«Σήκω γιε μου, να δεις την μάνα σου που κλαίει!» κραυγάζει μια γυναικεία φωνή.

 

«Γιατί μας το ‘κανες αυτό γιε μου, γιατί;» παραπονιέται μια αντρική φωνή.

 

Γαμώτο! Ανοίγω τα μάτια μου. Τι σκατά φωνάζουν όλοι αυτοί, αναρωτιέμαι. Μα καλά δεν μπορούν να αφήσουν έναν άνθρωπο να κοιμηθεί με την ησυχία του;  Προσπαθώ να σηκωθώ. Σαν πολύ ελαφρύ μου φαίνεται το κορμί μου. Εντάξει έκανα δίαιτα τις τελευταίες μέρες, αλλά αυτό παραπάει. Νιώθω το κορμί μου σαν πούπουλο.  Μα πως σκατά βρέθηκα εδώ; Δεν είμαι στο δωμάτιο μου, είμαι… Είμαι σε μια κηδεία. Μπα! Όνειρο βλέπω. Αυτή που κλαίει δίπλα στο φέρετρο μοιάζει με την μάνα μου. Και δίπλα της ο αδελφός μου. Λάκη! Εεε! Λάκη, σου μιλάω! δεν με ακούς; Δεν φοράω και τα γυαλιά μου. Σίγουρα κάνω λάθος· δεν είναι αυτοί. Ο ξαδελφούλης μου. Κι αυτός εδώ!

 

Για κάτσε να κάνω μια βόλτα. Ξέρω βρίσκομαι σε μια κηδεία, δεν είναι πρέπον να σουλατσάρω ανάμεσα στον κόσμο, θα κάνω πως φέρνω γύρες για να ξεπιαστώ. Από μικρός, ήμουν περίεργος. Πάντα ήθελα να μαθαίνω τα πάντα. Αφού πιτσιρικά με φώναζαν ο γιατίς!  Να κι η θεία μου η Μέλπω μαζί με τον άντρα της τον Ιάκωβο. Πολύς κόσμος έχει μαζευτεί στην εκκλησία και τους περισσότερους τους ξέρω. Να ο Κωνσταντής, ο σαντουιτσάς. Αν δεν τον είχα γνωρίσει αυτόν τον τύπο σίγουρα θα ήμουν δέκα κιλά λιγότερο τώρα. Ας είναι καλά οι σαντουιτσάρες που φτιάχνει. Να και τα αδελφάκια από τη Δραπετσώνα. Ο Σταυρής και ο Γρηγόρης.

 

Καλά απορώ: Τι δουλειά  έχει εδώ ο Χατζηχρήστος από την Original; Αυτόν τον βλέπω μόνο στο γήπεδο! Μπας και έχει πεθάνει κανένας δικός μας;  Ωχ, ρε πούστη μου, η πρώην γυναίκα μου. Ευτυχώς δεν με είδε. Έχω χωρίσει κοντά στα πέντε χρόνια και δεν έχω καμιά όρεξη ούτε να την δω ούτε να της μιλήσω. Ας ψάξω να βρω την αρραβωνιαστικιά μου. Μόνο αυτή δεν έχω δει ακόμη. Α, νάτη εκεί κοντά στην είσοδο. Φοράει μαύρα. Α, της πάνε τα μαύρα πολύ.

«Κατρίν, ε, Κατρίν», κάνω σιγανά δεν θέλω να φωνάξω, σε κηδεία βρίσκομαι άλλωστε. Κάτσε να πάω προς τα εκεί.

«Μωράκι μου, μωράκι μου, μωράκι μου!»

«Ναι, Κατερινάκι, εδώ είμαι αγάπη μου».

«Καρδιά μου, ψυχούλα μου, χοντρούλη μου».

«Ε, ναι, σου είπα αγάπη μου, εδώ είμαι».

«Ψυχούλα μου…»

Α, δεν πάμε καλά. Με έγραψε κανονικά. Κάτι γίνεται. Ας πάω προς τη μάνα μου. Τουλάχιστον αυτή θα μου πει ποιος πέθανε. Τι σκατά! Έχω πάθει αμνησία; Λες τα χθεσινά ποτά στο καφέ να ήταν μπόμπα; Έχω ακούσει ότι μπορεί να προκαλέσουν προσωρινή απώλεια μνήμης. Να δεις φίλε, αυτό θα είναι.

«Μάνα, ποιος πέθανε;» της ψιθυρίζω διακριτικά στο αυτί.

Κι αυτή δεν μου απαντάει. Τι γίνεται η κουφαμάρα είναι μεταδοτική;  Έχουν κλειστό το φέρετρο, τουλάχιστον να έβλεπα ποιος είναι μέσα.  Μπα, αυτές τις γριές δεν τις ξέρω, ας πάω προς τα εκεί, μήπως και τσιμπήσω καμιά κουβέντα τους. Μπορεί να μάθω το όνομα του νεκρού.

 

«Τόσο νέος!»

«Ναι, κρίμα το καλύτερο παιδί.»

«Μικρούλης ήταν λίγο ζωηρούλης ,αλλά μετά έστρωσε».

«Τι ζωηρός καλέ, επειδή ήταν λιγάκι καβγατζής; Πταίσματα Ελπινίκη μου είναι αυτά, πταίσματα»                       

«Ναι, δίκιο έχεις»

«Για πες μου πως πέθανε;»

«Δεν έμαθες;»

«Ήμουν στο χωριό για Πάσχα. Στην εφημερίδα διάβασα για την κηδεία».

«Τροχαίο, Ελπινίκη μου, τροχαίο».

«Μικρός ήταν»

«Τριάντα έξι στα τριάντα επτά. Νέος, πολύ νέος».

Α! άρχισα να μπαίνω στο νόημα, έχω έρθει στην κηδεία συμμαθητή μου. Ίδια ηλικία με μένα έχει ο νεκρός.

«Πώς έγινε;»

«Πήγαινε για Πάσχα, Μεγάλη Παρασκευή…»

«Μεγάλη Παρασκευή φεύγουν οι καλύτεροι άνθρωποι. Ο Χριστός τούς καλεί κοντά Του».

«Άντε καλέ, τα πιστεύεις αυτά τα πράγματα;»

«Γιατί , ο μακαρίτης δεν ήταν καλό παιδί;»

«Το καλύτερο, δεν λεω. Για όλους είχε μια καλή κουβέντα, ξέρεις τι λένε στην γειτονιά;»

«Τι;»

«Όποιος δεν είχε να φάει, τον καλούσε σπίτι του και το έκανε το τραπέζι! Ποιος το κάνει αυτό την σήμερον ημέρα;»

«Κανείς! Στα σίγουρα κανείς! Για πες μου λοιπόν».

«Για ποιο πράγμα;»

«Για το τροχαίο!»

«Α, ναι. Πήγαινε στην Αρχαία Ολυμπία»

Μπα, στην Αρχαία Ολυμπία είχα πάει και εγώ για Πάσχα. Αλλά δεν θυμάμαι πως πέρασα. Αν συνεχιστεί αυτή η  αμνησία, αύριο είμαι για επισκέψεις σε νευρολόγο.

»Στα πεθερικά του».

Ωχ, λες να σκοτώθηκε ο άντρας της αδελφής της Κατρίν; Αρχαία Ολυμπία, πεθερικά , Πάσχα, όχου συμφορά, να δεις που ο  Μάκης μας άφησε χρόνους. Έχουμε την ίδια ηλικία.

«Και;»

«Στις στροφές λίγο έξω από την Τρίπολη το αμάξι γλίστρησε και έφυγε στον γκρεμό».

«Ήταν μόνος του;»

«Με την αρραβωνιαστικιά του την Κατερίνα».

Σκατά, σκατά, σκατά. Για μένα λένε. Δεν είναι αλήθεια, είναι τρελές οι παλιόγριες. Μα αφού εγώ είμαι ζωντανός. 

«Κατρίν! Καρτίν! Κατερίνα! Κατερινάκι! Κατρίν!» φωνάζω με όλη τη δύναμη της φωνής μου. Σκατά δεν με άκουει.

«Μάνα! Μάνα! Μάνα!» κραυγάζω. Δεν με ακούει. Τρέχω κοντά της. Η ώρα της αλήθειας. Ανοίγουν το καπάκι της κάσας. Τι τροπάριο λένε, οι παπάδες; Δεύτε τελευταίον ασπασμόν;

Για να δω ποιος είναι μέσα. Εγώ είμαι, γαμώ την πουτάνα μου εγώ είμαι. Μάνα μην κλαις, όχι σε παρακαλώ! Μην κλαις. Πατέρα! Μην κλαις. Αδελφέ μου! Μην κλαις. Κατερίνα αγάπη μου, φως μου, μωρό μου! Μην κλαις.

 

 

Στη μνήμη του Αλέξανδρου ΚαΪρη,

 

Γλυφάδα 28.04.2006

Εις μνήμην

του Άγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo