εί­ναι εξάλλου κάθε νησί της πατρίδας μας. Ασήμαντο για τον πολύ κόσμο, ακόμα και σήμερα. Όμως, για όσους ζούσαν στα ηλιοκαμένα πετρώδη εδάφη του περικυκλωμένοι από τα κύματα, ήταν η πατρίδα των ανεπιθύμητων, των κάθε λο­γής ηττημένων της ζωής από τον εμφύλιο και δώθε.

Στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα διαμορφώθηκε η ιδέα να μετατραπούν τα άδεια κτίρια του ιταλικού ναυαρ­χείου σε αποικία ψυχασθενών. Το φιλόδοξο σχέδιο επικυρώ­θηκε με Βασιλικό Διάταγμα. Οι πρώτοι ασθενείς κατέφθα­σαν από το Λοιμοκαθαρτήριο Αθηνών και το Δαφνί. Η επι­λογή έγινε με κριτήριο την έλλειψη επισκέψεων από συγ­γενείς στα ιδρύματα όπου νοσηλεύονταν. Πολύ σύντομα πολλαπλασιάστηκαν. Τα «πλοία των τρελών» άδειαζαν τα αμπάρια τους, γεμίζοντας το άσυλο με τους ανεπιθύμητους των υπόλοιπων ψυχιατρείων της Ελλάδας, εξαθλιωμένους, ανώνυμους, με μόνο στοιχείο αναγνώρισης ένα νούμερο, το οποίο αντιστοιχούσε στον αριθμό φακέλου τους. Στα ρυπα­ρά πρόσωπα και στα σκοτεινιασμένα μάτια τους η μετεμφυ­λιακή Ελλάδα έκρυβε τις σκιώδεις πλευρές του αναπτυξια­κού της οράματος, χωρίζοντας με ένα συρματόπλεγμα τους ξεχασμένους τρελούς από τους πολιτικούς κρατούμενους. Όταν ξεκίνησα την ειδικότητά μου, στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, υπήρχαν περίπου οχτακόσιοι άνθρωποι στοι­βαγμένοι στο γοτθικό επιβλητικό κτίριο που ήδη έμοιαζε απαρχαιωμένο.

Ήμουν διψασμένος για μάθηση. Είχα την απαστράπτου­σα ομορφιά που διαθέτει κάθε νέος και τη συνειδητοποι­εί μονάχα αφότου τη χάσει ανεπιστρεπτί και η ζωή του πά­ρει τον κατήφορο. Προσπάθησα να δω τη δύσκολη κατά­σταση με αισιοδοξία. Υποσχέθηκα να βάλω τα δυνατά μου για να απαλύνω τη δυστυχία των εσώκλειστων. Τα αετώμα­τα του κτιρίου έριχναν σκληρές σκιές πάνω από τον όγκο των ορόφων του. Μέσα από τα μακρόστενα παράθυρα η ζωή φάνταζε πικρή και απειλητική.

 

Η καθημερινότητα με απογοήτευσε σφόδρα, καθώς μαζί με μόλις άλλους δυο συ­ναδέλφους απαρτίζαμε το ιατρικό προσωπικό για εκατο­ντάδες ψυχασθενείς, γεγονός που εξάλειφε κάθε προοπτι­κή για επιστημονική εργασία και μελέτη. Συνειδητοποίησα ότι ο ρόλος μας ήταν απλώς φυλακτικός. Στόχος δεν ήταν η άσκηση της ιατρικής, αλλά η απομάκρυνση από την κοινω­νία ενός επικίνδυνου κομματιού που η ύπαρξή του αποτελεί (κατά τον Φράνκο Μπαζάλια) μία αντίφαση την οποία ο αποκλεισμός έρχεται να λύσει.

Η επίσκεψη μόνο κράταγε πάνω από οχτώ ώρες. Το πρωί οι νοσοκόμοι ξυπνούσαν τους ψυχασθενείς, τους έντυναν και τους έβαζαν σε ουρά για να τους επιθεωρή­σουμε. Σε φακέλους χιλιοταλαιπωρημένους που σε κάθε κίνηση ξερνούσαν τα χαρτιά τους, κρατούσαμε στο πόδι σημειώσεις και καταγράφαμε τις αλλαγές στη φαρμακευ­τική αγωγή.

 

Εκεί γνώρισα τον «κύριο Μίμη». Το παρα­τσούκλι του είχε κολλήσει μετά από δεκαετίες εγκλεισμού σε ψυχιατρεία. Ιδέα δεν είχαμε πώς τον έλεγαν. Όμως του πήγαινε. Είχε κάτι κωμικό επάνω του, σαν χαρακτήρας- καρικατούρα από Ελληνική ταινία. Μικρόσωμος, με τις λί­γες τρίχες που του είχαν απομείνει χτενισμένες με επιμέ­λεια και μόνιμα χαραγμένο στο πρόσωπό του ένα χαμόγε­λο, απλωμένο από το ένα αυτί μέχρι το άλλο. Ήταν αυτό που λέμε «ανθρωπάκι του Θεού». Ερχόταν εύθυμος και καμπουριαστός, έτριβε τα χέρια και ακολουθούσε πάντα η ίδια στιχομυθία:

«Σας χαιρέτησα; Δεν σας χαιρέτησα! Χαίρετε, τι κάνετε, καλά ευχαριστώ!» (σαν απάντηση στην καλημέρα).

«Ου... ου... μύλος γίνεται στον οργανισμό: Ο κλέψας, του κλέψαντος, τω κλέψαντι, ω παλιοκλέψαντες και παλιοκλε­φταρέοι». (αποκρινόμενος στην ερώτηση «πώς πάμε σήμερα»).

«Το χρήμα είν΄ ατμός και φεύγει. Η δόξα είν΄ ατμός και πάει. Ζεις για λίγα χρόνια τη ζωή σου κι ύστερα Άμωμοι εν οδώ αλληλούια». (ανταποδίδοντας τον αποχαιρετισμό).

Κάναμε χάζι τον κύριο Μίμη. Είχε, όπως να πεις, την πλά­κα του. Μπορεί αυτά που γράφω να φαντάζουν απαράδεκτα, ίσως και απίθανα για τους σημερινούς αναγνώστες, πόσο μάλλον για τους νέους συνάδελφους ιατρούς, αλλά τότε δεν γινόταν αλλιώς. Η εξέταση εξαντλούνταν σε ένα «Καλημέ­ρα» σε ένα «Τι κάνεις;» και σε ένα «Αντίο». Ο αριθμός των ασθενών δεν επέτρεπε περισσότερα. Αν οι απαντήσεις ήταν ικανοποιητικές, αφήναμε τα πράγματα ως είχαν. Αν δεν ήταν, αυξάναμε τις δόσεις των φαρμάκων.

 

Η θεραπεία ήταν όνειρο θερινής νυκτός. Στο άσυλο οι νοσηλείες κρατούσαν δεκαετί­ες. Η πλειονότητα έμελλε να πεθάνει μέσα. Κατόρθωμα ήταν αν πετυχαίναμε μια στοιχειώδη συνεργασία των ασθενών με τους νοσηλευτές που τους τάιζαν, τους έπλεναν ομαδικώς με τη μάνικα και όταν έπεφτε το φως, τους έβαζαν για ύπνο.

Τα χρόνια περνούσαν. Συνήθισα τον κύριο Μίμη. Τον έβαλα στην καρδιά μου. Ίσως επειδή η παρουσία του ήταν η μόνη εύθυμη νότα στη ζοφερή καθημερινότητα. Χειμώνα καλοκαίρι εκείνος εκεί, καμαρωτός να περιμένει στην επί­σκεψη και όταν έφτανε η σειρά του, τραύλιζε πάντα γελα­στός τις καθιερωμένες του ατάκες και αποχωρούσε γεμά­τος υπερηφάνεια, σαν παιδάκι που λέει το ποίημα στο νη­πιαγωγείο. Ήταν η αφορμή για το μοναδικό ίσως χαμόγε­λο της ημέρας.

 

«Σας χαιρέτησα; Δεν σας χαιρέτησα! Χαίρετε, τι κάνετε, καλά ευχαριστώ!»

 

Η διάγνωση ήταν «σχιζοφρέ­νεια», χωρίς άλλες λεπτομέρειες. Ο προκάτοχός μου φεύ­γοντας άφησε εκατοντάδες άγραφων φακέλων ή στην κα­λύτερη περίπτωση μισογραμμένων σε ξεφτισμένες αράδες στην καθαρεύουσα. Στις λίγες περιπτώσεις που προσέγγι­σα τον κύριο Μίμη στο δωμάτιό του, η κουβέντα δεν απέ­φερε περισσότερα στοιχεία, πέραν της γνωστής στιχομυθί­ας. Οι απαντήσεις στο βάσανο της ψυχής του, αν υπήρχαν, βρίσκονταν μόνιμα χαμένες στα σκοτάδια του μυαλού του. Του δίναμε ισχυρότατα αντιψυχωσικά, ακολουθώντας τις οδηγίες από τα προηγούμενα ιδρύματα. Ο διευθυντής ήταν κάθετα αντίθετος στις ουσιώδεις αλλαγές της φαρμακευτι­κής αγωγής στους χρονίως πάσχοντες και, φυσικά, δεν τί­θετο λόγος για οποιαδήποτε άλλη θεραπευτική προσέγγι­ση πέραν της αμιγώς φαρμακευτικής.

Ώσπου όλα άλλαξαν. Εφημέρευα και προσπαθούσα να διαβάσω. Εις μάτην πάσχιζα να αγνοήσω τους θρήνους και τις κραυγές των ψυχασθενών που συχνά κρατούσαν όλη νύ­χτα. Ο νοσηλευτής της βραδινής βάρδιας όρμησε σαν σίφου­νας στο δωμάτιο, ωχρός σαν το πανί. Τρέξαμε στο κελί του κυρίου Μίμη, που ούρλιαζε σαν να εξελισσόταν μπροστά του ο Αρμαγεδδώνας. Ποτέ πριν σε τόσα χρόνια νοσηλείας δεν είχε προκαλέσει πρόβλημα αυτός ο καλόβολος ανθρωπάκος. Όμως αυτή τη φωνή δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ.

 

Το φεγ­γαρόφωτο (ρεύμα δεν είχε τότε το άσυλο) έμπαινε από τον φεγγίτη και έντυνε το δωμάτιο σε μια θολή γαλάζια λάμψη. Μέσα στις σκιές ο κύριος Μίμης ξεφώνιζε σαν δαιμονισμέ­νος. Πλησίασε στα κάγκελα. Το πόδι του σύνθλιψε κάτι μα­λακό και στρογγυλό που εκτόξευσε κόκκινες σταγόνες και έβαψε της πατημασιές του. Το πρόσωπό του πρόβαλε στο φως. Είχε βγάλει τα μάτια με τα ίδια του τα χέρια. Ένα απο­μεινάρι μονάχο, ζουλιγμένο σαν ρόγα από σταφύλι, κρεμό­ταν τσακισμένο και σπαρταρούσε στην αδειανή κόγχη του.

Τρεις νοσοκόμοι τρόμαξαν να τον συγκρατήσουν. Η τρέ­λα έδωσε στον ανθρωπάκο δύναμη ημίθεου. Με μεγάλη δυ­σκολία τον δέσαμε στο κρεβάτι. Γιατρός άλλης ειδικότητας δεν υπήρχε στο νησί. Τον καθαρίσαμε και καλύψαμε με επι­δέσμους τα φριχτά του τραύματα. Πάνω στην εβδομάδα πέ­θανε από ανακοπή καρδιάς. Δεν σταμάτησε να ουρλιάζει, μέχρι που ξεψύχησε.

Την αλήθεια για τον κύριο Μίμη την έμαθα μετά, από τύχη. Μοναδικός εν ζωή συγγενής ήταν η αδερφή του. Τον επισκεπτόταν από την Αθήνα μια δυο φορές τον χρόνο. Εί­χαν γίνει φίλες με μια ντόπια που τη φιλοξενούσε κατά τις σύντομες διαμονές της στο νησί. Ο κύριος Μίμης αρρώστη­σε όταν ήταν έφηβος. Του κόλλησε η ιδέα ότι με τα μάτια του μπορούσε να υπνωτίσει. Μάλιστα, είχε αγοράσει ένα ζευγάρι καναρίνια στα οποία προσπαθούσε να ασκήσει τις υπερφυσικές ικανότητές του. Κάποια στιγμή τα καναρίνια ψόφησαν, πρώτα το ένα και αμέσως μετά το ταίρι του, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτά τα φίνα αλλά εξαιρετικά ευαί­σθητα πλάσματα.

 

Πείστηκε ότι μπορούσε με τη ματιά του να σκοτώσει, ακόμα και από μακριά. Τότε του διέγνωσαν τη σχιζοφρένεια. Το τελετουργικό, η καθημερινή στιχομυ­θία του, ήταν ο τρόπος να ελέγξει τις δυνάμεις του. Τόσα χρόνια ζούσε με τον φόβο ότι τα μάτια του θα τον ξεγε­λούσαν, θα ξέφευγαν από τον έλεγχό του και θα σκότωναν. Το αφοπλιστικό του χαμόγελο ήταν το επιστέγασμα άλλης μιας προσωπικής, ανομολόγητης νίκης, άλλης μιας μέρας που με το σινιάλο του ξεγελούσε το πεπρωμένο.

Όταν η αδερφή του πέθανε, η ντόπια από λύπηση επι­σκέφτηκε τον κύριο Μίμη. Του έφερε λίγα φρούτα, εσώρου­χα, καινούργιες πιτζάμες. Και το κακό μαντάτο. Όλα αυτά έγιναν εκείνη τη μέρα της εφημερίας μου. Στο θολωμένο μυαλό του κυρίου Μίμη, ό,τι ερείπιο είχε απομείνει από τον κόσμο του κονιορτοποιήθηκε. Πίστεψε ότι τελικά το σινιά­λο του απέτυχε. Άλλη λύση δεν του απέμεινε, παρά να ξε­ριζώσει τα προδοτικά μάτια του. Τόσα χρόνια τα φάρμακα δεν τον βοήθησαν σε τίποτα.

Έφυγα από το άσυλο και δεν ξαναγύρισα. Εγκατέλει­ψα την ψυχιατρική και δούλεψα σαν γενικός γιατρός σε μια αγροτική περιοχή, πασχίζοντας να ξεγελάσω τα χρόνια, μή­πως και γαληνέψω. Γέρασα μέσα μου, γέρασα κι άλλο και ύστερα γέρασα κι έξωθεν, σκέβρωσα, αχρηστεύτηκα. Πήρα σύνταξη και συντηρώ τη μοναξιά μου. Και, κατά βάθος, ζη­λεύω τον κύριο Μίμη. Παρά την τρέλα του, είχε τη σοφία να βρει το δικό του σινιάλο, αυτό που έδινε νόημα στη ζωή, κι ας σήμανε εν τέλει την καταστροφή του. Εγώ, ο μορφωμέ­νος, ο ευνοημένος, ο χαρισματικός, χαμένος μέσα στις φι­λοδοξίες και στις μοναχικές μου αυταπάτες, δεν βρήκα το σινιάλο μου ποτέ.

Ένα σινιάλο

του Γιώργου Λαγκώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo