Είχε πια συνηθίσει χωρίς φωτοστέφανο και τα σκοτάδια της σπηλιάς δεν τον φοβίζανε. Έξω πιθανόν ξεσπούσε καταιγίδα αλλά μέσα τ’ αποκαΐδια σπάζανε την υγρασία και η αφή του δέρματός της τον ζέσταινε ακόμα πιο πολύ. Τα μάτια τώρα δε δουλεύανε σχεδόν καθόλου στο πλάγιασμα, άγγιζε μόνο, και τα χέρια, τα μαλλιά, τα στήθια, τα πέλματα σχηματίζονταν αδρά στο μυαλό του, λείπανε μόνο τα χρώματα. «Λίλιθ», ψιθύρισε στ’ αφτί της τόσο σιγανά που εκείνη δεν άκουσε τη λέξη, μόνο την υπόκωφή του ανάσα.

«Ξέρεις Αδάμ», του είπε με τη σειρά της, «πάλι είδα το ερπετό στον ύπνο μου, αυτό με τις φολίδες και τα μεγάλα πυρρά μάτια. Έχει δυο δόντια, διχάλα στο στόμα και με ψάχνει. Φοβάμαι». Αλήθεια ήταν, δεν το ‘πε μονάχα για να την τυλίξει ακόμα πιο σφιχτά στα γλιστερά του μπράτσα· μα μισή. Δεν ήτανε μόνο φόβος το φίδι μα είχε στοιχειώσει το μυαλό και το στέρνο της, σκεφτόταν την υγρή διχάλα στη δική της στεγνή γλώσσα σαν κάτι τόσο απτό όσο και απόν.

Και σιγά-σιγά καθώς οι μηροί της λύνονταν απασφαλίζοντας τη μέσα της θάλασσα και καθώς αυτός κολυμπούσε ψαρεύοντας τις πνιχτές της ανάσες, μπλέκονταν τα χέρια και τα πόδια τους μαζί με τις σκέψεις τους, πνίγονταν· αυτήν την αγκάλιαζε ένα μελαμψό ερπετό κι αυτός φιλούσε τη διχαλωτή γλώσσα μιας δαιμόνισσας με πυρρά μάτια.

Ένα ζεστό ποτάμι ρίχτηκε στη θάλασσα που τη φουρτούνιασε για δυο στιγμές μονάχα μέχρι να τη μεταμορφώσει σε νυσταγμένη λίμνη. Ένιωθαν πια αμυδρά ο ένας τον άλλο απ’ τις γυμνές κοιλιές τους καθώς ακουμπούσε η μία την άλλη. Η θάλασσα, με όλα τα αρώματα και την αποφορά της, στέγνωνε πάνω τους αφήνοντας στο δέρμα μια ξερή κολλώδη αλμύρα. Παραδίπλα η ελάχιστη καύτρα που ‘χε απομείνει στην πυρά ήταν ήδη σβηστή και ο λίγος καπνός που έβγαινε από τις στάχτες ήταν υγρός και κρύος. Τα πάντα γύρω είχαν τυλιχθεί στο πιο βαθύ σκοτάδι σαν αιώνιο τίποτα και το μόνο σημείο που ένιωσε η Εύα να πάλλεται ήταν κάποιο βαθιά μέσα της, που ο Αδάμ, σα φίδι, σύρθηκε να το ξυπνήσει.

Λίγους μήνες μετά ο κόσμος γεννήθηκε.

Εν αρχή

του Αργύρη Κόσκορου

© 2019 by Achilleas and Camilo