Επαρχία είναι ο δρόμος, φίδι που απλώνεται ώς έναν ορίζοντα που ποτέ δε θα φτάσεις. Είναι τα μεσημέρια που ο ήλιος σκαλώνει καίγοντας τα τοπία, η άσφαλτος που εξατμίζεται θολώνοντας τα μάτια σου, οι νυσταγμένες νταλίκες που σε ξυπνάνε κορνάροντας. Επαρχία είναι οι σκουριασμένες ταμπέλες, τα έρημα βενζινάδικα, οι τσίγκινες καντίνες και οι πάγκοι με τα καρπούζια, μικρά διαλείμματα σ’ όλο το υπόλοιπο που είναι δρόμος, δρόμος και μόνο δρόμος. Είναι ο προορισμός, όχι αυτός που περιμένεις μα η προσδοκία του. Είναι τα πουλιά στο βάθος που δεν ξεχωρίζεις το χρώμα τους, οι αδέσποτες κατσίκες που το βάζουν στα πόδια, οι προειδοποιητικές πινακίδες για ελάφια και κάπρους που ποτέ δε συναντάς, οι πατημένοι σκαντζόχοιροι και οι ξεκοιλιασμένες αλεπούδες. Και ίσως κάποιο αλύχτισμα στο βάθος που θες να ‘ναι λύκος μα στο βάθος ξέρεις πως είναι παρατημένος σκύλος. Δεν είναι οι σαύρες, είναι ο δρόμος που σέρνεται ακόμα και με διακόσια την ώρα, δεν είναι τα πεύκα και τα κυπαρίσσια αλλά οι πυλώνες και οι μεταλλικές κεραίες που υψώνονται, δεν είναι η φύση αυτό που επικρατεί, είναι ο πολιτισμός που εισδύει μέσα της σαν κακός εραστής όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου. Κι όταν στο τέλος καταλήξεις σε μια τελεία του χάρτη, στο μέρος των ξεχασμένων που σε θυμούνται, μέσα σου ξέρεις πως σε περιμένει γάλα ξινό, αποφορά κοπριάς από κοτέτσια και στάνες, τρακτέρ που σκουριάζουν σε γκαράζ από λαμαρίνες.

Λίγες μέρες μετά θα ντύσεις τη φωνή σου με νοσταλγία μιλώντας στους άλλους για τον παράδεισο, μόνο που μέσα σου ξέρεις πως η επαρχία δεν είναι ο παράδεισος, είναι δρόμος που εκεί σε οδηγεί χωρίς ποτέ να τον φτάνεις. Κι εσύ τον δείχνεις σε φωτογραφίες κινητού, πρόχειρους στίχους και αποξηραμένα λουλούδια βαφτίζοντάς τον επαρχία· μα επαρχία είναι ο δρόμος, όσα περνάς για φευγαλέα ή ξένα ενώ εισδύουν μέσα σου, σε κυριεύουν σα δέρμα Κένταυρου στο σώμα του Ηρακλή και σε κάνουν να θες να γυρίσεις στο τσιμέντο, το μαζούτ και το μποτιλιάρισμα της πόλης σου.

Έξοδος

του Αργύρη Κόσκορου

© 2019 by Achilleas and Camilo