«Μίλα ρε!»

Ο ήχος της σφαλιάρας έσκισε την σιωπή στα δύο. Την σιωπή που ούτως ή άλλως ήταν αρκετά εύθραυστη λες κι από μόνη της σκόπευε από στιγμή σε στιγμή να αυτομολήσει.

Σάλια και στάλες αίμα τινάχτηκαν για μία στιγμή στον αέρα, προτού συναντήσουν τα προηγούμενα σάλια, τις προηγούμενες στάλες αίμα και το πεπρωμένο τους, στο έδαφος. Κι ένα σώμα που βιαζόταν να τρανταχτεί, να τεντωθεί και να φτάσει στα όρια του από την βία που δεχόταν.

Εκείνος πρώτα μόρφασε από τον πόνο και μούγκρισε, έπειτα χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να συνέλθει και στο τέλος, σαν όλες τις προηγούμενες φορές, πήρε το γνωστό του μειδίαμα. Αυτό το μειδίαμα που λες και κάποιος το είχε καρφώσει με ταβανόπροκες στο στόμα του, τόσο σταθερά που ούτε το ξύλο, ούτε οι βρισιές, ούτε το αίμα και τα σάλια δεν έφταναν για να το ξηλώσουν οριστικά. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να το διώξουν για λίγο και έπειτα εκείνο επανεμφανιζόταν θριαμβευτικό, σαν στρατάρχης σε φρεσκοκατακτημένη πόλη.

«Πες ρε καριόλη!» 

Αυτή την φορά ένα διαφορετικό χέρι έριξε μία καινούρια σφαλιάρα σε ένα διαφορετικό μάγουλο. Και τα ίδια σάλια και οι ίδιες στάλες αίμα. Και το ίδιο στιγμιαίο χάσιμο. Και το ίδιο μειδίαμα, μετά από λίγο.

Φαύλος κύκλος. Επανάληψη. Μαρτύριο σε λούπα.

«Δεν μιλάει. Δεν θα μας πει…» μουρμούρισε ο ένας στον άλλο, συνωμοτικά για να μην ακουστεί από τον δεμένο χειροπόδαρα στην καρέκλα, που τώρα είχε αφήσει τον σβέρκο του ελεύθερο και κοίταζε κάτι απροσδιόριστο στα πόδια του. Ίσως το αίμα. Το δικό του αίμα. Και το μειδίαμα εκεί. Να παρατηρεί μαζί του.

«Θα μας πει. Δεν μπορεί να μην μας πει.» του απάντησε ο άλλος και στράφηκε απότομα προς το μέρος του δεμένου.

Άλλη μία σφαλιάρα. Αυτή την φορά με όλη του την δύναμη.

Κι άλλο ένα τράνταγμα. Κι άλλα σάλια στον αέρα και στο πρόσωπο. Κι άλλα αντανακλαστικά δάκρυα. Κι άλλο αίμα. Περισσότερο αίμα.

Η μούχλα στις γωνίες των τοίχων, το ημίφως, η οσμή ιδρώτα στην ατμόσφαιρα, τα πνιχτά μουγκρητά και το αίμα του χειροπόδαρα δεμένου στην καρέκλα. Ένα μανιφέστο εγκατάλειψης. Μια σκοτεινή καταδίκη, που χαλούσε μόνο από το ανεξήγητο μειδίαμα. Αυτό το επίμονο  και παντελώς αδικαιολόγητο μειδίαμα που τολμούσε να αμφισβητήσει τους ρόλους του καθενός στο σκοτεινό υπόγειο. Αυτή την αχτίδα τρέλας που απειλούσε στα ίσια την σαθρή ατμόσφαιρα. Ίσως και το μίσος των βασανιστών του.

Ο ένας τον έπιασε από τους ώμους. Το κεφάλι του ήταν ακόμα αφημένο προς τα κάτω. Τον ταρακούνησε. Πίστευε πως έτσι θα κερδίσει κάτι. Πίστευε πως θα καταφέρει να διώξει το γελάκι του.

Έξαφνα ο δεμένος ίσιωσε τον σβέρκο του και κοίταξε τον βασανιστή του, πίσω από ένα θολό πέπλο. Πίσω από μία νοσηρή παραζάλη.

«Μπροστά σου είναι και δεν το βλέπεις.» κατάφερε να ψιθυρίσει με την βραχνή και παραμορφωμένη φωνή του. Την ανατριχιαστικά αισθαντική φωνή όλων αυτών που υποφέρουν μα δεν σκοπεύουν να λυγίσουν σύντομα.  Που δεν τους νοιάζει αν πραγματικά έχουν εισακουστεί ή όχι.

«Τι μουρμουρίζεις μέσα στο στόμα σου ρε καριόλη;» ούρλιαξε ο βασανιστής του και παράτησε τους ώμους του δεμένου, να αφεθούν στην παντοκρατορία της αδυναμία τους. Άρχισε να τον χαστουκίζει ασταμάτητα. Με ολοκαίνουριο και αγνό μίσος. Μία σφαλιάρα και μετά άλλη μία. Κι άλλη μία. Και ήχοι δυνατού χεριού που πέφτει με ορμή πάνω σε δέρμα. Και καινούρια βογγητά. Και καινούριο σάλιο στον αέρα. Κι άλλο αίμα. Κι άλλος ιδρώτας.

Κι έπειτα μία πιο μεγάλη στιγμή αποδιοργάνωσης.

Κι έπειτα το μειδίαμα του δεμένου.

Εκεί. Τόσο αδικαιολόγητο και τόσο νομοτελειακό. Που καταντούσε σχεδόν τρομακτικό.

«Λέγε ρε πούστη!» ούρλιαξε ο δεύτερος βασανιστής, που αποφάσισε να παρακολουθήσει την σκηνή αμέτοχος.

«Πες μας επιτέλους…» φώναξε μέσα στο πρόσωπο του δεμένου άντρα και ήταν τα δικά του σάλια, αυτά που τινάχτηκαν τώρα στην ατμόσφαιρα. «…γιατί είσαι ευτυχισμένος;»

Ένα μειδίαμα

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo