Κοιτούσα το ταβάνι. Το άτιμο! Γυρνούσε γύρω γύρω. Γύρω γύρω όλοι και στη μέση όχι ο Μανόλης, αλλά εγώ, ο σπουδαίος και τρανός υπάλληλος στο τμήμα προμηθειών εμπορικού καταστήματος, ο Χάρης. Έχοντας πετάξει τη μάσκα που φορούσα κάθε πρωινό, θερμό  ή παγωμένο, πηγαίνοντας στη δουλειά. Μαζί με τη μάσκα είχα πετάξει και τα ρούχα μου. Πες, το ζεστό βράδυ, πες, η έξαψη που σου προκαλεί η υπερβολική δόση ποτών, πες, η τρέλα που λένε ότι φέρνει το αψέντι πίνοντάς το, ήμουν γυμνός και ξαπλωμένος στο κρεβάτι απολαμβάνοντας τη βραδύτητα, όπως αναφέρει στο σχετικό βιβλίο του ο γνωστός Τσέχος εξ αποστάσεως φίλος μου.

Προσπαθούσα να συγκεντρώσω το βλέμμα μου σε ένα σημείο. Αυτό ήταν τόσο εφικτό, όσο εφικτή ήταν η επιβίβασή μου την επόμενη μέρα στο διαστημόπλοιό μου και να κάνω μια από τις συνηθισμένες βόλτες στην αθέατη πλευρά της Σελήνης. Δηλαδή και να γινόταν δεν θα είχα τα κότσια να το πραγματοποιήσω. Εδώ δεν είχα το θάρρος να αντιμετωπίσω την αθέατη πλευρά του εαυτού μου,  ήμουν ικανός για προσεληνώσεις;

Πόσο λάθος είχα μετρήσει τη ζωή μου! Ήμουν σαράντα ετών και το μόνο που είχα καταφέρει ήταν να εκτελώ σωστά τα θέλω, τα εγώ και τις επιθυμίες των άλλων. Ναι μπαμπά, δεν θα γίνω ένα άχρηστο ρεμάλι, θα σπουδάσω κάτι που θα μου προσφέρει τα βασικά διατροφικά είδη προς επιβίωση, ναι μαμά, η Αγγελική δεν κάνει για μένα γιατί κατά την άποψή σου είναι τσουλί και δεν κάνει για σπίτι, ναι μαμά πόσο δίκιο έχεις, άσχετα αν εγώ μετά τον χωρισμό κατανάλωνα κάθε βράδυ ένα μπουκάλι ουίσκι επί τέσσερις συνεχόμενους μήνες προκειμένου να την ξεπεράσω, πάνω από όλα η μαμά που σε αγαπά και σε σκέφτεται και θέλει πάντα το καλό σου. Ναι ξάδελφε, μεγάλε ποιητή, έχεις δίκιο, δεν κάνω εγώ για συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος, πρέπει λοιπόν να πετάξω στα σκουπίδια τα γραπτά μου, τα ποιήματά μου, τα άρθρα μου που είναι κακογραμμένα και ανήθικα, άσε θα αφήσω μόνο σ’ εσένα την τιμή να σηκώνεις ψηλά τη σημαία της οικογένειας, πως μπορεί άλλωστε ένας ατάλαντος να επωμιστεί τόσο βαρύ φορτίο; Ξαδέλφη έχεις δίκιο, δεν πρέπει να μαλώνουμε για τα κληρονομικά και να χαλάμε τις καρδιές μας, ναι θα το έγραφα το ρημάδι το μερτικό μου από ένα τυφλό οικόπεδο στη Λούτσα, για να ικανοποιηθεί η φιλαργυρία σου και ας μην αποκτήσω ποτέ στην κατοχή μου ούτε ένα τετραγωνικό χιλιοστό γης, μιας και ήμουν και είμαι και μάλλον θα εξακολουθήσω να είμαι, ναι το αναγνωρίζω, κατά δήλωσή μου, αριστερός και ιδεαλιστής. Αλλά μήπως ξεχνάς ότι κι εσύ τα ίδια δηλώνεις; ναι φίλε-φίδε μου παιδικέ δεν θα την έπεφτα στην Αντιγόνη, που τόσο μ’ άρεσε και πήδαγα εύκολα μέσα σε φλεγόμενη βάτο για αυτήν, όχι, θα έπνιγα τόσο εύκολα, όσο εύκολα πνίγεις –ναι θα ακουστεί μακάβριο– ένα βρέφος σε μια μπανιέρα, τα αισθήματά μου για να είσαι εσύ χαρούμενος και με ικανοποιημένο τον εγωισμό σου και από την άλλη πλευρά να βρίσκομαι εγώ και να θρηνώ την απώλειά της. Μόνο και μόνο για να μην σε πληγώσω. Αλλά εσύ δεν γύρισες να μου πεις κάτι, έστω μια λέξη, απλώς, σαν θηλιά πάνω σ’ έναν έτοιμο προς απαγχονισμό κατάδικο, κάθισες πάνω στην πληγωμένη μου καρδιά κοκορευόμενος, επί μήνες,  για την κατάκτησή της. Ναι, έκανες και δύο χαριτωμένα παιδάκια, να σου ζήσουν, μόνο εύχομαι να μην μοιάσουν στον χαρακτήρα σ’ εσένα, αρκετά καθάρματα κυκλοφορούν ανάμεσά μας, δεν θέλουμε άλλα δύο, εσύ άλλωστε μετράς για πέντε.

Κοιτάζω πάλι το ταβάνι και κάνω αυτές τις σκέψεις. Μια αράχνη κρεμασμένη από το φωτιστικό με κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα από έκπληξη, ίσως να σκέφτεται: «Ω! τι κάνει αυτός ο τρελός άνθρωπος, με το μικρό πουλί, γυμνός πάνω στο κρεβάτι του;».  Ίσως κάποιο μότο της ελεύθερης οικονομίας όπως  «το ποτό κάνει κακό», άρα δεν μας φέρνει τα χρήματα που ζητάει το κεφάλαιο, συμπληρώνω εγώ. Θέλω να σκοτώσω την αράχνη που σκέφτεται τα χειρότερα για το άτομό μου, πώς μπορεί να με κρίνει χωρίς πραγματικά να με ξέρει;

Χτυπάει το κινητό, διαολεμένη εφεύρεση, δεν μπορείς να κρυφτείς πουθενά, ούτε στον μικρόκοσμο του μυαλού σου, το σηκώνω, πού ξέρεις, μπορεί να είναι η τυχερή σου μέρα άνθρωπε με τα διαφορετικά προσωπεία.

-Ποιος είναι;

-Εγώ.

-Ποια εσύ;

-Καλά, ξέχασες τη φωνή μου;

-Θα έπρεπε να τη θυμάμαι;

- Την άκουγες τρία χρόνια, συνέχεια κάθε πρωί, κάθε μεσημέρι, κάθε απόγευμα, κάθε βράδυ!

-Στεφανία;

-Ακριβώς, αν έπαιζες σε τηλεπαιχνίδι μάλλον θα κέρδιζες μια υπέροχη καφετιέρα!

-Καλά, πώς και το ξαφνικό αυτό τηλεφώνημα;

-Πήρα να σου ανακοινώσω ένα σπουδαίο νέο.

-Για πες μου, λοιπόν.

 

Μη θέλοντας στην πραγματικότητα να ακούσω. Αν δεν είχα πιει τόσο πολύ θα της έκλεινα το τηλέφωνο από την πρώτη της λέξης. Αλλά όταν είσαι πιωμένος οι αντιστάσεις χαλαρώνουν σε επικίνδυνο βαθμό.

 

-Λοιπόν, έπειτα από τρία χρόνια σχέσης μαζί σου, ανακάλυψα ότι τελικά δεν είσαι αυτός που νόμιζα ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί του.

-Αλλά;

- Ήταν ο φίλος μου ο κολλητός ο Αλέκος.

-Μα, καλά, αυτός δεν είναι ομοφυλόφιλος;

-Και εγώ έτσι νόμιζα, αλλά έκανα λάθος.

-Πώς το κατάλαβες;

-Μέσω της πρακτικής μεθόδου.

-Δηλαδή;

-Κάναμε έρωτα! Όλα ήταν τέλεια, η αλήθεια ήταν… Τέλος πάντων, μην μπαίνω σε λεπτομέρειες. Πολύ καλύτερα από όταν ήμασταν μαζί.

-Μπράβο σου λοιπόν.

-Θες να ακούσεις το καλύτερο;

-Για πες.

-Το ανακάλυψα αυτό πέρσι, ένα μήνα πριν χωρίσουμε.

- Μπράβο σου.

-Αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που σταματήσαμε να βλεπόμαστε.

-Επιτέλους ανακαλύπτω έναν, γιατί τους άλλους δεν τους ήξερα.

-Δεν έχει σημασία τι ήξερες και τι όχι. Να σου πω ένα καλύτερο από το καλύτερο.

-Για πες λοιπόν πάλι.

-Τον άλλο μήνα παντρευόμαστε.

-Τα συγχαρητήριά μου, βρήκες αυτόν που σου ταιριάζει.

-Τι εννοείς;

-Έναν πούστη που μπορεί να ανεχθεί τις πουστιές σου.

 

Η γραμμή έκλεισε. Μάλλον η Στεφανία είχε κάνει ένα κρύο ντους. Πήγα κουτρουβαλώντας μέχρι την κουζίνα, έβαλα ένα ακόμη ποτό και άναψα ένα τσιγαριλίκι που είχα φτιαγμένο και έτοιμο προς κατανάλωση από το προηγούμενο βράδυ. Κάθισα πάλι στο κρεβάτι, κοιτάζοντας την αράχνη. Άδραξε τη σημερινή μέρα. Η αυριανή θα είναι ακόμη χειρότερη. Θα έπρεπε να φορέσω πάλι την πλαστική μάσκα που προκαλούσε εφίδρωση στο είναι μου. Όσο για το λάθος μέτρημα της ζωής μου ίσως –μάλλον το αναφέρω ή θέλω να το πιστεύω ως ακλόνητο άλλοθι– να είχα κάνει λάθος. Ίσως να ήμουν απλά σουρωμένος.

Είσαι σουρωμένος λοιπόν

Του Άγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo